Το Panoramic στον κινηματογράφο δηλώνει την κάμερα που στρέφεται οριζόντια (αριστερά-δεξιά) γύρω από τον άξονά της, χωρίς να μετακινείται στον χώρο. Χρησιμοποιείται για να κρύψει και να αποκαλύψει τον χώρο, να τον περιγράψει, να ακολουθήσει ένα πρόσωπο, να αφήσει ένα πρόσωπο. Μπορεί να είναι αργό, μπορεί να είναι γρήγορο.
Εμένα όμως πάντα με γοήτευε η σταθερή κάμερα. Εκείνη που δεν παρεμβαίνει, δεν κυνηγά τη δράση, αλλά στέκεται ακίνητη και αφήνει το ίδιο το κάδρο με ό,τι αυτό περιέχει να αναπνεύσει, να μιλήσει, να αποκαλύψει. Η κάμερα που εμπιστεύεται τον χωροχρόνο, αλλά και τον θεατή. Αν θυμάμαι καλά, μόνο μία φορά έχω αφήσει την κάμερα να κινηθεί πανοραμικά. Σίγουρα τότε η απόγνωση είχε χτυπήσει κόκκινο.
Η πρώτη φορά που ένιωσα τη δύναμη της «σταθερότητας» ήταν στο Stranger Than Paradise του Jim Jarmusch, στην κινηματογραφική λέσχη της γενέτειράς μου. Αργότερα, στο A Man Escaped του Robert Bresson, στην τηλεόραση του σαλονιού μας, που μου έδειξε πως η ένταση μπορεί να γεννηθεί όχι από την κίνηση, αλλά από την απόλυτη πειθαρχία της ακινησίας. Χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κύριο Γιάννη Μπακογιαννόπουλο.
Κι έπειτα ήρθαν η Αναπαράσταση του Θόδωρου Αγγελόπουλου και η Φωτογραφία του Νίκου Παπατάκη. Εκεί, η ακινησία δεν ήταν απλώς επιλογή ύφους. Ήταν μια μορφή έντασης, μια υπόγεια δόνηση που περνούσε από το κάδρο κατευθείαν στο σώμα. Σαν να μην ανήκει η ιστορία στην κάμερα, αλλά σε ό,τι υπάρχει στο πλάνο.
Μεγάλωσα και εξακολουθώ να είμαι πιστός στη σταθερή κάμερα και στη λιτότητα της αφήγησης. Ο Aki Kaurismäki και ο Roy Andersson, υπέρμαχοι της «σταθερότητας» και της οικονομίας στα εκφραστικά τους μέσα (ιδιαίτερα ο πρώτος), με αφήνουν πάντα αμήχανο με τις ιστορίες τους που εξερευνούν τις υπαρξιακές αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Να γελάσω ή να κλάψω; Τα γενικά, σταθερά, θεατρικά κάδρα του Andersson (Songs from the second floor) μου αποκάλυψαν την τραγικότητα του ανθρώπινου είδους χωρίς να χρειάζεται να δω τους ήρωες από κοντά.
Η κάμερά μου, μέχρι και σήμερα, καδράρει πάντα σταθερά το αστικό τοπίο, γιατί πάντα νιώθω λίγο σαν αρχιτέκτονας (εφηβικό απωθημένο). Σταθερά και δωρικά αρχιτεκτονικά κάδρα χωρίς προοπτική. Σπίτια, μπαλκόνια, σαλόνια, δωμάτια και τοίχοι που κλείνουν μέσα τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους χωρίς την παρουσία της φύσης, η οποία στα μάτια μου ενέχει ελευθερία και διάχυτο συναίσθημα. Η φύση κρύβει λυρισμό, ενώ το μπετόν, τα παραθυρόφυλλα και οι κλειστές πόρτες, όταν ανοίγουν, αποκαλύπτουν την αλήθεια. Ένα εσωτερικό σπιτιού μπορεί από μόνο του να πλάσει μια ιστορία, να είναι μια κοινωνική δήλωση, μια πολιτική θέση. Ένα αντικείμενο να δώσει τον διάλογο και μια θέα από το παράθυρο τη μουσική. Ο χώρος πολλές φορές φτιάχνει τον χαρακτήρα και όχι το αντίθετο.
Η ακινησία δεν έχει να κάνει μόνο με την κάμερα αλλά και με την ακινησία των ανθρώπων στο κάδρο. Δεν υπάρχει πιο δύσκολη δράση για έναν/μια ηθοποιό από την ακινησία, την παύση, τη μη δράση. Όταν γίνεται με σωστά βήματα, περιγράφει την ψυχολογία του κάθε ήρωα και της κάθε ηρωίδας σε βάθος και με ακρίβεια. Το σινεμά μας όμως δεν στέκεται. Άλλοτε με ανάλαφρο περπάτημα, άλλοτε με βήματα αγχωμένα και βιαστικά, με βήματα που βλέπουν μπροστά, κάνοντας παγκόσμιο διασκελισμό, ανοίγει τους ορίζοντες και το βλέμμα του στον κόσμο.
Και τώρα θα αλλάξει η φόρμα. Γιατί είμαι και λίγο abstract και συνειρμικός.
Μπαίνει στο γραφείο μου η παραγωγός. Μου λέει «Μπάμπη, βάλε την κάμερα στις ράγες, κάνε ένα travelling, κάνε ένα panoramic, και ο Akira κάνει, κουνήσου. Μπορεί να παίξεις και στο Netflix».
«Μα ο αλγόριθμος μου δεν θα βρει το ταίρι του μέσα στο δαιδαλώδες περιεχόμενο. Θα χαθώ μέσα στο χάος του content», απαντώ.
«Ξέρεις πόσους συνδρομητές έχει το Netflix;».
«Δεν με ενδιαφέρει», λέω εγωιστικά, «θα μείνω σταθερός. Ακίνητος. Δεν θα αφήσω τον αλγόριθμο να μου αλλάξει την αισθητική. Η γη κινείται, η κάμερα όχι.»
«Το πλάνο του μετεωρίτη ας το κάνουμε με ΑΙ». «Ναι, ο.κ», απαντώ. «Θα είναι αληθοφανές όμως; Το ξέρεις ότι το ChatGPT καταναλώνει δύο λίτρα νερό για κάθε 10-50 ερωτήσεις που απαντά. Φαντάσου πόσο νερό θέλει όταν φτιάχνει από την αρχή ένα πλάνο.» «I’ m sorry, Dave. I’m afraid I can’’t do that.» (Τα λόγια του υπολογιστή HAL 9000 στην ταινία 2001, A Space Odyssey, όταν ο αστροναύτης Dave προσπαθεί να τον απενεργοποιήσει).
«Το κοινό Μπάμπη σε νοιάζει ή όχι;» μου λέει ενώ σκύβει στο Excel της.
«Φυσικά με νοιάζει. Για τον κόσμο είναι οι ιστορίες μας. Το ατομικό μου όραμα μπορεί να γίνει συλλογικό, να βρει τους αποδέκτες του», εδώ η παραγωγός γελάει λίγο.
«Η γλώσσα, Μπάμπη;» μου λέει μετά από μια μικρή παύση. «Να είναι στα αγγλικά, Μπάμπη».
«Δεν είσαι καλά», της λέω, «εγώ δεν έχω καν proficiency. Και ξέρεις κάτι, κάποιες φορές το ελληνικό μοιάζει εξωτικό. Ας κάνουμε την ταινία σε ένα νησί. Μπορεί και να πουλήσει. Το σινεμά είναι από μόνο του παγκόσμια γλώσσα. Μακάρι να ήταν ακόμα βουβό όπως τότε που ξεκίνησε.»
«Δεν πας καλά», μου λέει και σηκώνει το τηλέφωνο να μιλήσει με τον Γάλλο συμπαραγωγό. “Oui, Babis veut que le directeur de la photographie soit français. Je l’ ai convaincu.» («Ναι, ο Μπάμπης θέλει o διευθυντής φωτογραφίας να είναι από τη Γαλλία. Τον έπεισα»). Δεν φτάνουν τα λεφτά όταν είμαστε μόνοι μας. Το ξέρω.
Εγώ δεν θα κουνήσω την κάμερα. Θα πολεμήσω το Panoramic. Θα πιστεύω στον μαγικό ρεαλισμό, στον Borges και τον Sabato. Στον σουρεαλισμό και το παράλογο. Στις αποστασιοποιημένες ερμηνείες που μου θυμίζουν Beckett. Ας χάσω το Netflix. Και ξέρετε κάτι; Τις βαριέμαι τις σειρές που εξαντλούνται μετά την πρώτη σεζόν. Και δεν μου αρέσει να παραγγέλνω πίτσες για να δω το 38ο επεισόδιο. Αν θες πίτσα, πήγαινε στην πιτσαρία.
Οι ταινίες είναι για τις αίθουσες, λέω στον αιθουσάρχη που μαγικά εμφανίζεται στο γραφείο μου.
Με ρωτάει για την προβολή της δικής μου ταινίας που έγινε σήμερα: «Φίλους δεν έχεις, Μπάμπη;»
«Έχω» του λέω, «αλλά ήρθανε όλοι στην πρεμιέρα».

