Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, όπως έγραφε μερικούς αιώνες νωρίτερα ο Άγγλος ποιητής και ιερωμένος Τζον Νταν (1572-1631). Γνωστοί οι στίχοι του, όμως εγώ μερικές εβδομάδες πριν έζησα σ’ ένα μεσημεριανό όνειρο την αντιστροφή του στίχου ή μάλλον το οριστικό του σμπαράλιασμα.
Ονειρεύτηκα τα ελληνικά νησιά πως είχαν γίνει ξαφνικά άνθρωποι. Στάθηκαν στα δύο πόδια έχοντας κρατήρα για κεφάλι, χερσονήσους για χέρια, τα ακρωτήρια για νύχια και πάνω στο δέρμα τους τριχοφυΐα από πουρνάρια και σκίνα. Δεν ξέρω αν αυτό το όνειρο οφείλεται στο ότι από μικρός συνήθιζα να διαβάζω ελληνική μυθολογία, εκεί όπου συχνά έως και συχνότερα οι πατεράδες καταβρόχθιζαν τους γιους τους, οι τιτάνες πολεμούσαν με τους θεούς σε έναν άγριο πετροπόλεμο και η Πανδώρα άνοιξε ένα κουτί (πάντα σε εκείνες τις ιστορίες έφταιγε μια γυναίκα), από όπου ξεπήδησαν όλα τα βάσανα του κόσμου. Πάντως και στο δικό μου μεσημεριανό όνειρο υπήρχε φάγωμα, τσιμπούσι πραγματικό.
Αυτή η ανθρωπόνησος, λοιπόν, καθώς ξεμούδιαζε έξυνε από πάνω της και καψάλιζε τη βλάστηση: κορμούς, φύλλα, ανεμώνες του αγρού, χαμομήλια και μυριστικά βοτάνια που φύτρωναν στις απότομες πλαγιές.
Κατόπιν ξεκίνησαν επάνω στο σώμα της κι ύστερα θρόνιασαν οι μονοκαλλιέργειες του μπετόν: ξενοδοχεία, πανσιόν, ρουμλετάδικα, ρέστοραν, ταχυφαγεία, ακριβοφαγεία, πλαζ με ομπρέλες στη σειρά όπως τα λάχανα στις αυλακιές, εκτενείς πισίνες ματαιόδοξες, απολυμασμένες με χλώριο και ψευδαισθήσεις. Παραδίπλα φάνηκαν μικροαστικές γούβες και κολυμπήθρες, προκυμαίες, αεροδρόμια, ελικοδρόμια, πάρκινγκ-ξεπάρκινγκ, ταχύπλοα, αλεξίπτωτα, συνεργεία, βενζινάδικα, τατουαζάδικα, ντεσιμπελάδικα, στριπτιζάδικα κι άλλα πολλά.
Στο μεταξύ εμείς οι τουρίστες συνεχίσαμε να ερχόμαστε…
Καλώς τους! Καλώς τους!
Με τον ερχομό μας όμως άρχισαν σιγά σιγά να δραπετεύουν τα ορνίθια του ουρανού, τα αγριοκούνελα των αγρών, οι εργατικοί σκαραβαίοι από τα χώματα, τα ψάρια, τα φύκια, οι θαλάσσιες ανεμώνες, ο γαλήνιος παφλασμός. Η αύρα του πελάγους έγινε κάποια στιγμή λάβρα της πυρκαγιάς, ενώ τα πλαστικά κατέλαβαν ακτές, σπηλιές, βυθούς.
Τώρα οι κάδοι ξεχειλίζουν στους δρόμους. Οι γλάροι, οι καμπάνες των εκκλησιών και τα γκαρίσματα από τους συμπαθείς όνους ενοχλούν τους ξενύχτηδες. Το νερό λιγοστεύει, η ενέργεια ξοδεύεται μέσα από ένα ατελείωτο ρούφηγμα. Λαιμαργία των συσκευών και των ιδιοκτητών τους. Οι τζιπάρες ρουφάνε τα καύσιμα και την ηλεκτρική ενέργεια τα κλιματιστικά, οι φωτεινές επιγραφές, τα ψυγεία, τα διαδίκτυα, τα διαβόλια και τα τριβόλια.
Η ανθρωπόνησος με τον καιρό συμπεριφέρεται πια ως άνθρωπος δίχως όριο, δίχως κορεσμό και νόηση. Θα ξεκουραστώ με τα πρώτα κρύα, σκέφτεται, θα κάνω ήρεμη ζωή όταν θα μεγαλώσουν οι νύχτες, λέει, θα πάρω ανάσα τον χειμώνα…
Μόνο που ο χειμώνας δεν υπάρχει πια, γιατί όλα σιγά σιγά θα γίνουν ένα ατελείωτο σεληνιακό καλοκαίρι. Το νερό της θάλασσας θα βράζει, οι φώκιες και τα αφρόψαρα μια ανάμνηση στο ανερχόμενο βασίλειο της μέδουσας. Οι ουρανοί δίχως πουλιά, μόνο αεροπλάνα που σέρνουν πίσω τους αεροπανό με τα καινούργια real estate.
Ξύπνησα κάθιδρος.
Κανένα νησί δεν είναι άνθρωπος, αυτό σκέφτηκα κι αμέσως πήρα μια ανάσα. Η γη και η θάλασσα ξέρουν καλύτερα, κάτι τέτοιο νομίζω υπαγόρευσα στον εαυτό μου και παρηγορήθηκα.
Ζεσταινόμουν αφόρητα, μπορεί και να ’φταιγε το όνειρο. Κάποτε όταν λαχταρούσα δροσιά, βολευόμουν με δυο αντικριστά παράθυρα, ακούγοντας τα περιστέρια να γουργουρίζουν κάτω στο πάρκο.
Τώρα σηκώθηκα κι άνοιξα το κλιματιστικό.
/απληστία

