Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Μαρία Κουγιουμτζή

Το τσαφ από το μέλλον

Στην Εύα Μαθιουδάκη

Άσε τον Λίντον άμυαλη Κάθριν. Μην βολεύεσαι. Ο Λίντον είναι αργός θάνατος. Άοσμος και άχρωμος. Ο Χίθκλιφ είναι η ζωή. Η Ζωή που σε σκότωσε! Κι αυτός ο θάνατος έχει όλη την ποίηση της ζωής!

Ισχυρίζονται πως αυτό το πράγμα δεν υπάρχει. Αφού δεν έχει παρελθόν ούτε μέλλον, μόνο ένα στιγμιαίο παρόν.

Άλλοτε παρουσιάζεται ως γυναίκα που σέρνει στα πόδια της αλυσίδες, άλλοτε άντρας βυθισμένος ως το λαιμό μέσα σε βρεγμένη άμμο, το κεφάλι να προεξέχει έντρομο, κι άλλοτε ζώο-γουρούνι κλεισμένο σ’ ένα βαρέλι χωρίς είσοδο και έξοδο, μέσα στο σκοτάδι.

Το θέμα είναι, έλεγαν, πως τα νιώθαμε όλα αυτά ταυτόχρονα, στα πόδια μας τις αλυσίδες, βάρος ασήκωτο και ανυπόφορο, μας πλήγωνε τα πόδια που αιμορραγούσαν, ήμασταν βυθισμένοι στη βρεγμένη σφιχτή σαν πέτρα άμμο, που έκοβε όχι μόνο τη φωνή αλλά και την ανάσα, γυαλιά μας έσκιζαν τον φάρυγγα, οι ίδιοι κλεισμένοι στο πηκτό σκοτάδι του βαρελιού και παρά τον περιορισμένο χώρο, το σώμα μας σκουντουφλούσε σε τοιχώματα τετράγωνα ή κυκλικά, και σε σώματα άλλων. Ανάμεσά τους χάναμε τα όρια του κορμιού μας, δεν ξέραμε αν είχαμε ανθρώπινο σώμα ή ζώου, αν ήμασταν μόνοι ή σε μια αγέλη ζώων. Ευτυχώς αυτές οι αλλόκοτες καταστάσεις, επώδυνες και αποπνιχτικές, κρατούσαν ελάχιστα, όπως το τσαφ ενός φλας, όσο ακριβώς και η εμφάνιση του πράγματος. Κι όμως μέσα σ’ αυτό το τσαφ υπήρχε άφθονος χρόνος. Γίνονταν γεγονότα που μπορούσε κανείς έξω από το τσαφ να τα διηγηθεί. Όπως αυτά που έλεγαν οι ναύτες της Ελούντα. Το πράγμα εμφανίστηκε στην ακρογιαλιά ντυμένη με πέτσινη φόρμα, μεγάλο πράσινο καπέλο και πίπα στο στόμα. Τούφες από τα κόκκινα λαμπερά μαλλιά της πάλλονταν στο πρόσωπό της που ιρίδιζε στο φως. Της είπαν να βγάλει το καπέλο να τα δουν κι όταν το έβγαλε, βγήκαν και κείνα μαζί του, αφήνοντάς την φαλακρή. Ένας ήλιος επί σκηνής. Εμείς δεν τα είδαμε αυτά, μας τα είπαν οι ίδιοι οι ναύτες και μάλιστα, όταν άρχισαν να παίζουν πετώντας ο ένας στον άλλο το καπέλο της, εκείνη ούρλιαξε πως θα τους διαρρήξει τα γεννητικά τους όργανα αν δεν σταματήσουν και όταν αδιαφόρησαν, άνοιξε την φόρμα της κι έβγαλε έξω ένα χοντρό τεράστιο πέος ορμώντας καταπάνω τους.

Εμείς που τους ακούγαμε, λέγαμε πως το πράγμα πρέπει να είχε παρελθόν, αφού ως γυναίκα κάποιος ή αυτή η ίδια είχε αλυσοδέσει τα πόδια της πριν εμφανιστεί. Και ίσως είχε και μέλλον αφού κάποτε την βλέπανε να οδηγεί ένα ιπτάμενο αμάξι ή να διευθύνει μία συναυλία από οπτικά όργανα που έπαιζαν μόνα τους. Απλώς ο δρόμος από το παρελθόν προς το μέλλον της ήταν αόρατος, εκτός από το εκάστοτε παρόν της.

Ως άντρας πάλι, άλλοτε νέγρος, άλλοτε κιτρινιάρης, οτιδήποτε εκτός από λευκός, στριφογύριζε με ταχύτητα το κεφάλι του μέχρι που το ξεκολλούσε κι έμπαινε σε καινούργιο σώμα σ’ έναν απ’ αυτούς που τον χάζευαν ή περνούσαν πλάι του αδιάφοροι. Όσο λευκός κι αν ήταν αυτός ο κάποιος, αμέσως μεταμορφωνόταν σε νέγρο. Κατά περίεργο τρόπο τότε όχι μόνο εμείς αλλά και τα παιδιά γίνονταν κατάμαυρα. Κρατούσαν στα χέρια μαστίγια και μαστίγωναν τους γονείς τους.

Τα ζώα μας, οικόσιτα και άγρια, βγαίνοντας απ’ το σκοτεινό βαρέλι πέθαιναν σαν τις μύγες. Αντίθετα, πλαστικά και λούτρινα ζωάκια, ή από ρευστοποιημένο φελιζόλ, και άφθονα μηχανικά, πλημμύρισαν την αγορά.

Όμως το πιο ιδιαίτερο και ίσως πιο σημαντικό, οι γυναίκες γεννούσαν άφυλα παιδιά. Δεν είχαν φύλο, δεν χρειάζονταν τροφή, αφού δεν είχαν καν όργανο αφόδευσης. Είχαν ένα ήρεμο χαμόγελο μέσα από δύο διεισδυτικά μάτια.

Είπαμε τότε πως αυτό το πράγμα υπήρχε κι ας μην το βλέπαμε.

Ζητήσαμε απ’ αυτούς που το είχαν δει, να φωτογραφήσουν με το κινητό τους κάποια απ’ τις μεταμορφώσεις του.

Όταν μας έδειξαν τη φωτογραφία, εμείς δεν βλέπαμε τίποτα, καμιά εικόνα, ενώ εκείνοι έβλεπαν κάτι ψηφία πάνω στη μαύρη οθόνη κι όταν μας τα αντέγραψαν υποψιαστήκαμε ότι το πράγμα ερχόταν από το μέλλον.

Νβ#&2+γεω-^**=wool- heihiz-lootr+;asterqq;;;;!

Βλέποντας ξανά και ξανά τη μαύρη οθόνη αρχίσαμε να διακρίνουμε κι εμείς τα σύμβολα και το πράγμα. Άλλοτε σαν ήλιος που μας έκαιγε κι άλλοτε σαν πάγος που μας πάγωνε. Κάποτε ερχόταν ως άνθρωπος τυλιγμένος σε χρωματιστές ταινίες υφασμάτων, γούνες φτιαγμένες από ηλιακές ίνες, το σώμα μας μεταφερόταν σε σύννεφα λιβαδιών που μοσχοβολούσαν σίκαλη ή σε άστρα γεμάτα αιθέρα φερεμόνης, αισθημάτων αγάπης και ευδαιμονίας. Όντα άφυλα ή με ερεθισμένο φύλο, εισχωρούσαμε σε παν αισθητό και εικονικό, επώδυνο ή ερωτικό, παθητικό ή επιθετικό, με αισθήσεις στο ζενίθ ή με πλήρη βουτιά στην απουσία ύπαρξης και ορατών αντικειμένων.

Σιγά σιγά γίναμε από θεατές, χρήστες. Ενσωματώναμε στην οθόνη ψηφιακά αντικείμενα, πρόσωπα, ακόμα και υποκείμενα του πραγματικού κόσμου. Αυτή η δεξιότητα μας μετέφερε μεταξύ ελευθερίας και υποδούλωσης. Κάτι παραπάνω. Μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Υπήρχε στιγμιαία ηδονή σ’ αυτή την κατάσταση.

 Ώσπου μ’ ένα τσαφ το μέλλον μάς άρπαξε μέσα στη μαύρη του οθόνη.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή