Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Μαίρη Μικέ

Δοκιμασίες και προκλήσεις της Νεοελληνικής Φιλολογίας

Στον τίτλο της ομιλίας μου χρειάζεται να προστεθεί, στα όσα ακροθιγώς θα θίξω στη συνέχεια, στη διδασκαλία και στην έρευνα για δύο λόγους: α) κινούμαστε εντός των πανεπιστημιακών θεσμών β) είναι, κατά την αντίληψή μου, η έρευνα και η διδασκαλία άρρηκτα συνυφασμένες μεταξύ τους, αενάως αλληλοτροφοδοτούμενες.

Ας δούμε πρώτα ορισμένες από τις Δοκιμασίες της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη σημερινή εποχή.

Bρίσκονται λοιπόν σήμερα, οι λογοτεχνικές σπουδές στο περιθώριο, σε ύφεση ή σε αδιέξοδο; Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο και δεν είναι μόνο ελληνικό. Τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόχαρους καιρούς; Ή «Μέσα σε πόλεμο – φαντάσου, ελληνικά ποιήματα!» Yπάρχει λοιπόν κρίση νομιμοποίησης, την οποία διέρχεται η λογοτεχνία, γιατί δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε στους νυν και στους υποψήφιους φοιτητές και φοιτήτριές μας τους λόγους για τους οποίους αξίζει να μελετούμε λογοτεχνικά έργα; Η απάντηση η δική μου αλλά και όλων ενδεχομένως που συμμετέχουμε σ’ αυτή την Ημερίδα, μπορεί να φαντάζει αυτονόητη μέσα στην (όποια) δική μας επαγγελματική ασφάλεια. Το ζήτημα ωστόσο, κατά την αντίληψή μου, –κι εδώ πρόκειται για μια καίρια διαφοροποίηση– είναι πώς μπορεί να γίνει αυτονόητη σε νεότερα παιδιά για τις δικές τους επιλογές σπουδών;

Προς την κατεύθυνση αυτή, τα τεκμήρια της μείωσης των παιδιών στη Δευτεροβάθμια που επιλέγουν θεωρητική κατεύθυνση ή των φοιτητών στα οικεία Τμήματα με πληθώρα κενών θέσεων –και δεν ευθύνεται μόνο η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) γι’ αυτό– ενισχύουν τα παραπάνω δυσοίωνα. Η κάμψη των ανθρωπιστικών επιστημών είναι γενικευμένη αλλά και στα καθ’ ημάς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική με το βάρος του παρελθόντος να βαραίνει απελπιστικά. Αναφέρω ενδεικτικά ότι πολιτικές επιλογές κατοχύρωσαν επαγγελματικά δικαιώματα σε μια σειρά από Τμήματα της ημεδαπής, χωρίς το πρόγραμμα σπουδών τους να παρέχει κατάλληλη κι επαρκή εκπαίδευση στην κατηγορία φιλολόγων στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ02)˙ αν υπολογίζω σωστά, περισσότερα από είκοσι Τμήματα, ιδρυμένα άναρχα τα περισσότερα τη δεκαετία του 1990, χωρίς να συνοδεύονται από την (απαραίτητη) μελέτη σκοπιμότητας ανάμεσα στον αριθμό των αποφοίτων και στις δυνατότητες απορρόφησής τους, εξακολουθούν να συντηρούν χρόνιες παθογένειες, να επιζητούν λύσεις και να αυξάνουν τα προβλήματά τους με ελλείψεις στα χρόνια της κρίσης.

Αν λοιπόν η αμηχανία και το αδιέξοδο επιτείνονται, τι μπορούμε να πράξουμε, ποιες λύσεις μπορούμε να προτείνουμε και πώς μπορούμε να οργανώσουμε τη δυναμική επιστροφή μας, εφόσον φυσικά εξακολουθούμε να πιστεύουμε στην αναγκαιότητα της ύπαρξης του γνωστικού μας αντικειμένου; Πώς μπορούμε, με άλλα λόγια, να οργανώσουμε έναν αγώνα pro domo sua, να γίνουμε πειστικοί κι ελκυστικοί ώστε, εφόσον είναι δυνατόν, να θεωρηθεί ότι η μελέτη της λογοτεχνίας όχι μόνο δεν εντάσσεται ως μουσειακό έκθεμα σε ένα απομονωμένο φανταστικό μουσείο, αλλά μπορεί να αποτελέσει ζωτικό μέρος μιας καθημερινότητάς (όχι πρωτίστως, όπως εξήγησα, της δικής μας);

Περνώ έτσι στο δεύτερο υπεσχημένο μέρος της παρέμβασής μου, τις Προκλήσεις, καταθέτοντας κάποιες προτάσεις. Επειδή, όπως άλλωστε διδάσκει η ιστορία των θεσμών γενικά και των ανθρωπιστικών επιστημών πιο ειδικά, έτσι και η Νεοελληνική Φιλολογία, καθώς αλλάζει στην ιστορική πορεία του χρόνου, οφείλει να σκεφτεί για τα όρια, τις αγκυλώσεις, τις αντιστάσεις, τις περιχαρακώσεις και τα σημεία καμπής της και να ξανοιχθεί σε ευρύτερους ορίζοντες. Υπό το πρίσμα αυτό, οι σχέσεις της Νεοελληνικής Φιλολογίας με όμορες επιστήμες (ομοίως, επειδή τα όρια μεταξύ τους δεν είναι αμετακίνητα, οι όμορες επιστήμες δεν μπορεί να είναι σταθερές αλλά διαρκώς ανανεούμενες), οι εξελίξεις και οι ευρυχωρίες μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος. Σε τι συνίσταται αυτή η αλλαγή και με ποιους τρόπους μπορεί να συντελεστεί;

Με τους τρόπους που διδάσκει εδώ κι αρκετά χρόνια η μελέτη των σχέσεων και των διασταυρώσεων των πολιτισμικών προϊόντων. Για παράδειγμα, α) με άλλα λογοτεχνικά κείμενα της εθνικής αλλά και άλλων ευρωπαϊκών ή διεθνών γραμματολογικών παραδόσεων ή β) με άλλα σημασιοδοτικά συστήματα (με το σινεμά, το θέατρο, τις εικαστικές τέχνες), σε μια διαμεσική ή διακαλλιτεχνική προσέγγιση. Ωστόσο, για να αποφεύγουμε επιεικώς ολισθηρότητες και παγίδες που γεννά η αξίωση η σύγκριση για τη σύγκριση per se, ένας ασφαλής, κατά τη γνώμη μου, πλοηγός και οδηγός προσέγγισης για τα παραπάνω είναι η επιστημολογική παραδοχή μιας διπλής ιστορικότητας: Η ένταξη δηλαδή των κειμένων, των μέσων, των συστημάτων κ.ο.κ. σε ιδεολογικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα τόσο της εποχής τους, όσο και στα αντίστοιχα της δικής μας εποχής, αυτής δηλαδή που υποβάλλει το ερώτημα και συνειδητοποιεί συνάμα την κίνηση και τους μετασχηματισμούς ανάμεσα στην εποχή της γραφής και στην εποχή της ανάγνωσηςγ) το άνοιγμα στον κόσμο μέσω της ψηφιακότητας που καθιστά πεδία μέχρι πριν από μερικά χρόνια απρόσιτα (για παράδειγμα, εφημερίδες και περιοδικά) εύκολα και γρήγορα προσβάσιμα. Η ψηφιακή συνθήκη δεν έρχεται να υποκαταστήσει ή να αντικαταστήσει αλλά να συμπληρώσει, να εμπλουτίσει και να πολλαπλασιάσει. Το άνοιγμα στον σύγχρονο κόσμο είναι και σε διδακτικό επίπεδο άνοιγμα και σε σύγχρονα λογοτεχνικά δρώμενα.

Μια παρόμοια πρόταση, η οποία μπορεί να αποτυπωθεί σε προγράμματα σπουδών, διευρύνει ασφαλώς ορίζοντες και χαράσσει και άλλες επαγγελματικές προοπτικές, χωρίς τούτο να σημαίνει φυσικά ότι δεν υπηρετούνται στόχοι για τη διαμόρφωση και συγκρότηση τόσο ερευνητών όσο και φιλολόγων για τη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Απαραίτητη προϋπόθεση ωστόσο –καταλύτης θα έλεγα– για όλα τα παραπάνω είναι ότι καθίσταται επιτακτική η ανάγκη στις μέρες μας για μεγαλύτερη εμπλοκή και άσκηση φοιτητών και φοιτητριών κυρίως σε ζητήματα γραφής, ανάπτυξης επιχειρημάτων, σύνθεσης, περίληψης, καλλιέργειας του λόγου, με σεμιναριακά μαθήματα.

Αν λοιπόν η πεποίθηση για τη διάβρωση της περιχαράκωσης, της αυτοδυναμίας και της αυτάρκειας των κειμένων, όπως προκύπτει από εμφατικά και πυκνά παραδείγματα εντός του πεδίου, διευρύνεται συνεχώς, ένα κεντρικό ερώτημα που προκύπτει είναι: Μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει και διαφορετικά; Με άλλα λόγια, το λογοτεχνικό κείμενο (στις συνάφειες και τις διασταυρώσεις του, όπως ήδη ειπώθηκε), εκτός από αντικείμενο μελέτης μπορεί να μετατραπεί και σε πηγή γνώσης, μπορεί να αποτελέσει έναν παράγοντα αυτο-διαμόρφωσης και αυτογνωσίας, όχι μόνο σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο;

Η απάντηση μπορεί να είναι θετική με τους εξής όρους και προϋποθέσεις: H επισήμανση όχι μόνο το τι είναι η λογοτεχνία αλλά και στο πώς λειτουργεί είναι καίρια˙ όχι μόνο δηλαδή η διερεύνηση υφολογικών χαρακτηριστικών και αφηγηματικών τεχνικών ή ρητορικών τρόπων με τους οποίους διαμορφώνονται ιδεολογικές δεσπόζουσες, αλλά και ποια μπορεί να είναι και η λειτουργία του λογοτεχνικού κειμένου ως πολιτισμικού προϊόντος.

Με τον τρόπο αυτό, μήπως η λογοτεχνία αποκαθηλώνεται από το υπερυψωμένο βάθρο της, προσγειώνεται στην καθημερινότητα κι εμπλέκεται στις ζωές μας, τις δικές μας και των φοιτητών μας πρωτίστως; Mήπως έτσι λοιπόν αποκτά μία χρήση (όχι με εργαλειακή ή υπολογιστική πρόθεση, όπως για παράδειγμα θα λειτουργούσε ένας πίνακας δρομολογίων) οδηγώντας, ας πούμε, με τη σύνθετη ή πειραματική μορφή της, με τις ποικίλες μορφές λογοτεχνικότητάς της σε σχέσεις μεταξύ μορφής και συναισθημάτων και εντέλει σε αλληλοδιαμορφώσεις του κειμένου κατά την επαφή του με τον αναγνώστη; Aσφαλώς, ναι!

Τα ίδια περίπου άλλωστε υποστήριζε και ο Γιώργος Χειμωνάς αναθέτοντας στη λογοτεχνική ανάγνωση, εκτός από την απόλαυση, και τον ρόλο της αυτογνωσίας. «Η προσέγγιση της λογοτεχνίας –υποστήριζε– δεν είναι οπωσδήποτε και ευχάριστη. Πολύ συχνά είναι κόπος, πολλές φορές χρειάζεται να σπρώξεις, να βιάσεις τον εαυτό σου να διαβάσει αυτό το κείμενο ή το άλλο. Χρειάζεται μια κατάσταση ετοιμότητας –μιλάω ειδικά για τα σημαντικά κείμενα˙ χρειάζεται μια ψυχική και πνευματική ετοιμότητα για να εξαντλήσεις όλο το κείμενο, να μη σου διαφύγει τίποτα». Με άλλα λόγια, η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος δεν ικανοποιεί απλώς κάποιες ανάγκες, αλλά μπορεί να μας προϊδεάσει για ανάγκες που δεν ξέραμε ότι είχαμε (συναισθήματα, ανάγκες, προσδοκίες) κ.ο.κ. Κατά συνέπεια, η Νεοελληνική Φιλολογία δύναται –για να επιχειρήσουμε την είσοδό μας και σε χώρους της συλλογικής αυτογνωσίας– ως κοινωνική πρακτική λόγου να θεωρηθεί ότι αναθερμαίνει συνεχώς ένα ενδιαφέρον για αξίες όχι μόνο κοινωνικές, αισθητικές αλλά και ηθικές.

Αν λοιπόν αυτή η Ημερίδα, όπως τουλάχιστον πιστεύουν όχι μόνο τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής, τα οποία κι ευχαριστώ θερμά, αλλά και όλα τα μέλη του Τομέα μας, έτσι καθώς υποδέχεται εξαιρετικούς συναδέλφους, «δεν μπορεί παρά να είναι ένα πρώτο βήμα που δεν θα εξαντλεί τα ζητήματα αλλά μπορεί (και μακάρι) να έχει συνέχεια, διάρκεια και να οδηγήσει σε γόνιμες συνθέσεις στο μέλλον», με τον χρόνο που προγραμματικά αφιερώνει σε συζητήσεις, προβληματισμούς κι αναστοχασμούς, πώς μπορεί να γίνουν ευρύτερα γνωστά τα διαλαμβανόμενα;

α) Ένα πρόσφορο πρώτο βήμα για υποψήφιους φοιτητές και φοιτήτριες που καλούνται να ακολουθήσουν ανθρωπιστικές επιστήμες είναι η περιεκτική σχετική ενημέρωσή τους από τις ιστοσελίδες των Τμημάτων, τις οποίες συνήθως επισκέπτονται β) η συζήτηση και η ενημέρωση από μας τους ίδιους εντατικά κι εξακολουθητικά αλλά και από φιλολόγους/ιστορικούς κ.ο.κ. της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για όσα μπορούν να παρέχονται σε κατά τεκμήριο «παραδοσιακά» τμήματα, για όσα μπορούν να διευρύνουν τον νου και την καλλιέργεια. Οι όποιες διεργασίες, όπως η σημερινή, δεν διεκδικούν με αυστηρά κριτήρια την περιφραγμένη ιδιοκτησία τους, δεν πρόκειται με άλλα λόγια για ιδρυματοποιημένες αρχές, αλλά αφήνουν θεωρώ αποτυπώματα σ’ έναν ευρύτερο κοινωνικό χώρο.

Αν λοιπόν είμαστε σε θέση να κατορθώσουμε αυτήν ακριβώς την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στις πανεπιστημιακές εξελίξεις και στο ευρύτερο περιβάλλον, το οποίο στην εποχή μας επιζητεί επαγγελματική κατάρτιση και οικονομική ανταποδοτικότητα, επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω τη σκέψη μου μέσα από έναν απαραίτητο, εφικτό και ίσως αισιόδοξο συνδυασμό: Η συμβολή της Νεοελληνικής Φιλολογίας, σύμφωνα και με τα παραπάνω, στην κατασκευή νέων εργασιακών ταυτοτήτων, εκτός από την ερευνητική, ακαδημαϊκή ή εκπαιδευτική στη Δευτεροβάθμια, είναι καθοριστική. Η αναγκαιότητα της χάραξης αυτών των νέων κατευθύνσεων είναι για μένα προφανής, εφόσον αφενός ο δρόμος που οδηγεί προς τη Μέση Εκπαίδευση είναι στομωμένος και οι (αραιοί και σπάνιοι) διαγωνισμοί του ΑΣΕΠ δεν αποφορτίζουν το ήδη υπερφορτωμένο τοπίο και αφετέρου σπανίζουν νέες ακαδημαϊκές/ερευνητικές θέσεις, διαπίστωση που προκύπτει μέσα από την εντατική εμπειρία μου στο πεδίο.

Ποιες λοιπόν εργασιακές ταυτότητες μπορεί να έλθουν (ή και να έχουν ήδη έλθει) στο προσκήνιο; Οι σχέσεις με τον λόγο, με την καλλιέργεια επιχειρημάτων, με βιβλία δεν αφορούν μόνο αυτάρκεις κειμενοκεντρικούς κόσμους αλλά, επιτρέψτε μου να αναφέρω απολύτως ενδεικτικά, μουσεία, πολιτιστικά ιδρύματα, βιβλιοθήκες, εκδοτικούς οίκους, διαφημιστικές εταιρείες, εφημερίδες και περιοδικά κ.ο.κ. Φυσικά οι γόνιμες διασταυρώσεις που μπορούν να γίνουν ανάμεσα στη Νεοελληνική Φιλολογία, όπως παραπάνω περιγράφηκε, ας πούμε με (αναπάντεχα;) γνωστικά πεδία όπως οικονομικά, στατιστική, διοίκηση και διαχείριση οργανισμών, πληροφορική πολλαπλασιάζουν τις εργασιακές δυνατότητες.

Στα κρίσιμα σταυροδρόμια των καιρών η Νεοελληνική Φιλολογία οφείλει, κατακτώντας νέες περιοχές της αυτοσυνειδησίας της, να αφουγκραστεί τους νέους καιρούς, να συντονιστεί με σύγχρονες προ(σ)κλήσεις, χωρίς όμως και για κανέναν λόγο να παραβλέπει στην ερευνητική διαδικασία και στις γόνιμες προσμείξεις έναν από τους κυριότερους παράγοντες ανατροφοδότησής της εντός των θεσμών, τους φοιτητές και τις φοιτήτριες.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο διαβάστηκε στην διαδικτυακή Ημερίδα που οργάνωσε ο Τομέας Νεοελληνικών και Συγκριτολογικών Σπουδών (Τμήμα Φιλολογίας, ΑΠΘ) στις 9 Δεκεμβρίου 2022, με τίτλο «Η Νεοελληνική Φιλολογία και οι προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος», αφιερωμένη στα σαράντα χρόνια από τον θάνατο του καθηγητή Λίνου Πολίτη (1906-1982).]

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή