ΓΡΑΜΜΑ
Γιάννο μου,
με συγχωρείς που σ’ άφησα τόσα χρόνια να με περιμένεις
έξω απ’ το café Journal
ξέρεις, σ’ έβαλα σε ποίημα Γιάννο μου
πως χρόνια με περιμένεις
αγέραστος, ίσως μόνο λίγο θυμωμένος
–είσαι Γιάννο μου;–
Δεν ξεχνώ τα δάκρυά σου στην Πείνα του Χαμσούν
κι αχάραγα που σε ξύπνησα γιατί χιόνι βαρύ
μου είχε φράξει την πόρτα
«ποτέ δεν θ’ αλλάξεις εσύ»
γελώντας μ’ είπες
έμαθα πως έκλεισαν το café.
Σε χαιρετώ από τους αμμόλοφους μιας μέρας
όχι όχι απ’ τους αμμόλοφους πώς μου ’ρθε;
απ’ τα πικρόχορτά της, όχι όχι απ’ τα πικρόχορτα
γέμισα το γράμμα με μουντζούρες
σε χαιρετώ απ’ το αίμα της το νερωμένο, το ξέβαθο,
το σταλωμένο
συγχώρα με που δεν σε ειδοποίησα πως δεν θα ’ρθω
Γιάννο μου,
είμαι καλά, ελπίζω κι εσύ.
❧
ΗΜΙΦΩΣ
Σιγοσβήναν τα παραμιλητά τους
οι ζητιάνοι της πλατείας Uniplatz
το χιόνι έπεφτε πυκνό
πάνω στα κεφάλια και τους ώμους
νάρκισσου ευωδιά
σπάθισε το βουερό μελίσσι
του φωτός
στο φανοστάτη που έγερνα
το λαιμό μου έφραξε εικόνα
δόμης αμπελιού μεσημεριού πατρίδας
εργάτες δειλίνιαζαν
έκλαψα
δίχως να ξέρω το γιατί.
οναχικός διαβάτης
σαν βίσονας αργά
‒το χιόνι γέμιζ’ ευθύς τα χνάρια του‒
από κρανίου τόπο ερχόταν
κοντοστάθηκε και μ’ είπε:
«Ούτ’ εγώ έχω το νερό που ξεδιψά ζωάκια
σαν κι εσένα, παρηγορήσου ωστόσο:
στα αύριο που θα ’ρθούν
θα ’σαι η τρυφερή προϊστορία».
Κι άλλοι διαβάτες πέρασαν
από πού έρχονταν πού πήγαιναν, ποιος ξέρει.
❧
Η ΑΦΕΝΤΙΑ ΤΟΥ
Μεριάστε τα χαμόκλαδα και δέστε:
Βαλτοζωή, μισοπνιγμένη άμμος
μια έρημος, η αφεντιά του.
Μάτι, αφτί κλωθογυρνάν στη γούβα
η αφεντιά του πατημένο έντομο
στην πλάτη μιας αβύσσου
ξεκοιλιασμένη πεταλίνα.
Δέστε που η καρδιά χτυπά.
❧
ΤΙ ΣΩΣΤΑ ΒΑΛΜΕΝΑ ΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΜΟΥ
ΤΙ ΒΡΑΧΩΔΕΙΣ ΦΘΟΡΕΣ
Τι σωστά βαλμένα
τα σπλάχνα μου
τι βραχώδεις φθορές
κι οι ωκεανοί ανάμεσά τους
να καταπίνουν
τις αντηχήσεις των πτώσεων
τους ιλιγγιώδεις χρωματισμούς τους
το ίζημα να φρουρούν
στα άδοξα, θνητά τους βάθη.
❧
ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ
Είμαι η μοναχική μηχανή
στη νύχτα των περβολιών
η χαλασμένη ατμάκατος
στ’ ανοιχτά της λιμνοθάλασσας
(δεμένη στο λαιμό εκείνου που περπατά αβημάτιστα στις όχθες)
το σπίτι μου είναι στοιχειωμένο από εκφωνητές ειδήσεων
τ’ αδέλφια μου νεκρά, τα παιδιά μου πήραν
τους πέρα, πέρα κάμπους της ζωής
μα έχω γέρον άντρα και δυο μικρά παιδιά
βαρύ σταμνί μου δίνει κι ένα κοντό σχοινί
(επινοημένε μου φίλε, με την παρεμβολή
των ως άνω στίχων επιθυμώ να σου προσφέρω
κουφέτα κι άγουρα μόσφιλα)
μαθαίνω πως τα παιδιά μου εργάζονται
σ’ ιδιόχειρες βιοτεχνίες παραγωγής χαράς
«μείνε ήσυχη μάνα, μανούλα, μικρή μας, άβγαλτη κόρη».
Κάθομαι στο σκαλάκι της εξώπορτας ώσπου να ησυχάσει
της λύπης το κουδούνισμα στα κούφια κόκαλα του ύπνου.
❧
ΑΣΥΛΟ ΑΝΙΑΤΩΝ
ΘΑΛΑΜΟΣ 106
Το χέρι κρεμασμένο
έξω απ’ το κρεβάτι
ανάποδη κούπα η παλάμη
συν-πλην
χιλιάδες χρόνια
η έρημος
σταγόνα
σταγόνα
απλώνει στους αρμούς
στάζει σ’ ανείδωτα σπήλαια
σχηματίζονται περίτεχνοι
σταλακτίτες.
❧
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΓΙΟΙ ΚΑΙ ΚΟΡΕΣ*
Τα βράδια όταν βάζω για ύπνο τον πατέρα
στέκομαι για λίγο και κοιτώ απ’ το παράθυρό του
τη γειτονιά που απλώνεται μέχρι τα πέρα σπίτια.
Ερειπώνουν –ένα το νοίκιασε ζευγάρι Εγγλέζων–
μη και δεν σου δείξουν θέλεις δεν θέλεις
το σημάδι της εγχείρησης
από τη μια στην άλλη άκρη της κοιλιάς
«για δες πώς μ’ έκοψαν»
γεμίζουν χώματα και στάχτες οι ταράτσες
(σιγά το νέο, πού να πάρει)
στόμα κράνοιχτο στο ύψωμα
ανάποδο χωνί, αν το βλέπεις,
για τη σκόνη του πικράνεμου
γαργάρα του χρόνου.
Μια σκοτεινή μορφή τσαπίζει τον τόπο ρυθμικά
«Βουίζει το δεξί μου αφτί περίεργα
σαν κάποιος να λαχάνιασε απ’ το τσάπισμα
να εξορύσσει μια γειτονιά που χάνεται,
χάθηκε, τελειώνει. Έτσι είναι. Το νόμο
πώς ν’ αλλάξεις; Και γιατί;»
«Πατέρα σ’ εμένα είναι που μιλάς;»
«Θα γελάσεις, έχω την αίσθηση
πως εσύ είσαι που τσαπίζεις μες στες νύχτες».
⸙⸙⸙
[*Το ποίημα ανήκει στο βιβλίο Οι ερχόμενοι που θα κυκλοφορήσει φέτος από τις εκδόσεις Τεχνοδρόμιον.]

