«Υπήρχαν κι άλλα, το ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να τα πει με λέξεις»
Ρέιμοντ Κάρβερ
Για τον καναπέ ενδιαφέρθηκαν τέσσερις. Ο Γεράσιμος απάντησε στο κορίτσι. Συνεννοήθηκαν. Θα περνούσε το ίδιο απόγευμα από το σπίτι. Τον κατέβασε όπως όπως από το κλιμακοστάσιο και τον τοποθέτησε στην πρασιά, άναψε τσιγάρο και κάθισε στο μεσαίο μαξιλάρι. Φυσούσε ένας ελαφρύς αέρας φορτωμένος ζεσταμένη άσφαλτο και μυρωδιές της άνοιξης. Ακούμπησε το πρόσωπο στο μπράτσο του επίπλου, όπως έκανε παιδί. Έβλεπε τη γύρη που, όσο περνούσε η ώρα, συσσωρευόταν επάνω στο φθαρμένο βελούδο του καναπέ: το πέλος του λικνιζόταν ανεπαίσθητα κι ανάμεσα στις ίνες λαμπύριζε ολοζώντανη η κίτρινη σκόνη. Άπλωσε τα πόδια στο μικρό παρτέρι. Μερικά παλιόχορτα τού έγδαραν τον αστράγαλο. Δυο βήματα πιο κει, χωμένη ανάμεσα στα χαμομήλια, μια κουράδα σκύλου. Ζώα, σκέφτηκε.
Το κορίτσι είχε αργήσει. Άραγε, πώς θα μετέφερε τον καναπέ; Να είχε νοικιάσει κάποιο βανάκι; Χέστηκα, μονολόγησε και ξάπλωσε κανονικά. Ήταν ωραίο κορίτσι. Τουλάχιστον στη φωτογραφία προφίλ της έτσι έδειχνε. Τζέσικα, λέει. Άκου, Τζέσικα. Θα τη ρωτούσε από πού ήταν. Πέταξε μακριά το τσιγάρο κι έκλεισε τα μάτια. Μια παρέα εφήβων περνούσε από δίπλα. Ο Γεράσιμος, χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει, έκλασε δυνατά. Τα παιδιά έσκασαν στα γέλια κι απομακρύνθηκαν χειροκροτώντας. Το χειροκρότημα αντηχούσε ακόμη στ’ αφτιά του καθώς βυθιζόταν στον λήθαργο.
Ξύπνησε από τον θόρυβο. Ένα παλιό φορτηγάκι με ανοιχτή καρότσα είχε μόλις καβαλήσει το απέναντι πεζοδρόμιο. Οι πόρτες του άνοιξαν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο οδηγός, ένα ψηλό αγόρι με αχτένιστα μαλλιά και παντελόνι σωλήνα, κουνιόταν άχαρα στον ρυθμό της μουσικής, που είχε μόλις κλείσει με το σβήσιμο της μηχανής. Σμιθς, μαλάκα. Ποιος ακούει ακόμα Σμιθς; Να ʼτην. Το αγόρι άναψε τσιγάρο κι άφησε την κοπέλα του να πλησιάσει πρώτη τον Γεράσιμο. Όπως τον χαιρετούσε, το βλέμμα της εξέταζε τον καναπέ.
«Ελάτε, δοκιμάστε τον», τους είπε και σηκώθηκε.
Το κορίτσι κάθισε στην άκρη, εκεί όπου καθόταν μέχρι πριν λίγο ο Γεράσιμος, κι άπλωσε το χέρι στο μπράτσο του καναπέ χαϊδεύοντας λίγο το βελούδο του. Το αγόρι κάθισε ακριβώς δίπλα της. Αναπήδησε μια δυο φορές επάνω στα μαξιλάρια κι άπλωσε τα πόδια μπροστά.
«Ωραίος».
«Καθίστε, καθίστε κι άλλο». Είχε πάρει να σουρουπώνει. «Θα φέρω μπύρες, πίνουμε μια και μετά φορτώνετε».
Έτρεξε στο σπίτι, κατουριόταν απίστευτα. Στον γυρισμό πήρε μια εξάδα από το ψυγείο και κατέβηκε. Έχει γούστο να έφυγαν, σκέφτηκε. Όμως το ζευγάρι ήταν ακόμη εκεί, μάλιστα είχαν αγκαλιαστεί και κοιτούσαν τον ουρανό σαν να έβλεπαν τηλεόραση. Από το φορτηγάκι τους ακουγόταν χαμηλόφωνα μουσική.
«Εντελώς Κάρβερ το σκηνικό», αναφώνησε καθώς τους έδινε τις μπύρες.
Τα μάτια της Τζέσικα έλαμψαν στιγμιαία ή έτσι του φάνηκε.
«Σμιθς είναι», είπε το αγόρι. «Γαμάνε».
Ο Γεράσιμος τους σιχαινόταν. Ίσως και να σιχαινόταν αυτούς που άκουγαν Σμιθς, δεν ήταν πολύ σίγουρος.
«Κάρβερ δεν έχω ακούσει. Τι φάση; Καλός;». Σηκώθηκε κι άρχισε να λικνίζεται άχαρα όπως και πριν. Η Τζέσικα κοιτούσε κάπου αλλού. Το φως στο ισόγειο της απέναντι πολυκατοικίας είχε μόλις ανάψει.
«Καλός. Αλλά δεν χορεύεται».
Το αγόρι τώρα σιγοτραγουδούσε.
Ώσπου να τελειώσει το τραγούδι κανείς τους δεν μίλησε. Έπιναν λίγο, κάπνιζαν, δεν κοιτάζονταν. Έπειτα το κορίτσι έψαξε λίγο στην τσάντα της, έβγαλε έναν φάκελο και τον άφησε επάνω στο ανοιγμένο χαρτόκουτο της εξάδας. Ο Γεράσιμος της έγνεψε.
Την επομένη, στο αεροπλάνο, ο Γεράσιμος θα διηγιόταν την ιστορία στον συνεπιβάτη του, έναν μισομεθυσμένο μεσήλικα με παχύ μουστάκι. Θα του έλεγε πώς το αγόρι, που δεν του φαινόταν καθόλου, σήκωσε τον καναπέ και τον έβαλε μόνος του στο ημιφορτηγό. Θα του έλεγε επίσης ότι η Τζέσικα παρέμεινε αμίλητη κι ότι, φεύγοντας, άφησαν τα αποτσίγαρα βουναλάκι στην άκρη του πεζοδρομίου, δίπλα στα μισογεμάτα κουτάκια της μπύρας.

