Σοφία Γεωργοβασίλη

Ελληνικός Κινηματογράφος

Στην πορεία της ζωής μου, ως ανυποψίαστη θεατής, συνάντησα πολλές ταινίες και δημιουργούς που αγάπησα (και μίσησα), και όλες τους με συγκλόνισαν και με μετακίνησαν, η καθεμία με διαφορετικό τρόπο. Από τα πρώτα μου ερεθίσματα, όπως The Goonies, My Girl και Se7en, μέχρι πιο σκληρές και καθοριστικές εμπειρίες όπως το Kids, Benny’s Video και το Caché αλλά και το σύμπαν του Χίτσκοκ και του Κιαροστάμι, της Ανιές Βαρντά και της Σαντάλ Ακερμάν – θα μπορούσα να γράφω για μέρες – όλες οι ταινίες και οι δημιουργοί τους άφησαν ένα βαθύ αποτύπωμα που με έκανε να αγαπήσω παράφορα το σινεμά.

Χαρακτηριστικά θυμάμαι να βλέπω τη Φωτογραφία του Παπατάκη και να τη θεωρώ –ακόμα– μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες που έχω δει. Θα τη βάλω δίπλα στον Δράκο του Κούνδουρου, τους Απέναντι του Πανουσόπουλου και τον Φόβο του Μανουσάκη. Αλλά και οι περισσότεροι σύγχρονοι Έλληνες κινηματογραφιστές και κινηματογραφίστριες βάζουν το λιθαράκι τους στα θεμέλια ενός σινεμά που ακόμη χτίζεται και αυτό είναι κάτι που με συγκινεί πολύ.

Αν έπρεπε να σκεφτώ μια ταινία του παγκόσμιου κινηματογράφου που αποτυπώνει τον Zeitgeist των πρώτων 25 ετών του 21ου αιώνα, θα στεκόμουν στο Caché. Γιατί, με έναν σχεδόν αόρατο αλλά ασφυκτικό τρόπο, μιλάει για την παρακολούθηση, την ενοχή και τη βία που επιστρέφει –ατομικά και συλλογικά. Είναι μια ταινία που δεν δίνει απαντήσεις αλλά εγκαθιστά μια διαρκή ανησυχία, αποτυπώνοντας έναν κόσμο όπου το βλέμμα γίνεται απειλή και η ιστορία δεν σταματάει ποτέ να μας κοιτά.

Σινεμά έμαθα όντας μπροστά από την κάμερα ως ηθοποιός, αλλά και βλέποντας πολλές ταινίες. Η κινηματογραφική μου ταυτότητα είναι κάτι που ακόμα αναζητώ, δεν είμαι σίγουρη ότι θα τη βρω ποτέ με έναν οριστικό τρόπο. Εξελίσσεται και αλλάζει παράλληλα με το δικό μου μεγάλωμα. Αυτό που με ενδιαφέρει βαθιά είναι οι άνθρωποι: να βρίσκομαι σε ομάδες όπου, όταν τελειώνει ένα γύρισμα, υπάρχει ένα ειλικρινές, βαθύ χαμόγελο για την εμπειρία που μοιραστήκαμε. Οι ιστορίες είναι αυτές που μας ενώνουν.

Οι δικές μου ιστορίες ξεκινούν συνήθως από μια μνήμη, ένα προσωπικό βίωμα, κάτι βαθύ που πολλές φορές δεν μπορώ να το βάλω σε λόγια. Σιγά-σιγά αυτό μετατρέπεται σε εικόνες που ακουμπούν σε ιστορίες άλλων ανθρώπων, σε υπαρξιακά και, αναπόφευκτα, πολιτικά ερωτήματα. Το ελληνικό φως, ο τόπος και η φύση λειτουργούν θα έλεγα ασυνείδητα μέσα σε αυτή τη διαδικασία –όχι ως φολκλόρ ή αναφορά– αλλά ως αίσθηση, ως ρυθμός, ως τρόπος να βλέπεις και να αφηγείσαι.

Παρόλο που είναι ένας πολύ δύσκολος τόπος για να κάνει κανείς σινεμά, σε όλα τα επίπεδα και κυρίως στο οικονομικό –τα χρήματα είναι λίγα και το σινεμά πια πανάκριβο– τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες από την κινηματογραφική κοινότητα –που έχει σε μεγάλο βαθμό συσπειρωθεί– και από την Πολιτεία, και ελπίζω πραγματικά να καρποφορήσουν. Ο κλάδος το έχει ανάγκη. Και ταυτόχρονα έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί εκτός συνόρων, ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό που παράγεται εδώ.

Ο όρος Weird Wave μου φαίνεται αρκετά περιοριστικός, ίσως και άδικος. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές φωνές και αισθητικές που συνυπάρχουν, δανείζονται, συνομιλούν. Όπως σε κάθε μορφή τέχνης, δεν υπάρχουν καθαρές κατηγορίες. Μια ταινία μπορεί να ανήκει σε πολλά είδη ταυτόχρονα, να απευθύνεται σε διαφορετικά κοινά και να λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα. Δεν σκέφτομαι έναν συγκεκριμένο θεατή όταν κάνω μια ταινία, αλλά με αφορά το αν αυτό που φτιάχνω μπορεί να συναντήσει κάποιον, είτε εδώ είτε οπουδήποτε αλλού.

Πιστεύω ότι το σινεμά σήμερα μπορεί να εκφράζει ταυτόχρονα συλλογικά και ατομικά οράματα, και αυτό είναι από τα πιο όμορφα και ζωντανά στοιχεία του. Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, με τις πλατφόρμες, τις σειρές και την τεχνητή νοημοσύνη να μετασχηματίζουν τον τρόπο που βλέπουμε και παράγουμε εικόνες, το σινεμά χάνει ίσως κάτι από την ιεροτελεστία του, αλλά κερδίζει νέες δυνατότητες πρόσβασης και αφήγησης. Το εύχομαι δηλαδή.

Αυτό που θα ήθελα για τον ελληνικό κινηματογράφο τα επόμενα δέκα χρόνια είναι να αποκτήσει περισσότερη σταθερότητα, ουσιαστική στήριξη και χώρο για ρίσκο. Να μπορούν οι δημιουργοί να δουλεύουν με αξιοπρέπεια, χωρίς να χάνεται η ανάγκη για αναζήτηση και προσωπική φωνή. Γιατί αυτό είναι που κάνει το σινεμά να αντέχει: οι άνθρωποι που συνεχίζουν να ψάχνουν και να αφηγούνται.

Κύλιση στην κορυφή