Δημήτρης Ινδαρές

«Ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία»

Ο κινηματογράφος έμοιαζε σαν να ήταν εκεί από πάντα. Οι άνθρωποι που με πήραν απ’ το χέρι και μ’ έφεραν στον κόσμο του ήταν σίγουρα οι γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν λάτρης του κινηματογράφου του δημιουργού. Η μάνα μου του αμερικάνικου. Σκέφτομαι πως ίσως για χάρη μας μοιράζονταν τον Ζακ Τατί, τον Πίτερ Σέλλερς, τον Λουί ντε Φινές, τη Μελωδία της Ευτυχίας… Και περνούσαμε όλοι υπέροχα.

Κάποια στιγμή, έφηβος πλέον, συναντήθηκα τυχαία με τον πατέρα μου στον κινηματογράφο «Ομόνοια» της Πάτρας, σε μια προβολή του Καθρέφτη, του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαμε χώρια στην ίδια ταινία. Μου συγχώρησε μάλιστα το σκασιαρχείο από το φροντιστήριο. Ήταν μια αξέχαστη στιγμή. Νομίζω πως τότε, ίσως να διέκρινε καλύτερα από εμένα το μέλλον μου.

Η ταινία που σηματοδοτεί την απόφασή μου ν’ ασχοληθώ με τον κινηματογράφο ήταν οι Δεσποινίδες του Βίλκο, του Αντρέι Βάιντα. Μαθητής Λυκείου ακόμα, στον κινηματογράφο «Πάνθεον». Λειτουργεί ακόμα. Μπήκα στην πρώτη προβολή, ώρα 4, και βγήκα μετά τα μεσάνυχτα με την απόφαση να γίνω σκηνοθέτης.

Η πρώτη ελληνική ταινία που με γοήτευσε ήταν το Happy Day του Παντελή Βούλγαρη. Ήταν και η μουσική που το συνέδεε με τον Σαββόπουλο. «Να που τώρα κι εγώ είμαι εκεί, σ’ ένα φιλμ του Παντελή», τραγουδούσε. Πόσο τρυφερά μας έκανε οικείο τον φίλο του! Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως αργότερα θα ήμουν κι εγώ σ’ ένα φιλμ του Παντελή, σαν ένας από τους βοηθούς του.

Αλλά και ο Σαββόπουλος ήταν σαν να κάνει σινεμά. Κι αυτός μας ενθάρρυνε από νωρίς, με τον δικό του τρόπο. Όπως και ο Κηλαηδόνης. Κι επίσης ο Γκάτσος, ο Ρίτσος και ο Λόρκα, και ειδικά με τον τρόπο που μας τους έμαθαν ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκις, ο Γλέζος, ο Λεοντής, ο Μαμαγκάκης.

Κάποια στιγμή ανακαλύπτεις πως όλα στη ζωή σου συνδέονται με το σινεμά. Νομίζω πως έτσι μπορείς τελικά να αναγνωρίσεις τους δασκάλους σου. Τον Κακογιάννη, τον Τζαβέλλα, τον Μαραγκό… Και ασφαλώς τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Και αργότερα τον Πανουσόπουλο, τον Περάκη, τη Μαρκετάκη, τη Λιάππα, τον Αβδελιώδη. Είχαμε την τύχη να κυκλοφορούμε ανάμεσά τους. Να τους βλέπουμε στα εργαστήρια, στο Φεστιβάλ. Να δουλεύουμε γι’ αυτούς. Να τους ζητάμε συμβουλές, τη γνώμη τους. Που πολλές φορές μας προλάβαιναν οι ίδιοι. Ο κοινός τους τόπος, μαζί με τις ιδιοτροπίες του καθενός, ήταν η δική μας ακαδημία του σινεμά, που ποτέ δυστυχώς δεν υπήρξε. Τουλάχιστον υπήρξε η «μεγάλη του γένους σχολή», η Σχολή Σταυράκου. Με παθιασμένους μάστορες κι εκεί, όπως ο Γιώργος Σκαλενάκης, ο Γιώργος Καβάγιας, ή ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο Γιάννης Σολδάτος, ο Τάκης Αντωνόπουλος, ο Σπύρος Κουκουλομάτης και άλλοι.

Βλέποντας, ρωτώντας και δοκιμάζοντας μαθαίνεις τον κινηματογράφο. Δεν πιστεύω πως τα ελάχιστα που έχω κάνει, μπροστά στα πολλά και σημαντικά άλλων συναδέλφων μου, σκιαγραφούν κάποια ιδιαίτερη ταυτότητα. Ομολογώ ότι ντρέπομαι το «μια ταινία του…». Το βρίσκω υπερβολικό και άκομψο απέναντι στους συντελεστές. Μια σημαντική προσωπική γραφή είναι αναγνωρίσιμη. Ευγνωμονώ τους συνεργάτες, τους ηθοποιούς, τους χρηματοδότες. Χωρίς τη δική τους βοήθεια τα όνειρά μας δεν θα γίνονταν ούτε βιβλία. Και βέβαια την ίδια τη ζωή. Αυτή μας ψιθυρίζει τα θέματα, όπως και τη στιγμή και τον τρόπο που θα τα αφηγηθούμε. Αυτή κρίνει στην ουσία αν και πότε είναι κάτι να γίνει.

Εμμέσως, το είπαμε και πιο πάνω: Ο κινηματογράφος ως τρόπος, μοιάζει πολύ με τα όνειρα και την ποίηση. Με το ίδιο υλικό και ανάλογους μηχανισμούς κινούνται όλα. Έτσι είναι βέβαιο πως είτε στον 19ο είτε στον 20ό ως και τον 21ο αιώνα, η τέχνη μας θα ισορροπεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία, αναζητώντας παραμυθία στη σκληρή πραγματικότητα και γυρεύοντας κάτι πέρα από την παραίσθηση, ένα νέο νόημα στις ρωγμές της.

Χωρίς γλώσσα, η εικόνα δεν βγάζει νόημα. Ωραίο το τσιτάτο «μια εικόνα, χίλιες λέξεις», αλλά ποιες λέξεις; Η εικόνα πρέπει να συνδεθεί με κάποια άλλη στο πλαίσιο κάποιας αφήγησης. Ο ίδιος ο κινηματογράφος είναι γλώσσα. Με τους δικούς της κανόνες και τη δική της ιδιαίτερη δυναμική του βλέμματος, από τη μια, και των ελλείψεων, απ’ την άλλη. Η αφαίρεση, η ελλειπτικότητα ακόμη και η ασάφεια, κάποιες φορές, μοιάζουν να πλουτίζουν αυτή τη γλώσσα. Εκεί ακριβώς είναι που το σινεμά δίνει το χέρι στον θεατή να μπει στο χορό της εμπειρίας του.

Ο θεατής είναι πάντα εκεί. Όταν αφηγείσαι, δεν μονολογείς. Πάντα σε κάποιον απευθύνεσαι. Όταν αυτό το κατ’ αρχήν φανταστικό πρόσωπο ζωντανέψει, όταν δεις ένα βλέμμα με προσοχή, με ενδιαφέρον, με συγκίνηση, με χαρά… κάτι έχεις πετύχει. Στόχος όμως είναι η ταινία να καταφέρει να δομήσει μια κοινότητα. Μόλις αγαπήσεις –ή και μισήσεις!– μια ταινία, δεν θέλεις να μοιραστείς την εμπειρία σου; Νομίζω πως η επιτυχία είναι ακριβώς αυτό: όταν μετά την προβολή γυρίσεις να κοιτάξεις τον διπλανό σου με περιέργεια και προσμονή για τα συναισθήματά του.

Στη μικρή μας Ελλάδα αγωνιζόμαστε να σταθούμε δίπλα –και συχνά απέναντι– σε μεγάλες κινηματογραφίες και άλλες αντίστοιχης κλίμακας με τη δική μας. Ζητήματα αγοράς, διανομής, γλώσσας και άλλες ιδιαιτερότητες λειτουργούν κάποτε σαν εμπόδια και κάποτε σαν πλεονεκτήματα.

Ο μύθος του ανέφικτου της κινηματογράφησης του ελληνικού φωτός, ίσως μας κρατά προσγειωμένους. Μας προστατεύει από την παράκρουση της δόξας. Χαιρόμαστε κάθε φορά με τους άξιους συναδέλφους μας που καταφέρνουν με τις ταινίες τους να ταξιδέψουν μακριά. Χαιρόμαστε που η χώρα μπορεί να λειτουργήσει σαν πλατό και να βιοποριστεί τόσος κόσμος. Πάντα όμως η αναμέτρηση του φωτός και του σκότους, του νοήματος απέναντι στο παράλογο και την παραίσθηση, θα είναι η μεγάλη πρόκληση του πολιτισμού. Η μάχη με τη βαρβαρότητα.

Και όσο και να θέλει κανείς να το αποφύγει, το σινεμά είναι και πολιτική. Ακόμη και στα πιο ανώδυνα έργα καθρεφτίζονται οι επιλογές, η στάση μας απέναντι στα πράγματα. Κι εκεί βρίσκεται και η ευθύνη μας, η ευθύνη του δημιουργού, ακόμη και ως επαγγελματία. Πόσο μάλλον που στη φάση της ωριμότητάς μας οφείλουμε ίσως να σιγουρέψουμε ένα κεφάλαιο μνήμης και συνείδησης, που πρέπει οπωσδήποτε να διασωθεί.

Κύλιση στην κορυφή