ΑΛΑΓΟΝΙΑ ΤΑΫΓΕΤΟΥ
Και τώρα στέκω ν’ αγαπώ τα δευτερόλεπτα. Μ’ άγνωστη καταισχύνη. Και κάτι πεύκα.
Με το ’να μάτι στο μνήμα και τ’ άλλο στη μνήμη και το τρίτο επίσης στο μνήμα.
Αφού να χαρώ δεν μπόρεσα την αντικειμενικότατη άνοιξη
μπήκα με την μπουλντόζα μου μεσημεριάτικα στον πορτοκαλεώνα
με λόξιγκα λυγμικό ανέκαθεν ουρανόθεν μπήκα
και με τη λέξη ενδεχομένως όπως τροποποιήθηκε και ισχύει
το λαθεμένο μου ένστικτο πιστά τυφλά σκατά ακολουθώντας
και με τη λέξη ενδεχομένως όπως τροποποιήθηκε και ισχύει
ανέκρουσα ωραιότατα πρύμναν το δε καουτσούκ μου μύρισε.
Κι ο ουρανός: κατάσαρκα κι οι επιπτώσεις: αιτίες
κι οι πολεμίστρες: παράθυρα και τ’ όνειρο: όνειδος
με μια αίσθηση εμπαιγμού δίχως τεκμήρια
τεκμήρια καθόλου μονάχα μια χρυσή καρδιά
μια χαρμολύπη θλιβερή δυο μάταια μάτια και κάτι πεύκα
στα πίσω πόδια ισορροπώντας και μ’ ένα τεφρό νεφρό
λέγοντας
όχι εκλέγοντας κλαίγοντας
όχι λέοντας πλέοντας όντας και ούτω καθεξής
προτού με πάρει και με σηκώσει αυθημερόν ο υπερσυντέλικος
μην έχοντας καταφέρει απολύτως τίποτε σχεδόν
παρεκτός κάτι νυχιές στο πανωσέντονο
μην έχοντας αρχινήσει καλά καλά σχεδόν.
Έκτοτε υλακτώ μα ποιος ακούει;
Στον φάρο των φλεφάρων στον τάφο των κροτάφων οντάριο του τορόντος.
Για πού το ’βαλα πρωί πρωί μετά τον ύπνο; Όλα τα τραμ θα τα χάσω κοιτώντας τη ρολόγα μου.
Εδώ στην άβγαλτη εξίσωση στο ξέφωτο της όασης
εδώ στου διαόλου τη μάνα στα πέρατα της γης
στην όμορφη πλευρά της μπουκαπόρτας για στάσου: στη γενέτειρα
εδώ μακριά από προσώπου γης στο αλέ του αλερετούρ
όπου ήρθαμε να παραθερίσουμε και παραθεριστήκαμε
εδώ στα έγκατα στα πέρατα της γης Μαδιάμ
σε τούτο το ποδαρικό που διήρκησε για πάντα.
❧
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΣΑΦΑΡΙ
Το τσιφτετέλι του χρησμού στο εκάστοτε ελντοράντο
στο εκάστοτε της τέφρας υψωματάκι νύχτα μαζούτ
νύχτα μαζούτ νύχτα καρμπόν πίσσα κατράμι γνόφος
να κι ο παρακεντές με τη σκελέα του την καστιλιάνικη άυπνος
νάτος που υπερθεμάτιζε και ξέφρενα σιωπούσε εξωμήτριος όπως όλοι μας
να κι ο μενσεβίκος ξεμέθυστος έξω απ’ το Λογιστήριο να λάμπει διά της απουσίας ή παρουσίας του
μούφα πρελούδιο σκέτο φολκλόρ η τρεμπλίνκα μας στον απόηχο του τίποτε ή του τάχατες τίποτε
ακούγεται σκυλοκαβγάς κατά την εμβαδομέτρηση
μια ζαριά ή μια χαψιά στέκω πού να χορέψω; δε με χωράει ο χρόνος
νύχτα μαζούτ νύχτα καρμπόν πίσσα κατράμι γνόφος.
Ωραία όμως που ’ναι τελικά η ραχοκοκαλιά μου
εφτάψυχη αλαβάστρινη σαν φωσφορίζει στο απόκεντρο της αλλοκοτίας
κι ο δακρυσμένος μου πρωκτός απύθμενος
που βυσσινής φριμάζει μες στο μπαλκόνι του
κι ο διισχυρισμός μου ο αντίχριστος κάτω απ’ το υπογλώσσιο του φίμωτρο
κι η πρόβα που ’ναι παράσταση και η παράσταση πρόβα. Αμ δε.
Δε δίνουμε ολοζωής καρδιά μου πανελλήνιες
πληρώνουμε απλώς της ομορφιάς το τίμημα
στου μηδενός το ένδοξο αντιζύγι.
Φταίξιμο γίναμε ρεζίλι φταίξιμο
για την πικρή αβραβευσιά και για το χάλι της αξιοπρέπειας.
⸙⸙⸙
[Από τη συλλογή Τσακίρ κέφι, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Νεφέλη.]

