Μετάφραση: Γιάννης Παλαβός
Ο Ν.Κ. Γερμανάκος (N.C. Germanacos) γεννήθηκε στην Κύπρο το 1940. Η μητέρα του ήταν Ελληνοκύπρια και ο πατέρας του γιος Έλληνα ναυτικού από τη Μάνη που μετανάστευσε στο Κάρντιφ περί το 1890. Ο Γερμανάκος μετοίκησε στην Ουαλία σε ηλικία πέντε ετών και, έπειτα από σπουδές στην Ουαλία και στην Αγγλία, στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εγκαταστάθηκε το 1965 στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής Αγγλικών και μεταφραστής. Σε δική του μετάφραση εκδόθηκαν στα αγγλικά εμβληματικά έργα της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας, όπως η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου, η Κάθοδος των εννιά του Θανάση Βαλτινού και Η Κασσάνδρα και ο λύκος της Μαργαρίτας Καραπάνου· μάλιστα, χάρη στις ενέργειές του, η Κασσάνδρα εκδόθηκε στα αγγλικά το 1974, προτού ακόμα κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Από το 1975 μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας. Μαζί με τη σύζυγό του, την Αμερικανίδα συγγραφέα Αν Γερμανάκος, διηύθυναν επί τριάντα τρία χρόνια το «Ithaka Cultural Studies Program» στην Κάλυμνο και στην Κρήτη. Από το 2015 ο Γερμανάκος ζει στο Σαν Φρανσίσκο, ωστόσο οι δεσμοί του με την Ελλάδα παραμένουν στενοί, καθώς επισκέπτεται τακτικά το σπίτι και το αγρόκτημα που διατηρεί στην Κρήτη.
Ο Γερμανάκος δημοσίευε σποραδικά ποίηση από τη δεκαετία του ’70, ωστόσο η πρώτη του συλλογή, με τίτλο Ora et Labora (Προσεύχου και εργάζου), εκδόθηκε μόλις το 2019. Στα τέλη του 2020 κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος με ποιήματά του, με τίτλο Potshards (Όστρακα). Η ποίηση του Γερμανάκου, αντλώντας από τις ελληνικές, τις κυπριακές και τις βρετανικές του ρίζες, αποπνέει έναν γοητευτικό κοσμοπολιτισμό. Μια γελαστή και ταυτόχρονα πικρή σοφία, καρπός των περιπλανήσεων και της μακράς του πείρας της ζωής από τη δεκαετία του ’40 ως σήμερα, διαπνέει τους στίχους του. Κεντρικό του θέμα είναι ο ελληνικός πολιτισμός, αρχαίος και σύγχρονος, που προσεγγίζεται με αγάπη και χιούμορ. Το τοπίο του Αιγαίου και ευρύτερα της ανατολικής Μεσογείου –από την Κύπρο έως το Ισραήλ– είναι ο καμβάς όπου ο Γερμανάκος υφαίνει τα ευθύβολα, συχνά αφηγηματικά ποιήματά του, διάσπαρτα με αναφορές στους αρχαίους κλασικούς, τη βυζαντινή παράδοση, την αγγλική λογοτεχνία, αλλά και την πολυκύμαντη Ιστορία της περιοχής.
Ακολουθούν τρία ποιήματα από τη συλλογή Ora et Labora, εμπνευσμένα από την Ελλάδα: το πρώτο («Φεγγαρόπετρα»/«Moonstone») είναι ένα τρυφερά περιπαικτικό ποίημα με αφορμή μια φεγγαρόπετρα από μια παραλία της Πάτμου, το δεύτερο («Τον άντρα που ’ν’ στη θάλασσα»/«A man at sea») μεταπλάθει ποιητικά τη βιογραφία ενός Καλύμνιου σφουγγαρά, ενώ το τρίτο («Καρέκλες»/«Chairs») αντλεί από τη εικονογραφία των αρχαίων επιτύμβιων στηλών. Ο μεταφραστής ευχαριστεί τον Ν.Κ. Γερμανάκο για τη συμβολή του στην απόδοση των ποιημάτων.
Γ. Π.
ΦΕΓΓΑΡΟΠΕΤΡΑ
Φεγγαρόπετρα απ’ την Πάτμο
–«φεγγαρόσπερμα» την έλεγε η γυναίκα–
ιριδίζει στο μπρελόκ με τα κλειδιά του σπιτιού·
τη βρήκαμε στη Λάμπη, στην παραλία κάτω απ’ τη σπηλιά,
εκεί που ο Ιωάννης, ο παλαβο-εβραίος, ξαπόστειλε
την όμορφη την πλάση μας στις φλόγες και στην πίσσα.
Τρωγλοδύτη χλομέ, ποτέ δεν κατηφόρισες το μονοπάτι,
την ευωδιά ποτέ δεν γνώρισες
από σχίνo και πεύκο, ρίγανη και θυμάρι,
ποτέ δεν όρμησες με δρασκελιές
στο γαλανό και πράσινο νερό
να σβήσεις τη χολή σου.
Γκρινιάρη γέροντα εσύ, τη σύνταξη ποτέ σου δεν ανέλυσες
των ταπεινών πραγμάτων: σ’ έναστρη νύχτα θερινή τη ζώνη
του Ωρίωνα, μια στάλα φεγγαρόσπερμα στις πέτρες,
του παιδιού σου το πρώτο χαμόγελο. Όχι·
πύρινοι οι λόγοι σου περί της μεταφυσικής του Τέλους
στην Πάτμο τη θαλασσοφίλητη.
Παράφορε σοφέ, κόψε τις ιερεμιάδες,
ο Τειρεσίας, έστω, γίνε –
αμφίβουλος κι ανδρόγυνος
προτού κρυφτείς στον βράχο.
Γιατί, όταν η σάλπιγγα ηχεί,
ηχεί για να χορέψουμε, όχι να κολαστούμε.
Γυμνή Αφροδίτη σέρνει το βήμα –
πιάσε το χέρι της – μαζί της βάδισε
μες στη λαμπρή τη μέρα.
Φεγγαριασμένε μου τρελέ, τι στέκεις;
Έλα, πιάσε το χέρι της – πέρνα το φεγγαρόσπερμα,
πέρνα το στα κλειδιά σου,
κλειδιά σπιτιού που θα ’χτιζες
για να τήνε σπιτώσεις, μ’ ορθάνοιχτα παράθυρα
αντίκρυ στο κρασάτο πέλαγος
και στης αυγής τα ρόδινα τα χείλη.
ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ ΠΟΥ ʼΝ’ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
«Τον άντρα που ’ν’ στη θάλασσα δεν τόνε κερατώνεις»,
είπ’ ο καπετάνιος. «Δέκα καλοκαιρινά*
βουτούσαμε στ’ ανοιχτά της Μπαρμπαριάς.
Μονάχος του σκοτώθηκε, όπως σ’ τα λέω –
από ντροπή· με πιάνεις».
Τεσσάρων χρονών, ο χτύπος* ξέκανε τον πατέρα του.
Τον χώσανε στην άμμο, έξω απ’ το Μπεγκάζι,
στον λάκκο κάρφωσαν σταυρό από κουπιά.
Οι γυναίκες δεν βγαίναν για δουλειά –
πώς να τους ζήσει η μάνα του – καθάριζε
τα πλουσιόσπιτα.
Κοντόπαχος και μελαμψός, καψαλισμένος
απ’ τ’ αλάτι και τον ήλιο – στα χείλη
το χαμόγελο δειλό. Η σύζυγος
φαρδιά σαν μαούνα, μαυριδερή, νωθρή·
αγέλαστη, μια ζωή.
Οι δυο οι γιοι, σαν τον πατέρα τους σεμνοί,
το πρωί σχολείο, έπειτα βοηθούσαν.
Η γυναίκα καθάριζε το σπίτι μας –
λεφτά δεν της περίσσευαν,
ώσπου ξάφνου σταμάτησε:
έπιασε δουλειά στο πρώτο ξενοδοχείο.
Δυο καλοκαιρινά μετά,
γυρνώντας απ’ την Μπαρμπαριά, την έπιασε
με τ’ αφεντικό της. Έφυγε απ’ το σπίτι.
Πια η γυναίκα πέρναγε καμαρωτή σαν σκούνα,
όταν έβγαινε στον δρόμο.
Κι αυτός
από ντροπή δεν έδειχνε τη φάτσα στο χωριό.
«Μετά, για τέσσερις χρόνους, μάζευε λεφτά,
να βγάλουν οι γιοι του το σχολειό.
“Τους μαθαίνω γράμματα”, έλεγε,
“να τους γλιτώσω απ’ τη θάλασσα”.
Την επόμενη χρονιά
ήμασταν σουφράνο της Κάρπαθος.
Δουλέψαμε καλά στο Τούνεζι,
σφουγγάρι ατέλειωτο, κι όλοι μας ζωντανοί.
Άλλη φορά δεν βούτηξε:
τον γύρισα σε κάσα σφραγισμένη –
κουβάρι το κορμί του.
Επίτηδες το ’κανε, όπως σ’ τα λέω –
από σαράντα οργιές τον βγάλαμε –
έσκασε μες στο φόρεμα*.
Τ’ απομεινάρι του το χώσαμε –
εμείς, το τσούρμο του κι οι δυο οι γιοι του – ήρθε κι αυτή –
και, το πιστεύεις; Ούτε που δάκρυσε –
οι γιοι του τόνε κλάψανε.
Ο ένας είν’ καλόγερος στο Όρος,
ο άλλος τίναξε τα μυαλά του στο στρατό –
παλικαράκι δεκαοχτώ χρονώ.
Όπως σ’ τα λέω, ο άντρας που ’ν’ στη θάλασσα
θέ’ να βασιχτεί στη γυναίκα», είπ’ ο καπετάνιος,
κοιτώντας –μισόκλειστα τα μάτια– έν’ άλμπουρο στον πουνέντη,
μετρώντας με το ελεύθερο χέρι τις χάντρες
κεχριμπάρι το κεχριμπάρι.
ΚΑΡΕΚΛΕΣ
Πήρε καινούργιες καρέκλες, δεν της άρεσαν,
πήγε κι αγόρασε άλλες – ούτε κι αυτές της έκαναν,
πήρε άλλες τέσσερις. Μετά από καναδυό μήνες,
τις έβαλε κι αυτές στην άκρη. Έτσι πέρασε ο καιρός –χρόνια–
ώσπου το σπίτι γέρασε μαζί μας.
Η μια καρέκλα τής έρχεται μεγάλη, η άλλη βαθιά,
η τρίτη κοντή, η παράλλη ψηλή, η άλλη δεν πάει με τον καναπέ –
άσε που όλες την ενοχλούν στην πλάτη:
η καρέκλα όπου διαβάζει, γράφει, αράζει,
τρώει, κουρνιάζει – ως και το σκαμπό του μπαρ.
Το σπίτι ολόκληρο, απ’ τη σοφίτα ως το κελάρι,
είναι φίσκα – κάθε λογής και σχήμα –
ένα κουβάρι καταληπτικές καρέκλες βουβά
κραυγάζουν να τις σώσουμε, μα εγώ ένα μόνο
θέλω:
έναν μαρμάρινο δίφρο
σμιλεμένο σε μαρμάρινη στήλη,
να κάτσω επάνω του στητός,
τη δεξιά μου να της τείνω
και να της γνέψω ΧΑΙΡΕ.
Σημειώσεις του Μεταφραστή
Στο ποίημα «Τον άντρα που ’ν’ στη θάλασσα:
- «Καλοκαιρινά» ονομάζονταν τα ταξίδια που έκαναν τα σφουγγαράδικα της Καλύμνου την περίοδο Μαΐου-Οκτωβρίου· τα ταξίδια που γίνονταν κατά τους χειμερινούς μήνες λέγονταν «χειμωνικά».
- Στη διάλεκτο της Καλύμνου, «χτύπος» λέγεται η νόσος των δυτών.
- «Φόρεμα» ονομάζεται στη διάλεκτο της Καλύμνου η στολή του βουτηχτή.
