Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Αμαλία Μουστάκη

Για την «Ιεροτελεστία» του Χρήστου Θεοδωρίδη

Ζεις καθηλωμένος σε κοινωνικά δίκτυα και μήντια που βομβούν ακαταπαύστως. Η σιωπή θα ήταν θάνατος. Όχι ότι κι ο βόμβος είναι ζωή – ο σοσιαλ-ικός βόμβος δεν μεταφέρει πια νοήματα στο στομωμένο σου μυαλό. Παρακολουθείς την καταστροφή του κόσμου σε σλόου μόσιον και χάι ντεφινίσιον. Χαζεύεις απαθής αγγελτήρια για πολέμους και συντριβές και απώλειες και τραύματα, μόνο που είναι για τρίτους, άλλους, μακρινούς. Και ψιθυρίζεις μια μάντρα, μιαν ευχή: «Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό που συμβαίνει, κι αν συμβαίνει, δεν συμβαίνει σ’ εμένα».

Κι έπειτα βλέπεις μια παράσταση. Την Ιεροτελεστία, τη νέα δουλειά του Χρήστου Θεοδωρίδη για το Εθνικό Θέατρο. Διαρκεί 170 λεπτά. 170 λεπτά λέξεων, εικόνων, μουσικών, κινήσεων. 170 λεπτά μιας, σπάνιας για το θέατρο, απόλυτης ησυχίας, 170 λεπτά αληθινής μυσταγωγίας. Και τότε, μακριά από τον θόρυβο του πραγματικού και ψηφιακού κόσμου εκεί έξω, καταδύεσαι σε μια νέκυια απόντων και τεθνεώτων. Εμβάπτιζεσαι σε ένα πένθος, διόλου πένθιμο, λυτρωτικό μάλλον, ανακουφιστικό.

Ο αφηγηματικός πυρήνας του έργου είναι ένα χρονικό απώλειας, 300 συνεντεύξεις από την περίοδο της καραντίνας, τις οποίες ο Γάλλος Γκιγιώμ Πουά συνύφανε σε ένα συμπαγές έργο, ενώ η Ελληνίδα συνεργάτιδα του Θεοδωρίδη, Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, πρόσθεσε και τρεις ιστορίες ελληνικές. Η σκηνοθεσία χαρακτηρίζεται από οικονομία στα μέσα, λιτή κομψότητα και σωστά τοποθετημένες στιγμές έξαρσης.

Ιστορίες που σε τυλίγουν με τον ρεαλισμό τους και με τον αιφνιδιαστικό τους κλαυσίγελο. Σαν τα έργα της μεγάλης ηθογραφίας, που ιστορούν συνήθεις βίους συνηθισμένων ανθρώπων, συνηθισμένα συμβάντα, συχνά χωρίς καμιά κορύφωση· ή μάλλον με κοινή κορύφωση την απώλεια, τον θάνατο. Που αποκαλύπτεται τελικά μεγαλειώδης, ξεπροβάλλει μέσα από τον χαμηλό ορίζοντα των ανθρώπινων πράξεων. Σαν τις βραδυφλεγείς, υπόκωφες εκρήξεις στα διηγήματα του Τσέχοφ, του Παπαδιαμάντη, σαν τις τοιχογραφίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Πέραν του καλού και του κακού.

Είναι παρηγορητική παράσταση η Ιεροτελεστία. Και συγκινητική, γνήσια, επειδή η τρυφερότητά της είναι γνήσια και ζυγισμένη, διαχέεται σε όλους τους ήρωες, και διαχέεται και στους θεατές. Και παιδευτική εντέλει, σαν ντοκιμαντέρ: τελειώνοντας, ξέρεις ότι κάπως έτσι θα έρθει και το δικό σου τέλος. Είδες μια χαμηλόφωνη ελεγεία, που περιγράφει, καταγράφει, καταδεικνύει –σαν να σιγοτραγουδάει– πάθη ανθρώπων που θα μπορούσαν να ʼναι και δικά σου!

Ένας πραγματικός επιτάφιος των ματαιωμένων ελπίδων. Γιατί τι άλλο είναι ο θάνατος παρά ματαίωση των ελπίδων μας; Ελπίδων για περισσότερη ζωή, για περισσότερη αγάπη, για περισσότερη δόξα ή χρήμα, για, για, για… Και γίνεται τελικά ο θάνατος ένα πολυστρωματικό μνημείο, που αντί να σε θλίβει, έρχεται και σε τυλίγει με ομορφιά και μεγαλείο. Βλέπεις από τις χαραμάδες που αφήνουν οι πλούσιες πτυχώσεις του ροζ βελούδου, στο σκηνικό, το επέκεινα και την ίδια στιγμή θες να γραπωθείς όσο πιο σφιχτά μπορείς από τη ζωή.

Κι αν πεθάνεις –που θα πεθάνεις– τουλάχιστον να μη σβήσεις. Όπως δεν «έσβησε» κι εκείνος ο Ζωρζ του Ανδρέα Νατσιού, που μίλαγε κι έλαμπε! Κι εμείς οι τυχεροί, που ενώ νομίζαμε πως θα βλέπαμε άλλη μια παράσταση για το memento mori, ήρθε ο Θεοδωρίδης, μας πήρε από το χέρι, κι ανάμεσα στο «Une belle histoire», το «Et si tu n'existais pas» και το «I will wait for you», μάς θύμισε αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να ξεχνάμε στον λαβύρινθο του βίου. Πως το σημαντικό είναι η έλευση της αγάπης· η αναζήτηση του στοιχειώδους, του θεμελιακού. Κάποιος να σε νοιαστεί, κάποιος να σου αποκαλύψει το θαύμα, μια φεγγαρόλουστη νύχτα, μια απέραντη στιγμή αποκαλύψεως, τα επιφάνια και η χάρη τους.

Κύλιση στην κορυφή