Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Νίκος Α. Μάντης

Ο Αχμέτ και ο θάνατος

Αμέτρητες ζωές μάς κατοικούν.
Δεν ξέρω, όταν σκέφτομαι ή αισθάνομαι,
Ποιος είναι αυτός που σκέφτεται ή αισθάνεται.
Εγώ είμαι απλά ο τόπος
Της σκέψης και του αισθήματος.

Ρικάρντο Ρέις

Άσε με να σου πω μια ιστορία, μια ιστορία που διαδραματίστηκε σε τούτη την πόλη όπου βρισκόμαστε τώρα, αυτό το αμάλγαμα πολιτισμών που έχω κλείσει μέσα στην καρδιά μου, γιατί είναι ένα από τα σπουδαιότερα, από τα πιο ιδιαίτερα και γεμάτα ψυχή μέρη που μπορεί να βρει κανείς σε όλο τον κόσμο. Ήταν λοιπόν κάποτε στην Ιστανμπούλ, όχι πολύ παλιότερα απ’ τον καιρό μας, ένας άντρας –ας τον αποκαλέσουμε Αχμέτ, εντάξει; Ο Αχμέτ ήταν ένας αναγεννημένος άνθρωπος, και μ’ αυτό εννοώ ότι είχε χρησιμοποιήσει την τελευταία τεχνολογία για να αποφύγει, θα τολμούσαμε να πούμε, τον θάνατο. Πώς μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, θα αναρωτιέσαι. Ε, λοιπόν, η τεχνολογία βρίσκεται γύρω μας, ζούμε σε μια εποχή πολλαπλών θαυμάτων που πραγματοποιούνται σε μυστικά εργαστήρια απανταχού στην υδρόγειο, κάποια από τα οποία προορίζονται να παραμείνουν κρυφά για την πλειονότητα των ανθρώπων, προσβάσιμα μονάχα σε μια μικρή μειοψηφία πλουσίων, ισχυρών και διασυνδεδεμένων. Ο Αχμέτ διέθετε τουλάχιστον μία από αυτές τις ιδιότητες, αλλά ας πούμε ότι είχε επίσης υπάρξει τυχερός, ευρισκόμενος την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος. Κι έτσι, χρησιμοποιώντας την εν λόγω τεχνολογία, ήταν σε θέση να μεταφέρει το μυαλό του, τρόπον τινά, σε ένα νέο σώμα, με το που αντιλαμβανόταν ότι το υπάρχον σώμα του άρχιζε να φθείρεται ανεπανόρθωτα. Είχε προβεί ήδη δύο φορές σε τούτη τη διαδικασία, έχοντας διανύσει ένα διάστημα βίου περίπου ενός αιώνα, και τώρα, μέσα απ’ το σώμα ενός νέου άντρα, ο Αχμέτ, στα εκατό του, ετοιμαζόταν να λάβει μια τρίτη ευκαιρία συνέχισης της επίγειας ζωής του. Όμως, όπως συμβαίνει συνήθως σε κάθε ιστορία, υπήρχε ένα πρόβλημα.

Όταν είχε πρωτομεταφερθεί, όταν είχε αναγεννηθεί για πρώτη φορά, ζούσε μέσα σ’ έναν κακό γάμο, έναν μακροχρόνιο γάμο δίχως παιδιά, με πολλή εξαπάτηση, ψέματα και υποκρισία. Στην πραγματικότητα είχε χαρεί πολύ που οργάνωσε τη διαδικασία της αναγέννησης πίσω απ’ την πλάτη της γυναίκας του και είχε νιώσει ανακούφιση όταν ξύπνησε μέσα στο σώμα ενός παντελώς άγνωστου άντρα, ενός άντρα πολύ νεότερου και πολύ πιο όμορφου απ’ όσο είχε υπάρξει εκείνος. Ζώντας τη ζωή της δεύτερης ενσάρκωσής του, ο Αχμέτ (που δεν ονομαζόταν Αχμέτ εκείνη την περίοδο) μετακόμισε αμέσως μακριά απ’ την παλιά του πόλη και άρχισε να απολαμβάνει τη ζωή σε όλο της το φάσμα, απορρίπτοντας τον παλιό εαυτό του, εκείνον ενός διανοούμενου, ενός βαθιά μοναχικού και δυστυχισμένου ανθρώπου, ανταλλάσσοντάς τον με τον τρόπο ζωής ενός εκκολαφθέντος μπον βιβέρ. Έπειτα από πολλά χρόνια, χρόνια έντονα, διασκέδασης, ταξιδιών και επιτυχημένης καριέρας, βρήκε μια γυναίκα την οποία ερωτεύτηκε βαθιά και την οποία αργότερα παντρεύτηκε. Ύστερα από λίγο, ήρθε στη ζωή του και μια κόρη. Ζούσε επιτέλους τη ζωή για την οποία ένιωθε πως ήταν προορισμένος, μια ζωή που έδειχνε και φάνταζε σχεδιασμένη ειδικά γι’ αυτόν. Είχε καταφέρει να αγγίξει την ευτυχία. Όμως τότε, κάτι συνέβη, όπως συνήθως γίνεται. Η τρέχουσα μορφή του, με το κορμί του γοητευτικού άντρα, άρχισε να καταρρέει με γοργό ρυθμό. Και έτσι, ο δεύτερος κύκλος της ζωής του έπρεπε να εγκαταλειφθεί, γιατί ο άνθρωπος που ήταν τώρα ο Αχμέτ πέθαινε, όπως όλα έδειχναν ήταν αναπόφευκτο, και το μυαλό του Αχμέτ θα έπρεπε να μεταφερθεί για δεύτερη φορά, που θα ήταν επίσης η τελευταία, σύμφωνα με το συμβόλαιο που είχε υπογράψει με την εταιρία αναγέννησης. Και έτσι έγινε.

Τώρα, στην τρίτη του ζωή, ο Αχμέτ όντως αποκαλούνταν Αχμέτ, και ζούσε στην Ιστανμπούλ, την πόλη των δακρύων όπως την αποκαλούν κάποιοι, και όπως την αποκαλούσε και ο ίδιος, γιατί για εκείνον ήταν σίγουρα μια πόλη από δάκρυα. Είχε αποφύγει τον θάνατο για ακόμα μια φορά, όμως τώρα η κατάστασή του ήταν αβάσταχτη. Του έλειπαν τόσο πολύ η παλιά του ζωή, η γυναίκα του και η κόρη του, και ταυτόχρονα δεν άντεχε το γεγονός ότι τις είχε κοροϊδέψει, αφήνοντάς τις να πιστεύουν ότι είχε πεθάνει. Τα δύο πιο αγαπημένα του πρόσωπα στον κόσμο τώρα θα τον θρηνούσαν και θα υπέφεραν για κείνον, ενώ αυτός, ο αιώνιος υποκριτής, είχε ήδη προχωρήσει τη ζωή του, με άλλη ταυτότητα, με άλλο όνομα, σε άλλη πόλη. Επιπλέον, δεν του άρεσε καθόλου το νέο του σώμα, ο νέος του εαυτός θύμιζε λύκο, βλογιοκομμένος όπως ήταν και κακομούτσουνος –ένιωθε ότι έμοιαζε τώρα με κακό από ταινία. Η παρούσα ενσάρκωσή του ηλικιακά βρισκόταν γύρω στα τριανταπέντε, αλλά αισθανόταν το κορμί του ήδη γερασμένο, γεμάτο αλλεργίες, νευρικά τικ και πόνους στη μέση και τα άκρα, πονοκεφάλους και κάθε άλλη ενόχληση που μπορούσες να φανταστείς. Σε λίγο κατέληξε και πάλι μοναχικός και δυστυχισμένος.

Πέρασε αρκετός καιρός, και ο Αχμέτ παρέμενε δυστυχής, παρά τους φευγαλέους περισπασμούς των χρημάτων (είχε μαζέψει ένα γερό κομπόδεμα στη διάρκεια των προηγούμενων ζωών του), του ποτού και των κακόφημων μαγαζιών με τις εξαγορασμένες γυναίκες. Μια χειμωνιάτικη ημέρα, στη διάρκεια των ατελείωτων, άσκοπων περιπλανήσεων μέσα σ’ αυτή την κρύα, μελαγχολική πόλη που ήταν το ιδανικό φόντο για την κατάθλιψή του, είδε κάτι που τον συντάραξε. Είδε την κόρη του από την προηγούμενη ενσάρκωσή του. Ήταν φοιτήτρια τώρα, στα είκοσί της, και είχε στον ώμο της ένα σακίδιο γεμάτο βιβλία, συνομιλώντας με μια φίλη της. Φυσικά το κορίτσι δεν θα μπορούσε ποτέ να τον αναγνωρίσει. Αποφάσισε να την ακολουθήσει, για να βρει πού έμενε. Νοίκιαζε ένα μικρό διαμέρισμα στην περιοχή Ουσκουντάρ, στην ασιατική πλευρά της πόλης, καθώς, όπως όλα έδειχναν, σπούδαζε στο γειτονικό πανεπιστήμιο. Έτσι τώρα ο Αχμέτ είχε τις πληροφορίες που χρειαζόταν. Έβαλε στόχο να την ακολουθήσει ξανά την επομένη, κι έπειτα την επομένη, και την επομένη, μέχρι που η παρακολούθηση της κόρης του έγινε για εκείνον τρόπος ζωής.

Μια μέρα, το κορίτσι τον κοίταξε κατά πρόσωπο για πρώτη φορά, κι απ’ την υφή του χαμόγελού της ο Αχμέτ συνειδητοποίησε ότι η Ρουγιά (γιατί αυτό ήταν το όνομα του κοριτσιού) είχε καταλάβει ότι την παρακολουθούσε. Ο Αχμέτ ένιωσε κρύο ιδρώτα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Τι θα γινόταν αν τον έπαιρνε για κανέναν ανώμαλο, κανένα σεξουαλικό αρπακτικό; Πώς θα μπορούσε να της εξηγήσει το αδιανόητο εμπόδιο πίσω από το οποίο είχε βρεθεί, πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να εξιλεωθεί στα μάτια της; Ήταν αδύνατο. Το μοναδικό έντιμο και λογικό πράγμα θα ήταν να κάνει μεταβολή και να χαθεί απ’ τη ζωή της για πάντα, να σταματήσει να την παρενοχλεί πλέον. Αλλά δεν ήταν ικανός για κάτι τέτοιο. Δεν είχε τη δύναμη. Το να βλέπει τη Ρουγιά, ακόμα και με εκείνες τις σύντομες ματιές που ήταν σε θέση να αποσπάσει από την τωρινή ζωή της, είχε γίνει κάτι σαν γραμμή ζωής για τον Αχμέτ, η μοναδική οδός που τον συνέδεε με την παλιότερη ζωή του, τα χρόνια της ομορφιάς, της τρυφερότητας και της αγάπης, μια ζωή την οποία λαχταρούσε αλλά ήταν ανίκανος να ξαναβρεί. (Φυσικά δεν γινόταν να της αποκαλύψει την αλήθεια: πέρα απ’ το γεγονός ότι η πραγματικότητα ήταν παράλογη και δεν θα μπορούσε να την πιστέψει, ο Αχμέτ ήταν δεμένος και με όρο σιωπής από την εταιρία αναγέννησης. Η αποκάλυψη της αλήθειας θα σήμαινε αυτομάτως ποινή θανάτου για κείνον, και μάλιστα άμεσα εφαρμόσιμη. Η εταιρία διέθετε επαγγελματίες εκτελεστές που περιπολούσαν όλη την υφήλιο για πιθανές παραβιάσεις συμβολαίων.)

Ωστόσο το παράξενο ήταν ότι η Ρουγιά ήρθε εκείνη πρώτη στον Αχμέτ. Δίχως αυτός να πολυκαταλάβει πώς, κάποια στιγμή βρέθηκαν καθισμένοι μαζί, να πίνουν τσάι σε μια κοντινή καφετέρια. Κουβέντιασαν για καμιά ώρα περίπου, και ο Αχμέτ έλαμπε από χαρά. Φοβόταν ότι οι προθέσεις της κόρης του μπορούσαν να είναι ύποπτες, ότι βλέποντάς τον με τη μορφή ενός νέου άντρα ίσως να έτρεφε αισθήματα άλλου είδους, μιας εντελώς διαφορετικής μορφής αγάπης, αλλά δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Η κοπέλα είχε δηλώσει εξ αρχής ότι δεν υπήρχε τίποτα διαφορετικό στην προσέγγισή της, και ότι ήθελε απλά να εξακριβώσει ποιος ήταν αυτός ο τύπος με τη θλιμμένη όψη που έδειχνε να κινείται διαγράφοντας κύκλους γύρω της. Ο Αχμέτ έσπευσε παρομοίως να ξεκαθαρίσει ότι δεν είχε τέτοιου είδους προθέσεις, ότι είχε χάσει πρόσφατα την οικογένειά του σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και γι’ αυτό περιπλανιόταν ασκόπως, μέχρι που η θέα της Ρουγιά είχε ξυπνήσει μέσα του όλη την καταπιεσμένη νοσταλγία και θλίψη. «Αυτό είναι αληθινά περίεργο», είπε η Ρουγιά, γιατί κι εγώ πενθώ τον πατέρα μου, ακόμα, μετά από τόσα χρόνια, μη μπορώντας να ξεπεράσω τον χαμό του. «Ήταν τόσο ξαφνικό, βλέπεις», είχε πει το κορίτσι, «που ούτε εγώ ούτε η μητέρα μου καταφέραμε να το διαχειριστούμε. Θρηνούμε ακόμα τόσο έντονα, λες και δεν έχει περάσει ούτε ένας μήνας απ’ τον θάνατό του».

Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, συναντήθηκαν αρκετές φορές. Έγινε συνήθεια για τους δυο τους να σιγοπίνουν το τσάι τους σε εκείνο το συγκεκριμένο στέκι όπου είχαν βρεθεί για πρώτη φορά, και σύντομα καθιέρωσαν ένα εβδομαδιαίο τυπικό. Ο Αχμέτ γρήγορα αντιλήφθηκε ότι, πίσω από το προσωπείο ενός χαρούμενου, μοντέρνου κοριτσιού, η Ρουγιά ήταν στην πραγματικότητα μια ψυχή βασανισμένη, ίσως σχεδόν εξίσου όσο και ο ίδιος. Η συνειδητοποίηση αυτή ράγισε την καρδιά του, γιατί βαθιά μέσα του ήταν σίγουρος ότι τα βάσανα της Ρουγιά είχαν έρθει ως αποτέλεσμα της δικής του στάσης, της ύπουλης, υπολογιστικής συμπεριφοράς του. Δεν άντεχε να βλέπει το κορίτσι να υποφέρει, το πλάσμα που ήταν αίμα απ’ το αίμα του, καρδιά της καρδιάς του, ούτε για ένα λεπτό. Αποφάσισε να την πιέσει για περισσότερες απαντήσεις, όπως θα έκανε ένας ψυχολόγος, μήπως κατάφερνε να τη βοηθήσει λίγο παραπάνω.

Το πρόβλημα με τη Ρουγιά, πέρα από τη γενικότερη θλίψη της, ήταν ότι ταλανιζόταν από εφιάλτες. Και σε εκείνους τους εφιάλτες, όπως του αποκάλυψε απρόθυμα μια βροχερή μέρα, καθώς ο Αχμέτ επέμενε και επέμενε να τη ρωτάει, στην απελπισία του να καταφέρει να ξεδιαλύνει την αλήθεια της, υπήρχε πάντα ο ίδιος πρωταγωνιστής: το φάντασμα του νεκρού της πατέρα.

Ο Αχμέτ κατέρρευσε στο άκουσμα αυτού του νέου. Η ραχοκοκαλιά του καταλήφθηκε από έντρομα ρίγη, όμως και πάλι πίεζε την κόρη του για να μάθει περισσότερα.

Η Ρουγιά τού είπε ότι, στα όνειρά της, ο πατέρας της έμοιαζε με σκιά του προηγούμενου εαυτού του, ένα λείψανο του όμορφου άντρα που είχε προκαλέσει την πρόωρη άνθιση της αγάπης στην καρδιά της, στα πρώτα εφηβικά της χρόνια, και που ωστόσο τώρα είχε αλλάξει πολύ, έμοιαζε μ’ ένα άδειο κέλυφος. Και κάθε φορά που η Ρουγιά τον ρωτούσε για τον λόγο του μαρτυρίου του, εκείνος τής απαντούσε ότι ένας απατεώνας τον περιτριγύριζε, ένα ζωντανό φάντασμα, ένα φάντασμα τυλιγμένο σε απατηλά πέπλα σάρκας και αίματος, ούτε πτώμα αλλά ούτε και θνητό πλάσμα, αλλά περισσότερο ένα βλάσφημο υβρίδιο αυτών των δύο, που περιδιάβαινε τη γη περιγελώντας τον θάνατο κι ακόμα και τον Αλλάχ τον ίδιο· και ότι εκείνος ο απατεώνας, εκείνο το σατανικό djin, που επιμήκυνε αφύσικα την ήδη ξοδεμένη ζωή του πατέρα της, κάτι που μονάχα ο Σατανάς θα μπορούσε να μεθοδεύσει, ήταν ο λόγος που ο πατέρας της δεν κατάφερνε να βρει γαλήνη στον άλλο κόσμο και γι’ αυτό στοίχειωνε τα όνειρα της κόρης του.

«Και τώρα γνωρίζεις τα πάντα», είπε τελικά η Ρουγιά, καθώς ολοκλήρωσε την ιστορία της με λυπημένη φωνή. «Μάλλον θα θεωρείς ότι πρέπει να πάω στο τρελάδικο».

Φυσικά, αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που σκεφτόταν ο Αχμέτ.

Από εκείνη την ημέρα, ο Αχμέτ άρχισε να αλλάζει.

Τα ραντεβού με την κόρη του έγιναν πιο σπάνια. Τώρα σχεδόν την απέφευγε. Όποτε βρίσκονταν, δεν έκανε ποτέ αναφορά σε εκείνο για τον οποίο την πίεζε παλιότερα, στην πηγή της στενοχώριας της, και αντίθετα περιόριζε τη συζήτηση σε καθημερινά, ασήμαντα ή επιπόλαια πράγματα. Η Ρουγιά το αντιλήφθηκε και άρχισε να συμπεριφέρεται αντίστοιχα. Υπήρχε και ένας ακόμα λόγος που εκείνος θέλησε να απομακρυνθεί με τρόπο: το γεγονός ότι, παρά τις αρχικές της διαβεβαιώσεις ότι δεν έτρεφε ρομαντικά αισθήματα για τον Αχμέτ, συν τω χρόνω εμφανίστηκαν σημάδια για το αντίθετο. Το κορίτσι άλλοτε τον κοιτούσε παρατεταμένα κι άλλοτε χάιδευε απροειδοποίητα τη ράχη της παλάμης του, με τρόπους που υπονοούσαν ότι τον αντιμετώπιζε σαν έναν υποψήφιο εραστή. Από όσα είχε συμπεράνει, στην ηλικία των εικοσιτριών η Ρουγιά δεν είχε ποτέ της ένα σύντροφο, και πιθανότατα ήταν ακόμα παρθένα, με το μυαλό της παγιδευμένο, εδώ και μια δεκαετία, σε έναν λαβύρινθο πένθους, κατάθλιψης, ονείρων και παραισθήσεων. Ήταν στ’ αλήθεια μια τυραννισμένη ψυχή, και η συνάντηση με τον Αχμέτ δεν την βοηθούσε καθόλου. Ίσως να τον αντίκριζε, με τα μάτια της ψυχής που ποτέ δε λαθεύουν, γι’ αυτό που ήταν στην πραγματικότητα –σαν το υποκατάστατο του πατέρα της. Ίσως να ήθελε να στρέψει προς το μέρος του όλον τον καταπιεσμένο ερωτισμό ενός νεαρού κοριτσιού, ένα είδος συνδρόμου της Ηλέκτρας που παραμόνευε μέσα της αδιάθετο, και που στο πρόσωπο του Αχμέτ είχε βρει τον τέλειο αποδέκτη. Έπρεπε να περνάει περισσότερο χρόνο με τους συνομηλίκους της και λιγότερο με έναν ζοφερό μεσήλικα δίχως σκοπό στη ζωή, που την παρακολουθούσε μέσα από το βαρύ μαύρο παλτό του σαν ένα φάντασμα, ένα φάντασμα με σάρκα και αίμα.

Και κάπως έτσι, απομακρύνθηκαν. Και ο Αχμέτ, όσο κι αν δεν του άρεσε αυτό, προσπαθούσε να μην την σκέφτεται.

Αλλά τότε, κάτι άλλο άρχισε να συμβαίνει.

Σταδιακά γεννήθηκε στον Αχμέτ η αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν.

Στην αρχή ήταν πιο πολύ σαν προαίσθημα. Στη διάρκεια των ατελείωτων περιπάτων του στην πόλη, κουκουλωμένος με το χοντρό, φθαρμένο παλτό του (το είχε κρατήσει σε όλες του τις μεταμορφώσεις, μιας και ήταν από τα ελάχιστα πράγματα στην κατοχή του που παρέμενε αρχαιότερο απ’ τον ίδιο), καθώς οι χιονονιφάδες έπεφταν αθόρυβες, χωρίς σταματημό ολόγυρά του, νόμισε ότι διέκρινε μια σκιά να κινείται σε μια γωνιά κάπου πλάι του. Δεν έδωσε σημασία. Η Ιστανμπούλ είναι πολυάνθρωπη πόλη, πόλη των ίσκιων και των φευγαλέων συναπαντημάτων, στα οποία ο Αχμέτ είχε μάθει να μη δίνει ιδιαίτερη σημασία. Όταν συνέβη ξανά, θεώρησε ότι ήταν ίσως ιδέα του. Ωστόσο, την τρίτη φορά, ανακλαστικά αντέδρασε. Καθώς έστρεψε να κοιτάξει, η σκιά έκανε γρήγορα πίσω, και όταν έσπευσε στο σημείο όπου την είχε δει, σκύβοντας για να διακρίνει καλύτερα στο στενό, στριφογυριστό σοκάκι, είδε την ανθρώπινη σιλουέτα να στρίβει σε μια άλλη γωνιά. Ακολουθώντας την εκεί, με το βήμα του να ζωντανεύει, σε βαθμό που λίγες στιγμές αργότερα σχεδόν έτρεχε, το βλέμμα του τη συνέλαβε και πάλι, μέχρι που, όταν το ίδιο μοτίβο είχε επαναληφθεί μερικές φορές, έχασε τελικά τα ίχνη του διώκτη του (ή μήπως ήταν το αντίθετο, μήπως ο διώκτης ήταν ο ίδιος ο Αχμέτ;).

Αυτή η ρουτίνα άρχισε να συμβαίνει σχεδόν καθημερινά, και έπειτα από λίγο έγινε τόσο απειλητική, που ο Αχμέτ στην αρχή μείωσε κι ύστερα σταμάτησε τελείως τους περιπάτους του. Έμενε κλεισμένος στο σπίτι του, ένα αρ νουβό διαμέρισμα στην κοσμική συνοικία Νισάντασι, που το νοίκιαζε με τα τελευταία χρήματα που είχε κληρονομήσει απ’ τον εαυτό του, σκοτώνοντας τον χρόνο του διαβάζοντας, γράφοντας και παρακολουθώντας ατελείωτα τηλεοπτικές σειρές στο διαδίκτυο (παρακμιακές τουρκικές σαπουνόπερες οι περισσότερες, με θέμα τις ερωτικές κατακτήσεις των σουλτάνων ή την καταπιεσμένη αισθηματική ζωή μαντιλοφορεμένων νοικοκυρών) ώσπου αισθάνθηκε υπερβολικά κουρασμένος και εξαντλημένος, ακόμα και για να κάνει αυτά τα ελάχιστα, και παραδόθηκε στην υπνηλία, χάνοντας τις αισθήσεις του για αρκετές ώρες (και κάποτε μέρες) δίχως σταματημό. Στα μακρόσυρτα όνειρά του, η σκιά τον ακολουθούσε ξανά…

Όταν τελικά βρέθηκαν μόνοι οι δυο τους, ήταν στο παλιό κοιμητήριο.

Ήταν ένα γερασμένο μέρος, σχεδόν αρχαίο, γεμάτο αγάλματα και τάφους φτιαγμένους από φίνο μάρμαρο, παραδομένο πλέον στη φθορά και την αποσύνθεση. Πιθανότατα ήταν ένα ρωμαίικο νεκροταφείο, το μεγαλύτερο απ’ όλα στην Ιστανμπούλ, ένα παράταιρο κομμάτι μισοσάπιων μαρμάρων και οστών, φυτεμένο στο κέντρο του σύγχρονου τμήματος της Πόλης, μια λακκουβίτσα ξεχασμένου θανάτου εν μέσω λεωφόρων και ουρανοξυστών, εμπορικών κέντρων και υπερμοντέρνων τζαμιών. Εκεί συναντήθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Κάτω απ’ το άγαλμα ενός θηλυκού αγγέλου που θρηνούσε για κάποια αδιανόητη απώλεια, ξασπρισμένο από τον ήλιο αιώνων, ο Αχμέτ είδε τον διώκτη του να στέκεται ενώπιόν του, μια μορφή με ακριβώς το ίδιο ύψος και διαστάσεις με εκείνον, αλλά με ένα πρόσωπο που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει. Πάνω στο κεφάλι του άντρα, τα χαρακτηριστικά των τριών ενσαρκώσεων του Αχμέτ ανταγωνίζονταν για την πρωτοκαθεδρία, αλλά κανένα τους δεν κατάφερνε να υπερισχύσει· το αποτέλεσμα ήταν ότι το φάντασμα του Αχμέτ έμοιαζε παράξενα κενό, σάμπως στη θέση του προσώπου να έφερε ένα άγραφο χαρτί, ή μάλλον ένα χαρτί γεμάτο από μπερδεμένα ορνιθοσκαλίσματα, που κατέληγαν να θυμίζουν μουντζούρα.

«Τι θέλεις από μένα; Γιατί με ακολουθείς;» τον είχε ρωτήσει μέσα στο όνειρο ο Αχμέτ, καθώς ο τρόμος του κορυφωνόταν.

«Ήθελα να σε φέρω εδώ», είπε το φάντασμα, με μια φωνή που έμοιαζε να έρχεται από μακριά, σαν την ηχώ μιας άλλης ζωής.

«Τι εννοείς εδώ; Γιατί εδώ;»

«Εδώ είναι που θα θαφτείς, εν τέλει. Πρέπει να εισέλθεις σε έναν απ’ αυτούς τους τάφους και να σταματήσεις πια να ζεις.»

«Αλλά γιατί; Είμαι νέος ακόμα για να πεθάνω, δεν πείραξα κανέναν, γιατί με θέλεις νεκρό;» αναφώνησε ο Αχμέτ συγκλονισμένος. Όμως για κάποιον παράξενο λόγο, ήταν ανίκανος να το βάλει στα πόδια, ένιωθε τις πατούσες του κολλημένες στο έδαφος.

«Γιατί είσαι ένα φάντασμα που τυραννάς τους ανθρώπους και τον εαυτό σου. Απλά δεν το ξέρεις. Βασανίζεις την κόρη σου στον ύπνο της και στον ξύπνιο της και βασανίζεις όποιον διασταυρωθεί μαζί σου. Αυτό θα πρέπει να σταματήσει.»

«Όχι, δεν καταλαβαίνεις! Εσύ είσαι το φάντασμα! Εσύ βασάνιζες τη Ρουγιά στα όνειρά της και στον ξύπνιο της, ακολουθώντας την σαν ένα djin, σαν ένας βρικόλακας! Είσαι ένα δόλιο πνεύμα της φαντασίας! Εγώ είμαι φτιαγμένος από σάρκα και οστά!»

«Λάθος, Αχμέτ», απάντησε ήρεμα το φάντασμα. «Το αντίστροφο συμβαίνει. Απλά δεν είσαι σε θέση να το αντιληφθείς, γιατί είσαι απόλυτα διαβρωμένος. Είσαι ένα φάντασμα που έχει υπερβεί την ημερομηνία λήξης του, τον χρόνο παραμονής του στη γη».

Ο Αχμέτ συνειδητοποίησε ότι το να πασχίζει να αποδείξει σε ένα φάντασμα ότι ο ίδιος δεν ήταν φάντασμα, αποτελούσε μια προσπάθεια εντελώς παράλογη. Έτσι υποχώρησε.

«Και δηλαδή; Τι πρέπει να κάνω για να εξιλεωθώ;» ρώτησε τελικά ο Αχμέτ.

«Θα χρειαστεί να εισέλθεις σε έναν από αυτούς τους τάφους που χάσκουν, ώστε να πεθάνεις κανονικά.»

«Μα… γιατί εδώ; Γιατί σε τούτο το μέρος των απίστων; Αυτοί είναι εχθροί μας, είναι οι υποχθόνιοι Ρωμιοί, οι παλιοί κτήτορες της Πόλης, μέχρι που ο Αλλάχ τούς ξερίζωσε δια παντός από εδώ. Γιατί ανάμεσά τους;»

«Γιατί υπήρξες βλάσφημος, και πρέπει να πεθάνεις με έναν διπλό θάνατο. Ετούτοι εδώ οι τάφοι έχουν παραβιαστεί ξανά και ξανά, οι ταφόπλακες έχουν ανοιχτεί και τα οστά έχουν σκορπιστεί ολόγυρα, από γενιές θερμόαιμων, εκδικητικών Τούρκων. Έτσι, σ’ αυτό το μέρος της διαρκούς σύλησης, εσύ θα μπεις πιο εύκολα μέσα στον κόρφο της γης, γιατί ετούτο τον τόπο των ανοιγμένων μνημάτων δεν τον σέβεται κανείς, εκτός από τον ίδιο τον θάνατο.»

«Δηλαδή εκτός από το να πεθάνω, θέλεις να στερηθώ και την αξιοπρέπειά μου;»

«Αυτό ήταν δική σου επιλογή, Αχμέτ. Έζησες μια μακρά ζωή προσπαθώντας να παρακάμψεις την ανθρώπινη μοίρα, να ξεγελάσεις τον Μεγαλοδύναμο. Είχες μια τόσο παρατεταμένη ύπαρξη, που πλέον τίποτα δεν έχει απομείνει μέσα σου, και το κορμί σου δεν είναι παρά ένα σάρκινο κουφάρι, που το σέρνεις ανόρεχτα σαν σιδερένια μπάλα δεμένη με αλυσίδα. Εγώ είμαι αυτό που έχει μείνει από σένα, είσαι όμως τόσο πωρωμένος, που δεν μπορείς καν να με αναγνωρίσεις. Όταν το άδειο σου κέλυφος εισέλθει στη γη, εγώ θα κατορθώσω να ζήσω στον μεταθανάτιο κόσμο δίχως ντροπή και θα αποφύγω την αιώνια καταδίκη.»

Τώρα ο Αχμέτ ήταν γεμάτος δάκρυα. Γνωρίζοντας ότι βρισκόταν σε όνειρο, αποφάσισε να ακολουθήσει τις υποδείξεις του φαντάσματος. Εκείνο τού έγνεψε, δείχνοντας έναν πρόσφατα βεβηλωμένο τάφο, ένα μαυσωλείο του 19ου αιώνα κάποιας επιφανούς οικογένειας Ελλήνων τραπεζιτών ή εμπόρων, και με το δάχτυλό του επισήμανε μια μαρμάρινη σκάλα, η οποία, μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα, που η σκουριασμένη κλειδαριά της είχε θρυμματιστεί με μανία, οδηγούσε προς μια σκοτεινή στενωπό, εκεί όπου παραμόνευε μια βαθιά, απροσδιόριστη μαυρίλα.

Ο Αχμέτ διάβηκε την πύλη του τάφου. Μια δριμεία παγωνιά τον αγκάλιασε άξαφνα, μαζί με την αποφορά της μούχλας και της μακραίωνης κλεισούρας. Καθώς κοντοστάθηκε στο δεύτερο σκαλοπάτι της κλίμακας, γύρισε προς το φάντασμα για οδηγίες, και τότε είδε την πύλη να κλείνει με δύναμη πίσω του. Σ’ ένα σκοτάδι που έμοιαζε με τον βυθό της αβύσσου, η απόγνωση ήταν το τελευταίο πράγμα που ένιωσε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα παγερό, σκελετωμένο χέρι τον άδραξε απ’ το λαιμό κι αμέσως χάθηκε.           

Ο Αχμέτ πέθανε στον ύπνο του εκείνη τη νύχτα.

Το κορμί του βρέθηκε μέρες αργότερα, απ’ την κυρία που καθάριζε το διαμέρισμα. Κανείς δεν πήγε στην κηδεία του, ούτε και στην αποτέφρωση που ακολούθησε. Δεν είχε συντάξει διαθήκη, δεν είχε ορίσει κληρονόμους, κι έτσι το διαμέρισμα και τα λεφτά του τέθηκαν στην ιδιοκτησία της τράπεζας, η οποία αποτελούσε μέρος της κοινοπραξίας της εταιρίας αναγέννησης.

Σύντομα δεν είχε μείνει κανένα ίχνος από κείνον, καμιά απόδειξη ότι κάποτε πέρασε από τούτη τη γη.

Κύλιση στην κορυφή