Ζωγραφική: Antoni Tàpies

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

Δύο ποιήματα

ΚΕΝΟ ΑΕΡΟΣ

Αχ, ο κομψός ο κύριος Κίμων! Άσπρισε
Και μόνος του επισκέπτης ο γιατρός του.

Αν ήταν ποιητής, η φαντασία
Θα του προσπόριζε έναν γάτο στα πόδια του
Ή κι ένα δυο ενοχλητικά εγγόνια
Να καυγαδίζουν για τον κουμπαρά – γουρουνάκι.
Καλύτερα, έναν τόμο του Σεφέρη
Στα πόδια κάπως πιο νέας συζύγου
Που θα είχε πια αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα της,
Παιδιά είναι, ας μη δίνει σημασία,
Τις Κυριακές έτσι παγώνει κάθε ηφαίστειο,
Αφού έχει αδειάσει το πιθάρι του
Προ αιώνων πάνω στ’ άσπρα τους μαλλιά.

Μα ο κύριος Κίμων, αφού μου τηλεφώνησε,
Να μου ζητήσει ευγενικά ένα άστρο,
Αναζητεί με αβέβαιη μνήμη τη γραβάτα του,
Γνωρίζει ότι το μεταξωτό διαφέρει,
Κι όταν έλθει ο γιατρός με τον χιτώνα του
Κι εκείνο το πλασματικό βλέμμα φίλου,
Θα χρειαστεί να είναι αντάξιος του εαυτού του,
Την ώρα που με την συμβατική του ευφράδεια
Θα συνταγογραφεί εκείνος περιπάτους
Ακόμη λίγες μέρες μέσα στα δωμάτια,

Ακόμη λίγες αθόρυβες μέρες.

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ

Είναι η αγάπη μου ήσυχη.
Σαν Χριστός που κοιμάται σε φάτνη.
Όταν ξυπνάει είναι ελάχιστα ιδρωμένη
Και ψελλίζει ντροπαλά «νερό!».
Είναι αδύναμη, δεν κάνει θαύματα,
Μόνη γλιστράει σε μετάξι αθανασίας.
Λοιπόν, μπορούσε να ʼχει την ωραιότητα
Ενός πλάσματος θνητού και υδρόβιου
Που αγνοεί το φυσικό του μυστήριο
Όπως ο κύκνος πάνω στα νερά.
Κι όμως. Η αγάπη μου είναι ασχημούλα.
Φοβάται να μιλά δυνατά.
Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς
Πέρασε δίπλα του έγερση νεκρών.
Είναι η αγάπη μου ανεξάντλητη.
Κάθε χαμένο χάδι αναπληρώνει
Όπως εκείνα τα λασπερά πλασματάκια
Που αναγεννούν τα κομμένα άκρα τους.
Κι ούτε περνάει από το νου μας πως είναι
Θεοί που έχασαν τα προνόμιά τους
Αλλά όχι τους κρυφούς αιώνες τους.
Ένα στροβίλισμα εαυτού, μια μπόρα
Καταπάνω στην πέτρα που με σκέπασε
Και απ’ όπου αναβλύζει ο ουρανός.

Κύλιση στην κορυφή