Τασούλα Καραγεωργίου

«η φωνή σου… μας έρχεται μακρινός / και παράταιρος ήχος τυμπάνου»

Θα ήθελα πρώτα να σχολιάσω τον τίτλο της εισήγησής μου: πρόκειται για στίχους από την ωδή του Κώστα Καρυωτάκη «Εις Ανδρέαν Κάλβον». Το ποίημα αυτό, αποτελούμενο από άψογες μετρικά και υφολογικά κάλβειες στροφές, –έξοχο δείγμα της στιχουργικής μαεστρίας του ποιητή– αναζητεί την αυθεντική φωνή της πατρίδας μέσα στον ορυμαγδό της οργής και της θλίψης για τη μικρασιατική τραγωδία. Μέσα στη δίνη δηλαδή αυτής της ζοφερής για τον τόπο ιστορικής πραγματικότητας και ενώ και πάλι ἀπέσβετο τὸ λάλον ὕδωρ, ο Καρυωτάκης, μολονότι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της χαμηλόφωνης τέχνης, αποζητάει στο έργο του Ανδρέα Κάλβου, γνήσιου εκφραστή της υψηλής ποίησης, ως παραμυθία και φάρμακο «τη λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα».
Ανάλογη έκφραση γλωσσικής αγωνίας συναντάται ήδη στα χρόνια της Παλιγγενεσίας στον Διονύσιο Σολωμό των Ελεύθερων Πολιορκημένων και στο μετέωρο ερώτημα των στίχων του:  

Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ’ Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;

Σε όλες τις μεγάλες ιστορικές στιγμές κυρίαρχη είναι ως ελιξήριο ελπίδας η αγωνιώδης αναζήτηση της γνήσιας φωνής του ελληνισμού που έχει χαθεί ή παραμορφωθεί, όπως ο ήχος ο παράταιρος ενός τυμπάνου. Τη φωνή της πατρίδας αποζητά και ο Σεφέρης στο τρίξιμο του ξύλινου μαγγανοπήγαδου που αιφνίδια αναδεύει τα υπόγεια ύδατα της Ιστορίας.
Πρόκειται δηλαδή για κάτι άμεσο και ζωντανό, για αισθητηριακό βίωμα που δικαιώνει τον αντλημένο από τον Σαββόπουλο τίτλο της σημερινής μας εκδήλωσης. Σε όλα δηλαδή τα στραβοπατήματα της ιστορίας μας, έρχεται ως ελιξίριο η γλώσσα μας με την ποιητική δύναμη της αιωνιότητας για να μας εξαγνίσει.
Πρόκειται για την «τρομερή μας τη λαλιά», λαϊκή και λόγια, ομιλουμένη και γραπτή. Τον ηδύφωνο ήχο της επιχειρούμε σήμερα να διακρίνουμε μέσα στους παράτονους θορύβους ενός αλλοπρόσαλλου κόσμου. Είναι η γλώσσα μας που υπερέβη τα στενά όρια της καθημερινής επικοινωνίας για να γίνει, όπως υποστήριξε ο Ελύτης, «εργαλείο μαγείας και φορέας ηθικών αξιών», με επίκεντρό τους τον άνθρωπο.
Πρώιμα η μεγάλη επανάσταση της γραφής με την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας τον 6ο π.Χ. αι. παγίδευσε τα πτερωτά λόγια των δύο επών σε έναν αειθαλή ποιητικό βιότοπο. Στο γόνιμό του έδαφος ευδοκίμησε το αρμονικό μέλος της λυρικής ποίησης, «της τραγωδίας ο λόγος ο λαμπρός» με τη μεγαλειώδη άνθηση του δράματος, η ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού, θησαυροί πνευματικοί ανεκτίμητοι, που μετά από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου διαμόρφωσαν την κοινή ελληνική λαλιά που κέρδισε την παγκοσμιότητα ως η γλώσσα των Ευαγγελίων. Είναι η γλώσσα που κατά τον Καβάφη «ως μέσα στη Βακτριανή την πήγαμε και ως τους Ινδούς». Αυτή στην οποία δημιούργησαν ο Σαμοσατεύς Λουκιανός και ο Σύρος Ρωμανός ο Μελωδός.
Έτσι τα ομηρικά επίθετα αναβιώνουν στη μελική ποίηση: η καλλίσφυρος Ινώ η Λευκοθέα, θαλασσινή θεότητα της ομηρικής Οδύσσειας (ε, 333), δανείζει το στερεότυπο επίθετο στις παρθένες ακολούθους της θνητής Ανδρομάχης, του πολύστιχου εκείνου αποσπάσματος όπου έξοχα η Σαπφώ αναπαριστά τους γάμους της αγέρωχης ηρωίδας με τον Έκτορα. Το ομηρικό επίθετο πότνια (σεβαστή) συνοδεύει διαχρονικά την Ήρα σε όλη την πορεία της αρχαίου λυρισμού. Ο ὠκύμορος Αχιλλεύς της Ιλιάδας δανείζει το χαρακτηριστικό επίθετο στο λιγόζωο κορίτσι του επιτύμβιου επιγράμματος της Ανύτης (3ος αι. π.Χ.)[1].
Τη δύναμη της γλώσσας ως οργάνου πειθούς και μαγικής παραμυθίας αναγνωρίζει ήδη ο Όμηρος στο πρόσωπο του γηραιού Νέστορα στην πρώτη ιλιαδική ραψωδία, με έναν έξοχο έπαινο για τον βασιλιά της Πύλου (η φωνή απ’ τη γλώσσα του έρρεε κι απ’ το μέλι γλυκύτερη):

ἡδυεπὴς ἀνόρουσε λιγὺς Πυλίων ἀγορητής,
τοῦ καὶ ἀπὸ γλώσσης μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή·[2]

Το ήθος της ομηρικής γλώσσας έχει πλείστες ομοιότητες με τον αξιακό κόσμο του δημοτικού τραγουδιού. Θα αρκεστούμε λόγω χρόνου σε ένα και μόνο παράδειγμα. Το στερεότυπο επίθετο με δεύτερο συνθετικό το μόρος (ετυμολογικά συνδέεται με το ρήμα μείρομαι που σημαίνει μοιράζω, και υποδηλώνει το μερίδιο του καθενός στη ζωή και στον θάνατο) απαντά στα έπη σε ποικίλες παραλλαγές: Δύσμορος, αἰνόμορος, ἄμορος, ὠκύμορος (το τελευταίο μάλιστα μετατρέπεται για τον ομηρικό Αχιλλέα σε ένα στοιχείο ταυτοτικό, συνδεδεμένο με τον επικείμενο πρόωρο θάνατό του). Εξάλλου, σε όποια παραλλαγή και αν εμφανίζονται οι λέξεις αυτές, υποδηλώνουν πάντοτε μια προδιαγεγραμμένη μοίρα θανάτου. Στο δημοτικό τραγούδι ο άμοιρος, ο κακόμοιρος ο βαρειόμοιρος, όλες λέξεις συνώνυμες ή και ταυτόσημες, της ίδιας πάντα ετυμολογικής οικογένειας με τις ομηρικές, συνδέονται επίσης με την ίδια αδήριτη μοίρα: το ίδιο μερίδιο στη ζωή και στον θάνατο. Ένα παράδειγμα:
Ποιὸς κόρην ἔχ’ ἀνύπανδρην, νὰ τὴν ʼπανδρέψʼ ἂν θέλῃ,
κάλλι’ ἂς τῆς δώσῃ γέροντα, παρὰ νεὸν ναύτην ἄνδρα.
Ὁ ναύτης ὁ βαρεόμοιρος, ὁ κακοπαθημένος,
ἂν γευματίσῃ, δὲν δειπνᾷ, ἂν στρώσῃ, δὲν κοιμᾶται.[3]

Και ένα ακόμα παράδειγμα:
Γιὰ δέτε τὰ βαρυόμοιρα, τὰ βαρυοχωρισμένα,
ποὺ δὲ φιλιῶνται ζωντανά, φιλιῶνται πεθαμμένα.[4]

Σημαντική είναι και η ένταξη αρχαίων ελληνικών λέξεων ή φράσεων στον νεοελληνικό ποιητικό λόγο, μεταφρασμένο ή πρωτότυπο, η οποία δεν πρέπει να σχετίζεται με τη λεξιθηρία ή με έναν επιδεικτικό κομπασμό. Αντίθετα, ενταγμένη φυσικά στη νεοελληνική μετάφραση, η αρχαία λέξη βγαίνει από την ακινησία μιας λεξικογραφικής αναφοράς και αναγεννιέται διευρύνοντας τον γλωσσικό μας ορίζοντα καθώς έχει εγγεγραμμένο ως απόσταγμα το πυκνό της νόημα. Είναι ένας πλούτος που η ποιητική μετάφραση τον μοιράζεται με τον αναγνώστη. Το επίθετο λ.χ. λυσιμελής, που ως στερεότυπο συνοδεύει τον έρωτα στην ποίηση της Σαπφώς και των αρχαίων λυρικών εν γένει, συναντάται στον τίτλο βιβλίου με τα ερωτικά ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου (Λυσιμελής πόθος, Διάττων 2009), αποδίδοντας την ψυχοπαθολογία του έρωτα με μόνη μια λέξη, η οποία ισοδυναμεί νοηματικά με ολόκληρη αναφορική πρόταση.
Ο Γιώργος Ιωάννου στη μετάφρασή του της Παιδικής Μούσας του Στράτωνος, καταθέτοντας αποκρυσταλλωμένη τη μεταφραστική του αντίληψη, καθιερώνει τη συστηματική χρήση των «έξεργων», όπως τα ονομάζει, στοιχείων, την ενσωμάτωση δηλαδή στη μετάφραση λέξεων ἡ φράσεων του πρωτοτύπου σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε το μεταφρασμένο κείμενο με την ορατή του διακειμενικότητα (τα έξεργα αυτά τυπώνονται με πλάγια στοιχεία) να μοιάζει σαν παλίμψηστο του κλασικού κειμένου. Για την επιλογή του αυτή ο Ιωάννου δηλώνει στο εισαγωγικό σημείωμα: «Ενίοτε και για λόγους εκφραστικούς, αφήνουμε μέσα στο μεταφρασμένο κείμενο φράσεις ή λέξεις αμετάφραστες. Είναι αυτές που τυπώθηκαν με πλάγια. Από μεταφραστικά δείγματα της δουλειάς μας αυτής, που έχουμε κατά καιρούς δώσει, διαπιστώσαμε ότι τα “έξεργα” αυτά ή μάλλον τα τριμμένα αυτά απομεινάρια που ενσωματώνονται εδώ στη νεοελληνική μετάφραση, όπως καμιά φορά συμβαίνει στις αναστηλώσεις με τις κατάφορτες χρόνο και βλέμματα παλιές πέτρες, οι λέξεις, λέγω, αυτές λειτουργούν και θέλγουν τους αναγνώστες.»[5]
Θα μου επιτρέψετε, καταθέτοντας μια προσωπική εμπειρία, να τονίσω τη μεγάλη σημασία της ενδογλωσσικής μετάφρασης στη διατήρηση σταθερής και γόνιμης γλωσσικής σχέσης με την αρχαία ελληνική ποίηση. Η μετάφραση του σωζόμενου και μεταφράσιμου έργου της Σαπφώς, της κορυφαίας ποιήτριας του αρχαϊκού λυρισμού, υπήρξε για μένα πολύτιμη μαθητεία σε ένα ιδανικό ποιητικό εργαστήρι.[6] Εξάλλου η ίδια η ποιητική δημιουργία στο σύνολό της είναι, σε τελευταία ανάλυση, μια μετάφραση.
 Από τη μαθητεία αυτή προέκυψε η πεποίθηση πως η νέα ελληνική ποίηση μπορεί να υποδεχθεί στους κόλπους της, ως φυσικές, έξοχες σαπφικές λέξεις, όπως ἀλγεσίδωρος (για τον έρωτα που κερνάει καημούς), ἰόκολπος (με τα μενεξεδένια στήθη), το χάριεν ἄλσος, τον ἀνθεμώδη μελίλωτο. Έτσι, στη μετάφραση της πρώτης στροφής της Ωδής στην Αφροδίτη π.χ. διατήρησα αυτούσια δύο σαπφικά επίθετα (ποικιλόθρονος και δολόπλοκος):

Αφροδίτη, αθάνατη εσύ, ποικιλόθρονη,
θυγατέρα του Δία δολόπλοκε,
σε ικετεύω με πίκρες και βάσανα, Δέσποινα,
την ψυχή μου να μην την παιδεύεις.

Παράλληλα, η συγγενική σχέση της σαπφικής ποίησης με το ασίγαστο ποτάμι της δημοτικής μας παράδοσης αναδεικνύει μιαν αμφίδρομη σχέση καθώς επιτρέπει να ενταχθούν στις μεταφράσεις –κυρίως των νυφιάτικων επιθαλαμίων ασμάτων– απόηχοι κοινών λέξεων και ομόλογων εκφράσεων από νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια. Περιορίζομαι σε ένα παράδειγμα: Το δημοφιλές ήδη κατά την αρχαιότητα απόσπασμα 168B της Σαπφώς, φορτισμένο στον στίχο ἔγω δὲ μόνα κατεύδω με το παράπονο για την ερωτική μοναξιά, συναντά τη γλωσσικά ομόλογη στερεότυπη έκφραση «εγώ κοιμάμαι μοναχή» σε πλείστα δημοτικά τραγούδια, όπως π.χ. στο ηπειρώτικο:

τα χιόνια τα ʼλιωσε η βροχή / κι εγώ κοιμάμαι μοναχή[7].

Έτσι προέκυψε η μετάφραση:

Βασίλεψε η σελήνη
κι η Πούλια έχει χαθεί·
μεσάνυχτα· γλιστρά ο καιρός
κι εγώ κοιμάμαι μοναχή.

Αναφέρω επίσης την περίπτωση της δεκαεννιάχρονης τρυφερής ποιήτριας Ήριννας, που έζησε περί τα μέσα του 4ου αι. π.Χ., στη μικρή Τήλο των Δωδεκανήσων. Οι θρυμματισμένοι στίχοι της Ηλακάτης (ενός επυλλίου τριακοσίων στίχων από τους οποίους σώζονται 54 περίπου) συνιστούν, μαζί με τα δύο επιγράμματα της Ήριννας από την Παλατινή Ανθολογία, θρηνητικά άσματα για την απώλεια της αγαπημένης φίλης Βαυκίδας, που πέθανε νεόνυμφη στα 19 της χρόνια.
 Στην Ηλακάτη η εκπληκτική συγγένεια με το νεοελληνικό γλωσσικό ήθος, οδηγεί τη μετάφραση σε αβίαστη απόδοση εκφράσεων, όπως ἴχνια κεῖται θερμὰ (τα χνάρια τους ζεστά βρίσκονται ακόμα) και ἄνθρακες ἤδη (=όλα έχουν γίνει στάχτη):

Για όλα αυτά, καημένη μου Βαυκίδα, βαριά στενάζω και θρηνώ
γιατί μες στην καρδιά τα χνάρια τους ζεστά βρίσκονται ακόμα·
όμως εκείνα που μας έδιναν χαρά, όλα έχουν γίνει στάχτη.[8]

Θα μου επιτρέψετε λίγες ακόμα αναφορές στον γόνιμο ρόλο της ποιητικής μετάφρασης. Το επίθετο ποικιλόδειρος (με πολύχρωμο δέρμα ή πτέρωμα) μπορεί να διατηρηθεί ατόφιο στη μετάφραση επιγράμματος της Ανύτης. Η Ανύτη πάλι, ποιήτρια του 3ου αιώνα π.Χ., έχει αντλήσει τη λέξη από τον Αλκαίο (7ος – 6ος π.Χ. αι.). Βλέπετε, η διακειμενικότητα δεν πρωτοεμφανίζεται με τον μοντερνισμό, αλλά διατρέχει το σύνολο της αρχαίας ελληνικής ποίησης. Έτσι ο ποικιλόδειρος ἔχις έγινε ποικιλόδειρη έχιδνα. Θα συμφωνήσετε ίσως πως –καθώς δεν τίθεται θέμα κατανόησης–, έχουμε εδώ την περίπτωση μιας σχεδόν φυσικής αναβίωσης της αρχαίας λέξης στον νεοελληνικό ποιητικό λόγο.
Οι υπέροχες αυτές λέξεις είναι μια δωρεά της γλωσσικής μας παράδοσης, την οποία η παραγόμενη σήμερα ποίηση καλείται να προσφέρει ως αντίδωρο στους αναγνώστες της. Ο πλούτος πρέπει να μοιράζεται.

Το πρατήριο άρτου στη γειτονιά μας επιγράφεται «μελλίρρυτον». Αναζητώντας στο λεξικό, βρήκα τη λέξη στον Πλάτωνα (οἱ ποιηταὶ… ἀπό κρηνῶν μελιρρύτων ἐκ Μουσῶν κήπων τινῶν καὶ ναπῶν δρεπόμενοι τὰ μέλη ἡμῖν φέρουσιν), αλλά και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο (μελίῤῥυτα ῥήματα τὴν καρδίαν εὐφραίνει). Στην περίπτωση αυτή η αρχαία ελληνική φράση αντιμετωπίζεται ως υβρίδιο. Αντίστοιχα, η εν πολλοίς άγνωστη Αθηναία ποιήτρια Ηδύλη (5ος αι. π.Χ.) δίνει το όνομά της σε εστιατόριο του Θησείου. Ευπρόσδεκτες βέβαια αυτές οι εγκατεσπαρμένες ως βραχονησίδες λέξεις πιο συχνά σε επιγραφές τουριστικών περιοχών. Το αίτημα όμως για λειτουργική και όχι παράταιρη σχέση με τον γλωσσικό πλούτο της αρχαίας ελληνικής παραμένει ανοικτό και εναπόκειται στη δεινά πληττόμενη σήμερα, σε παγκόσμιο αλλά και σε εθνικό επίπεδο, κλασική παιδεία να το θεραπεύσει.
Η ένταξη αρχαιοελληνικών λέξεων και εκφράσεων στο σώμα του νεοελληνικού ποιήματος είναι συχνή σε εμβληματικούς ποιητές της Γενιάς του ʼ30 (Σεφέρης[9], Ελύτης, Εμπειρίκος). Τα σχετικά δείγματα προοδευτικά αραιώνουν φθάνοντάς μέχρι τις παρυφές της γενιάς του ʼ70 (Γιάννης Κοντός[10], Νάσος Βαγενάς Γιάννης Πατίλης), και έκτοτε σταδιακά εκλείπουν.
Σήμερα, με σοβαρό ενδεχόμενο να παραμείνει ο σάκος του Μικρού Ναυτίλου κενός, θα πρότεινα να επιδοθούμε σε μια προσπάθεια επιστροφής στους μύθους και στα σύμβολα, να ανακτήσουμε τον μυστικό κώδικα επικοινωνίας που μας επέτρεπε πάντα να υπερασπιζόμαστε τουλάχιστον τα βασικά: ό,τι δηλαδή εναντιώνεται στην αλαζονεία της δύναμης, να αναγνωρίζουμε το δίπολο ύβρις και τίσις, να θυμόμαστε πως πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει, να μεταφράζουμε με άνεση τον στίχο του Αισχύλου ἀνθοῦν πέλαγος αἰγαῖον νεκροῖς, να νιώθουμε περηφάνια για την τρομερή μας τη λαλιά που είναι η αληθινή μας πατρίδα.




[1] Ἀνύτη ἡ Τεγεᾶτις, Τὰ ποιήματα, Πρόλογος -Μετάφραση – Σημειώσεις: Τασούλα Καραγεωργίου, Νίκας 2024, σ. 44.

[2] Ομήρου Ιλιάδα, Α΄ 248-249.

[3] Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίικα, Λειψία , σ. 274.

[4] Passow, ό.π., σ. 337.

[5] Στράτωνος Μούσα Παιδική, Κέδρος 1980, εισαγωγικό σημείωμα, σ. 13.

[6] Σαπφώ, Τα ποιήματα, Πρόλογος-Μετάφραση-Σημειώσεις: Τασούλα Καραγεωργίου, Κέδρος 2022.

[7] Σαπφώ, 168 B

δέδυκε μὲν ἀ σελάννα
καὶ Πληΐαδες· μέσαι δὲ
νύκτες, παρὰ δ’ ἔρχετ’ ὤρα,
ἔγω δὲ μόνα κατεύδω.

[8] Ήριννα Ηλακάτη, Πρόλογος-Μετάφραση-Σημειώσεις: Τασούλα Καραγεωργίου, Νίκας 2023, σ. 33.

[9] [α΄]

Ελικοβλέφαρη χαμογελούσα
βαθύζωνη μέσα στην τραγική γαλήνη
(Γιώργος Σεφέρης, «Νότες» για ένα ποίημα, Μάης-Ιούνιος 1946).

Σύμφωνα με το LiddellScott:

βᾰθύζωνος: -ον, βαθέως ἐζωσμένος, δηλ. οὐχὶ ὑψηλὰ καὶ ὑπὸ τὸ στῆθος (πρβλ. εὔζωνος), ἀλλὰ χαμηλὰ κατὰ τὴν ὀσφὺν ὥστε ἡ ἐσθὴς νὰ σχηματίζῃ μέγαν πτυχώδη κόλπον (πρβλ. βαθύκολπος), βαθυζώνους τε γυναῖκας Ἰλ. Θ. 594, Ὀδ. Γ. 154· ἐν ἀμφοτέροις τοῖς χωρίοις ἐπὶ ξένων γυναικῶν αἰχμαλωτισθεισῶν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων, («βαρβάρων γυναικῶν τὸ ἐπίθετον», Σχόλ. εἰς Ὀδ. ἔνθ’ ἀνωτ.)· οὕτω, βαθυζώνων … Περσίδων Αἰσχύλ. Πέρσ. 155· 

[10] Το επίθετο βαθύζωνη αξιοποιεί και ο Γιάννης Κοντός:

Βαθύζωνη,
ελικόφρυδη, σε είπε ο Όμηρος.
Μόνο για τα μικρά σου στήθη
δεν είπε τίποτα και μου τρυπάνε τα χέρια. […]
(Γιάννης Κοντός «Ο φόβος φυλάει τα έρημα», Τα απρόοπτα, 1975).

Κύλιση στην κορυφή