Βρήκε μια σκιά και έχει απλώσει την αρίδα της. Ανασαίνει ήρεμα και αμέριμνα. Ώρα τώρα (τι λέω; μπορεί και ώρες!), δεν έχει μετακινηθεί, δεν έχει χασμουρηθεί, δεν έχει κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι της. Μόνο πού και πού τρεμοπαίζει τα βλέφαρά της. Προφανώς ονειρεύεται. Κάτι περνάει πίσω απ’ τα κλειστά ματόφυλλα. Ένας κήπος της Εδέμ; Μια όαση ακινησίας; Το όραμα της τεμπελιάς; Πώς να είναι άραγε αυτό το όραμα; Ίσως ο εαυτός της στον καθρέφτη… Αλλά ακόμα κι αν διέθετε έναν καθρέφτη, δεν θα άνοιγε το γλαρό της μάτι να κοιτάξει.
Δεν έχει ούτε μια τόση δα ανησυχία. Δεν σκέφτεται πώς θα κερδίσει τον άρτο τον επιούσιο –ένα πιάτο φαΐ το έχει, εδώ που τα λέμε, εξασφαλισμένο–, καμία βιοτική μέριμνα δεν την αγγίζει, αλλά και καμία ανησυχία για το μέλλον. Αλήθεια, υπάρχει μέλλον ή μόνο ένα διαρκές παρόν; Έτσι κι αλλιώς δεν έχει ρολόι να μετρήσει τον χρόνο που περνάει, και το εσωτερικό της ρολόι είναι, φαίνεται, απόλυτα ξεκουρδισμένο.
Την αγγίζω με την άκρη του ποδιού μου. Κουνήσου, ζωντόβολο!
Με κοιτάζει έκπληκτη. Τι στο καλό συμβαίνει πρωί-πρωί;
Κουνήσου, της ξαναλέω.
Κάνει τον κόπο να χασμουρηθεί, ανοίγοντας μια πιθαμή στόμα. Βλέπω ως και το λαρύγγι της.
Ψιτ, φαΐ! Δεν σκοπεύεις να φας;
Α, καλά. Ξανακλείνει τα βλέφαρά της.
Με έχει γραμμένη στα παλαιότερα των υποδημάτων της. Εγώ ωστόσο αποκτώ ταχυκαρδία και μια υποψία πονοκεφάλου. Πώς είναι δυνατό να υπάρχουν όντα επί γης που να μην ενδιαφέρονται για καμιά δημιουργικότητα, καμιά παραγωγικότητα; Που αρκούνται σε αυτή την αμφίβολη εσωτερική ζωή. Με πιάνει άγχος για εκείνη, άγχος και για τις δυο μας.
Ζωντόβολο, λέω, ξεχνάς την τρομερή απολογία που έχεις να δώσεις την ημέρα της Κρίσεως; Σπαταλάς ασύδοτα τον χρόνο της ζωής σου, εκείνον που σου δόθηκε για να τον επενδύσεις σε έργα αγαθά και σωτήρια.
Σιγά μην ιδρώσει το αφτί της!
Ζωντόβολο, προσπαθώ πάλι, όλοι και όλες ερχόμαστε στον κόσμο για να αφήσουμε ένα ίχνος του εαυτού μας, μια ένδειξη ότι υπήρξαμε. Εσύ τι θα αφήσεις, αχαΐρευτη, την κουτσουλίτσα σου;
Ω, να, βλέπω τα μάτια της που ανοίγουν, για να με κοιτάξουν ήρεμα και ονειροπόλα. Διαβάζω μέσα τους: Καημένη κι εσύ! Εγώ ήρθα επί γης για να ρεμβάζω. Ούτε που μπορείς να φανταστείς τι χάρμα εικόνες περνούν πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Κάθισε κι εσύ λίγο ήσυχη…
Μα θα πάνε χαμένες όλες αυτές οι εικόνες που λες πως βλέπεις; κάνω με αγωνία. Δεν έχεις ντιπ φιλοδοξία;
Μια ελαφριά ειρωνεία βλέπω να σχηματίζεται στα μάτια που τώρα ξανακλείνουν. Θα με τρελάνει το ζωντανό.
Πες ότι αύριο πεθαίνεις! της φωνάζω. Πες ότι η σημερινή μέρα είναι η στερνή σου πάνω στη γη, και ότι αύριο πεθαίνεις οπωσδήποτε. Το έχουν πάθει πριν από σένα τόσοι και τόσες. Πίστεψε, λοιπόν, πως από τον σημερινό σου μονάχα κόπο και αγώνα εξαρτάται η σωτηρία σου ή ο κολασμός σου. Δεν θα σηκωθείς επιτέλους, ζωντόβολο;
Σηκώνεται! Τεντώνεται σχηματίζοντας ένα άψογο τρίγωνο και περπατά νωχελικά ως την άλλη μεριά του κήπου. Εκεί βρίσκει μια σκιά και απλώνει ξανά την αρίδα της με το κεφάλι γυρισμένο από την άλλη πλευρά.
/οκνηρία

