Κείμενα

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής Η ιταλική γη διατηρεί στα καθαρότατα σωθικά της τις φωνές των παλιών ποιητών της. Πατώντας το χώμα στα χωράφια της, περνώντας απ’ τα πάρκα όπου το νερό σπιθοβολάει, περπατώντας στις άμμους του

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής ΣΕΙΣΜΟΣ Ξύπνησα και το χώμα των ονείρων έλειπε κάτω απ’ το κρεβάτι μου.Μια τυφλή στήλη στάχτης ταλαντευόταν στη μέση της νύχτας,και σε ρωτάω: πέθανα;Δώσ’ μου το χέρι σου σε τούτη τη ρωγμή

Αρχή του παραμυθιού. Ήταν ένας βασιλιάς και μια μέρα φώναξε τους τρεις γιους του. «Παιδιά μου», τους είπε, «το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα. Οι τύχες των ανθρώπων αλλάζουν. Σήμερα είσ’ εσύ βασιλιάς κι αύριο είν’

Έκπληκτη η διεθνής κοινή γνώμη παρακολουθεί σε απευθείας μετάδοση στους τηλεοπτικούς της δέκτες την ανατολή ενός μεγάλου, γενναίου έθνους, το οποίο σύσσωμο ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στον ρωσικό ολοκληρωτισμό, το ουκρανικό, το έθνος που

Στον Αντώνη Σταυροπιεράκο(1960-1996) τηλόθι πάτρης Τον συνάντησα τυχαία σε καφενεδάκι της Ύδρας. Σεπτέμβιος ή Οκτώβριος του 1978, αν θυμάμαι καλά. Μόλις είχα αγοράσει από του Ελευθερουδάκη μια επιλογή από ποιήματα του Ώντεν και του Πάουντ,

Μετάφραση: Γιώτα Τεμπρίδου ΤΟ ΓΥΜΝΟ η nina κάθεται στον διάδρομο, το πρόσωπό της είναι νυσταγμένο και είναι εντελώς σιωπηλή, θέλει να είναι εντελώς σιωπηλή, κάθομαι στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα της, καθόμαστε σιωπηλές, βγάζω το τετράδιό

Μετάφραση: Ηλίας Κεφάλας ταχύτατες νεροκορφέςκύματα στο σούρουπο γραμμέςπάνω στο νερόκακογραμμένεςμε νερό κι όλο να λιγοστεύει το φως ❧ από τη μια στιγμή στην άλληη σκιά της νύχταςκηλιδωμένη με σκουρότερες σκιές κι όλο να λιγοστεύει το

Τα τελευταία παραμύθια και οι τελευταίες αγκαλιές δόθηκαν σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλείο της πόλης. Δυο μέρες μετά, όλα σταμάτησαν. Τα βαλιτσάκια των παραμυθιών και των εργαστηρίων, τα καινούργια βιβλία, τα κεντημένα φουστάνια και τα ζωγραφιστά

Ένα δάσος από σημύδες με είχε περικυκλώσει. Οι λευκοί λεπτοί κορμοί μπλέκονταν μεταξύ τους σε παράδοξους σχηματισμούς, σηκώνοντας γύρω μου έναν πυκνό φράχτη από όπου δεν μπορούσα να βρω καμία έξοδο. Ξάφνου οι σημύδες αυτές

Πρωί με ομίχλη. Δυο άντρες, γύρω στα πενήντα, με τσεκούρια στα χέρια μπροστά σ’ ένα πεσμένο μεγάλο δέντρο στη μέση ενός άδειου πάρκινγκ. Φοράνε κίτρινα γιλέκα. Το πρόσωπο του ενός κατακόκκινο, του άλλου πελιδνό. Πρώτος

Κύλιση στην κορυφή