Αλαζονεία, οίηση, υπεροψία, ξιπασιά, έπαρση, κομπορρημοσύνη. Καθένα από τα συνώνυμα αυτά αποτελεί μια μικρή παραλλαγή εκείνου που ακούει στο όνομα του προηγούμενου και δεν απέχει παρά ελάχιστα από το επόμενο. Μένουν στην ίδια μονοκατοικία οι έξι λέξεις, στενές συγγενείς η μία της άλλης. Και θα μπορούσαν άνετα να μετακομίσουν από τον κατάλογο των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων όπου κατοικοεδρεύει η πρώτη, σε έναν οποιονδήποτε κατάλογο ανθρώπινων ιδιοτήτων, όχι ενός οποιουδήποτε ανθρώπου χωρίς ιδιότητες, αλλά του ανθρώπου με ιδιότητες, με μία από αυτές τις ιδιότητες, ή με μία από αυτές ενώ μεταλλάσσεται στην επόμενη ή στις επόμενες. Μια όχι και τόσο απίθανη μετάλλαξη. Ας μην απατώμαστε, η αλαζονεία και τα ομώνυμά της, όπως και τα υπόλοιπα έξι από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, μπορούν να είναι κοινές ιδιότητες των ανθρώπων ή ιδιότητες των κοινών ανθρώπων. Και μπορεί να τα συναντήσει ο Καθένας ανά πάσα στιγμή, μέσα του και απέναντί του. Δεν αποτελούν καμιά εξαίρεση, καμιά ιδιαιτερότητα. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν η ενδημική συχνότητα με την οποία εμφανίζονται μέσα στον κοινωνικό ιστό πάρει επιδημική μορφή, ενώ δεν υπάρχει τίποτα που να αντισταθμίζει την αποσυνδετική τους δράση κατά την έκφρασή τους μέσα σε αυτόν.
«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Αυτή και μόνον η φράση συμπυκνώνει με τον πιο αφελή τρόπο το περιεχόμενο της αλαζονείας, αλλά και το ερώτημα του αλαζόνα. Αυτό το οποίο υποτίθεται πως ρητορικά απευθύνει στον άλλον, «πώς είναι δυνατόν να μην ξέρει ποιον έχει απέναντί του», είναι εκείνο που τον απασχολεί και εξαιτίας του οποίου, μη έχοντας πράγματι απάντηση, φουσκώνει συνεχώς ένα μπαλόνι γεμίζοντάς το με λογής-λογής φαντασιώσεις περί του «ποιος είναι». Όχι περί του ποιος πραγματικά, αλλά περί του ποιος νομίζει (και φαντάζεται) ότι είναι. Έτσι το ερώτημα υπαινίσσεται μιαν απάντηση, της οποίας το περιεχόμενο δεν είναι άλλο από τη σπουδαιότητα εκείνου που το διατυπώνει. Δεν υπάρχει κανένα μέτρο στο ερώτημα αυτό, μόνον η υπερτροφία ενός εγώ. Το παγώνι και ο γάλλος είναι δυο πουλιά που συχνά παίρνουν τη θέση εκείνου που θέτει το ερώτημα, απέναντι στο οποίο ο άλλος μένει υποτίθεται άλαλος, αφού συγκριτικά με τον ερωτώντα, και γι’ αυτόν, βρίσκεται σε θέση υποδεέστερη και δεν έχει παρά να υποκλιθεί στο μεγαλείο του. Για τον αλαζόνα, σε όποιο πεδίο και να τον συναντήσουμε, κάθε κίνηση γίνεται για να επιβεβαιώσει αυτό το μεγαλείο, τη διαφορά του από τον άλλον και τους άλλους, από τους οποίους απέχει στη φαντασίωσή του παρασάγγες. Γιατί πρόκειται βεβαίως για φαντασίωση που επιχειρεί να δώσει μια απάντηση στο ερώτημα μιας ταυτότητας, η οποία κατά βάση είναι γεμάτη κενά. Τις τρύπες αυτών των κενών επιχειρεί να σφραγίσει κάθε φαντασίωση που θεωρεί ότι απαντά στο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».
Θα ήταν εύκολο να μιλήσει κανείς εδώ, όπως και αλλού, για τα ελλείμματα σε ό,τι ονομάζουμε ναρκισσισμό. Για τα ελλείμματα εκείνου που δεν έλαβε αρκετά την προσοχή και τη φροντίδα, εκείνου στον οποίο οι τραυματισμοί, που κάθε ζωή στην πορεία της επιφέρει, άνοιξαν τις πληγές του σε χάσματα αδυνατώντας να γιατροπορευτούν στοιχειωδώς. Κι έμειναν χαίνοντα τα τραύματα να καθορίζουν το σύνολο και να κρύβονται πίσω από φαντασιώσεις περί των αντιθέτων, οι οποίες δίνουν όχι μόνον τον τόνο αλλά και την ιδέα περί της ταυτότητας. Έτσι το τραύμα γίνεται βασικό στοιχείο ταυτότητας, καλά μακιγιαρισμένο όμως πίσω από μια ιδέα μεγαλείου, πίσω από τη δυσκολία να εμπεδωθεί η αδυναμία και η ευαλωτότητα κάθε ανθρώπινου πλάσματος, ακόμη και όσων φανταζόμαστε ότι η συνθήκη της ζωής τους τα προφυλάσσει περισσότερο από αυτές. Όμως η όποια ισχύς είναι πάντοτε φαντασιακή και δεν μπορεί στην πραγματικότητα να προστατέψει κανέναν. Είναι η ασπίδα που διαρκώς στήνει ο άνθρωπος απέναντι στην αδυναμία του. Όταν πιστέψει πραγματικά στην ισχύ του, τότε αφενός ζει συνεχώς μέσα στον τρόμο της αδυναμίας του και αφετέρου στην ιδεοληψία για μια ισχύ που, ενώ είναι πάντοτε λειψή, εκείνος τη θεωρεί το οχυρό μέσα στο οποία κλείνεται, ένα οχυρό φούσκα. Τα παραδείγματα όπου αίφνης η φούσκα σκάει βρίθουν στις ιστορίες και στους μύθους της ανθρωπότητας. Μόνον ο ίδιος, και ενίοτε και κάποιοι γύρω του που μοιράζονται τη φαντασίωση, δεν μπορούν να αντιληφθούν την ευθραυστότητα της κατασκευής.
Ωστόσο, κάποια κατασκευή για τον εαυτό είναι πάντοτε απαραίτητη για τη ζωή του καθενός, μια κατασκευή για ένα εγώ το οποίο να στηρίξει τον βίο και τις αλήθειες του στο μέτρο της ζωής και της εποχής. Όταν όμως αυτή η ψυχική κατασκευή αρχίζει τα πανωσηκώματα και τις επεκτάσεις, η ζωή είναι αβίωτη τόσο στον μικρόκοσμο όσων βρίσκονται γύρω από έναν τέτοιο άνθρωπο όσο και όσων επηρεάζονται από αυτόν σε κοινωνικό επίπεδο, πολύ περισσότερο όταν συμβαδίζουν μαζί του ενισχύοντας τις απάτες και τις αυταπάτες των κατασκευών του. Η Ιστορία, με την έννοια όσων θα βρεθούν απέναντι σε μια τέτοια κατασκευή, και η Φύση ως το τελικό φράγμα του πραγματικού θα λειτουργήσουν ως τεκτονικά φαινόμενα που θα οδηγήσουν στην κατάρρευση οποιασδήποτε αντίστοιχης κατασκευής. Οι πόλεμοι είναι συχνά αποτέλεσμα της αλαζονείας όπως και οι φυσικές καταστροφές, που αναλαμβάνουν να ξεθεμελιώσουν αυτές τις κατασκευές τοποθετώντας ενδεχομένως άλλες στη θέση τους. Κάποτε αφήνουν τους ανθρώπους χωρίς οποιοδήποτε εγωτικό στήριγμα προκειμένου να οδηγηθούν σε μια νέα κατασκευή από τα συντρίμμια της προηγουμένης.
«Ψήλωσε ο νους του», λέμε για όποιον ξέφυγε σε φαντασίες (και ιδέες) πέρα από εκεί όπου μπορούν να τον πάνε τα πόδια του. Παρομοίως κάποιος «πήρε ψηλά τον αμανέ», όταν το «ύψος» και πάλι δηλώνει το υπερβάλλον και το περίσσιο. Υπερφίαλες κατασκευές, εσωτερικές και εξωτερικές, συνήθως οδηγούν στην αρχαία Ύβρη, αφού πρόκειται για σταθερές της ανθρώπινης ύπαρξης από καταβολής. Κι όταν αυτή διαπράττεται, καιροφυλαχτεί η Νέμεσις. Η δεύτερη έρχεται να τιμωρήσει την αλαζονεία των θνητών, όσων η ζωή εξαρτάται πάντα από ένα «προς εκπόρθηση» άγνωστο. Η κατάρρευση όλων των παραφουσκωμένων εγώ, όλων όσων ψήλωσαν μέσα σε φαντασιώσεις μεγαλείου, μέσα στην παράνοια και στη μανία, είναι με μαθηματική ακρίβεια το τέλος της παγίδας αυτής, στην οποία πιάνεται κάθε αλαζόνας. Γιατί μόνον ως αυτοπαγίδευση μπορεί κανείς να αντιληφθεί την αλαζονεία και τις ολιστικές κατασκευές της, αυτές που δεν ανέχονται ελλείμματα και αδυναμίες. Αυτοπαγίδευση σε μια σειρά από αρνήσεις και διαψεύσεις όλων όσων δείχνουν προς την έλλειψη και τις συνέπειές της, όλων όσων απεχθάνονται κάθε κενό. Αυτές κάθε αλαζόνας τις προσπερνάει, τις διαψεύδει, κάνει σαν να μην υπάρχουν.
Ο άλλος του αλαζόνα είναι πάντα ένας μικρός και δίχως υπόληψη άλλος. Κάποιος που είναι εκεί για να υπηρετεί τα συμφέροντα της φαντασίωσής του. Μολονότι η αλαζονεία έχει αποδέκτη και δεν γίνεται χωρίς αυτόν τον άλλον. Μπορεί δηλαδή ο αλαζόνας να τοποθετεί εαυτόν υπεράνω, αλλά υπάρχουν πάντα εκείνοι πάνω από τους οποίους υψώνεται. Χωρίς αυτούς το οικοδόμημα γκρεμίζεται ή γλιστράει οριστικά στην τρέλα, που ήδη περιέχει η φαντασιακή εγωτική κατασκευή του, καθώς αυτή κερδίζει όλο το έδαφος. Και βεβαίως οι κοινωνίες έχουν κρατημένες θέσεις για τους αλαζόνες. Είναι όλες οι θέσεις για όσους ζητούν να ξεχωρίσουν με έναν αμετάκλητο τρόπο όχι τόσο από το ανθρώπινο κοπάδι όσο από την ανθρώπινη κατάσταση. Πίσω από κάθε υπέρβαση, και η αλαζονεία είναι μια από αυτές, υπέρβαση που μπορεί να τείνει προς τη δημιουργία και την καταστροφή, η φαντασίωση της ανθρώπινης παντοδυναμίας επαίρεται και οδηγεί πέρα από κάθε όριο. Η αλαζονεία είναι μια από τις πιο ορατές αυτές υπερβάσεις και βρίσκει πεδίο δράσης μέσα στον κοινωνικό ιστό. Από την ίδια της τη σύσταση απαιτεί την παρουσία των άλλων, επάνω στους οποίους πατάει στην κυριολεξία χωρίς κανένα έλεος.
«Το να νοιάζεσαι για τον εαυτό σου και μόνο για τον εαυτό σου είναι αμαρτία που δεν έχει συγχώρεση», είναι μια φράση την οποία απευθύνει στον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος του Άαρον Άπελφελντ, Μέρες θαυμαστής διαύγειας (μετ. Μάγκυ Κοέν, Άγρα, 2023, σελ. 143.) ένας από εκείνους που συναντάει στην περιπλάνησή του μετά την έξοδό του από το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο αλαζόνας υποπίπτει σε αυτό το αμάρτημα δίχως καμιά αμφιβολία, και αν χρειάζεται τον άλλον είναι για να έχει ποιον να υποβιβάσει. Χωρίς αυτούς τους άλλους, που είτε βρίσκονται στο πλευρό του για ίδιους λόγους είτε δέχονται τον υποβιβασμό τους στο όνομα μιας φαντασίωσης ανωτερότητας του άλλου, η αλαζονεία καταρρίπτεται και ο αλαζόνας εκπίπτει. Μέχρι να επανεμφανιστεί, γιατί μια παθολογία του εγώ σαν αυτήν δεν είναι θεραπεύσιμη, καθώς από αυτήν ο ίδιος ο αλαζόνας αντλεί τη θανάσιμη απόλαυσή του και μόνον ο άλλος, αλλά εκείνος που βρίσκεται απέναντι, υποφέρει. Άλλωστε η αλαζονεία φύεται παντού, από τα πεζοδρόμια και τα άλση μέχρι τους κήπους και από τα δάση μέχρι τις ερήμους. Κατοικεί παντού και είναι παντός καιρού. Δεν αρκεί μια απλή κίνηση για να την ξεριζώσεις. Εκείνη σαν τα αυτοφυή, φυτρώνει χωρίς να την σπέρνουν. Βρίσκεται πλάι στην υποκειμενικότητα σαν μια καρκινική μορφή της, που καιροφυλαχτεί πάντα για την εξαλλαγή και τη μετάσταση.

