Στέλλα Βοσκαρίδου

Η κυπριακή διάλεκτος στην ποίηση:

Προσπαθώντας να οριοθετήσω το αντικείμενο της εισήγησής μου, ρωτάω: τι εννοούμε όταν λέμε διαλεκτική ποίηση; Σε τι αναφερόμαστε όταν λέμε διάλεκτος; Θα ακούσετε συχνά να λέγεται πως «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με στρατό και ναυτικό», φράση που έγινε ευρέως γνωστή χάρη στον γλωσσολόγο Μαξ Βάινραϊχ. Η θέση αυτή, που τονίζει τη σημασία του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου στη διάκριση ανάμεσα σε γλώσσα και διάλεκτο, στην πραγματικότητα, μας υπενθυμίζει πως και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με ολοκληρωμένους γλωσσικούς κώδικες και πως αυτό που επιβάλλει την ξεχωριστή κατάταξη και διαμορφώνει την υπόστασή τους δεν είναι το ίδιο το σώμα των γλωσσικών αυτών κωδίκων, αλλά το πλαίσιο χρήσης τους.

Ας εστιάσουμε, λοιπόν, σε αυτό που διαφοροποιεί τη διάλεκτο από την επίσημη γλώσσα. Στην περίπτωση της κυπριακής διαλέκτου: ας εντοπίσουμε το σημείο απόκλισής της από τη χρήση της κοινής νεοελληνικής. Αφού έχουμε να κάνουμε με μια μη επίσημη γλωσσική ποικιλία, έναν γλωσσικό κώδικα που δεν διδάσκεται, απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό από τον γραπτό λόγο, που για δεκαετίες δεν ευδοκιμεί στη δημόσια σφαίρα, στην πολιτική και στον ακαδημαϊκό χώρο, τότε ο κατεξοχήν άξονας πάνω στον οποίο στηρίζεται, ο κορμός πάνω στον οποίο αναπτύχθηκε το θεσπέσιο αυτό αναρριχητικό φυτό δεν είναι άλλος παρά η προφορικότητα. Το γενετικό υλικό της διαλέκτου, με άλλα λόγια η κάσα στο φορτηγάκι της, είναι γεμάτη –ξέχειλη θα έλεγα– με όσα φέρνει μαζί της η φωνή, «η τρομερή μας η λαλιά».

Μεταφερόμαστε, έτσι, σε αυτό το ερώτημα: Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τον προφορικό από τον γραπτό λόγο, ποια ιδιαίτερη κληρονομιά μας αφήνουν οι λέξεις όταν ταξιδεύουν μέσα από τη φωνή και όχι μέσα από τις σελίδες των βιβλίων; Για πολλά χρόνια κι εγώ, όπως και πολλοί μελετητές της γλώσσας, απαντούσα σε αυτό το ερώτημα εστιάζοντας στην ηχητική διάσταση του λόγου, και προσπαθώντας να τονίσω το στοιχείο της μουσικότητας που δεν είναι καθόλου ασήμαντο στο πλαίσιο που επιθυμούμε να μελετήσουμε εδώ τη σχέση μεταξύ διαλέκτου και ποίησης. Ο προφορικός λόγος, αντανακλώντας τις ανάγκες των καθημερινών μας συνομιλιών, εμφανίζει μια εντυπωσιακά μεγαλύτερη ποικιλία σε μελωδικά σχήματα από ό,τι συμβαίνει στον γραπτό λόγο. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι διαφορετικές μελωδικές φόρμες που παίρνει η γλώσσα, ή αλλιώς ο επιτονισμός, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το είδος των προτάσεων (από το αν έχουμε π.χ. κατάφαση, άρνηση, ερώτηση κ.λπ.), αλλά και από τη συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει την επικοινωνία. Εκεί που οι ανάγκες του γραπτού λόγου συνδέονται εν πολλοίς με μια πιο ψύχραιμη και υπομονετική ματιά, που καταλήγει πολύ συχνότερα σε ένα στρωτό, και κατά συνέπεια πιο περιορισμένο μελωδικό σύμπαν, οι συνθήκες που γεννούν τον προφορικό λόγο (τουτέστιν: ο διάλογος, ο αυθορμητισμός, η πηγαία ανάγκη για μοίρασμα) προκαλούν τον ομιλητή να κινηθεί επάνω σε ένα σημαντικά πλατύτερο φάσμα ήχων. Στον βαθμό που η κυπριακή διάλεκτος υπήρξε ταυτισμένη με τον προφορικό λόγο μέσα από την ιστορία της, η μουσική της διάθεση διαποτίστηκε με τρόπο καθοριστικό: Η ντοπιολαλιά μας διαμορφώθηκε ως μια πλούσια τράπεζα από μουσικά μοτίβα, ηχητικές υφές, ποικιλία θερμοκρασιών. Αν η ποίηση αποτελεί εκείνο το κειμενικό είδος που συνδέεται στενότερα με την ηχητική διάσταση της γλώσσας, μπορεί κανείς εύκολα να συμπεράνει πως η σύνδεση διαλέκτου και ποίησης δεν μπορεί παρά να αποτελεί έναν πολλά υποσχόμενο γάμο έναν γάμο με καλό, τέλος πάντων, προικοσύμφωνο. Η κασέλα της νύφης είναι γεμάτη θησαυρούς –απομένει να τους εξερευνήσει καταλλήλως ο γαμπρός, ο ποιητής δηλαδή, για να προκόψουν ως ζεύγος. Ας προσθέσω, βέβαια, εδώ πως η κατάλληλη αξιοποίηση του περιεχομένου της κασέλας, δεν είναι χωρίς σημασία στην κατάληξη της περιουσίας: με άλλα λόγια, η άντληση υλικού από τη διάλεκτο αποδίδει καρπούς όταν γίνεται με την απαιτούμενη οικονομία. Όταν, δηλαδή, οι ποιητές έχουν βρει μέσα στο κασελάκι της νύφης εργαλεία πραγματικά ταιριαστά με τις ανάγκες των γραπτών τους, υλικά κατάλληλα για να αναδείξουν το περιεχόμενο και το πνεύμα τους έργου τους.

Για να γίνει, όμως, πλήρως κατανοητή η έννοια αυτής της οικονομίας θα πρέπει να μετακινηθούμε από τα χαρακτηριστικά της διαλέκτου που εξετάσαμε μέχρι εδώ. Άφησα, ήδη, να υπονοηθεί πως η ηχητική διάσταση του προφορικού λόγου, ίσως και να μην είναι η πιο σημαντική πτυχή της προφορικότητας. Πράγματι, η παράμετρος που διαμορφώνει με τον ισχυρότερο τρόπο τα μιλήματα της φωνής είναι η χρονικότητα: η ιδιότητα δηλαδή του προφορικού λόγου να σχετίζεται με τον χρόνο και να αναφέρεται σε αυτόν: Θα μπορούσα να μιλήσω για έναν συμπυκνωμένο ενεστώτα, αφού αναφερόμαστε σε λόγο που εκπληρώνεται πάντοτε στο εδώ και τώρα. Μα πολύ φοβάμαι πως ούτε αυτή η επιλογή αποδίδει με την αναγκαία ένταση, αυτό που συμβαίνει όταν μιλάμε, όταν εμπιστευόμαστε τη λαλιά μας στον άλλον. Η φράση «έπεα πτερόεντα» που χρησιμοποιεί ο Όμηρος για να χαρακτηρίσει τα σώματα του προφορικού λόγου, αντανακλά με τον ιδανικότερο τρόπο αυτή τη συνθήκη: τα «λόγια που πετούν», τα «φτερωτά λόγια», μας υπενθυμίζουν πως κάθε φορά που απευθύνουμε τον λόγο σε κάποιον, ελευθερώνουμε ένα πουλί απ’ το κλουβί του. Τι ωραία εικόνα! Κάθε μας φώνημα κι ένα λαμπερό φτου ξελευθερία που μας ενώνει με τον πολύτιμο ακροατή μας. Καθώς, όμως, ο προφορικός λόγος εκπληρώνεται μόνο στιγμιαία και εξατμίζεται το επόμενο δευτερόλεπτο, η αναξιοπιστία, η ασυνεννοησία και η παρεξήγηση παραμονεύουν συνεχώς. Η φράση «το πουλλίν επέτασεν», που λέμε στην Κύπρο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αλληγορία για τη χαμένη ευκαιρία. Ας κάνουμε, λοιπόν, την εξίσωση: Κάθε προφορική απεύθυνση είναι δυνάμει μια χαμένη ευκαιρία το ελευθερωμένο πουλί μπορεί εύκολα να μας ξεφύγει, η επικοινωνία είναι πιθανόν, με τον προφορικό λόγο, να ματαιωθεί. Όμως εμείς επιμένουμε να μιλάμε, να δένουμε τις παρουσίες μας με το νήμα της φωνής. Δεν καταφεύγουμε διαρκώς στη λύση των γραπτών συμφωνιών και της τήρησης συμβολαίων, που θα μας έκαναν να νιώθουμε πιο ασφαλείς. Και αυτή μας η επιλογή, με όλη τη διακινδύνευση που εμπεριέχει, είναι μια επιλογή απόλυτα συνυφασμένη με την ίδια την ανθρωπινότητά μας: Μιλάμε σημαίνει εμπιστευόμαστε. Εμπιστευόμαστε παρά την αναξιοπιστία του μέσου. Άρα εμπιστευόμαστε παράφορα. Απευθύνουμε τον προφορικό λόγο σημαίνει επιλέγουμε μάρτυρες τη στιγμή της πιθανής συντριβής μας. Μέσα από τις φωνές μας γινόμαστε κοινωνοί της ίδιας συντριβής. Τα λόγια μας, και η μηδαμινή τους διάρκεια μέσα στον χρόνο, αποτελούν, ακόμα κι όταν δεν το συνειδητοποιούμε, εκφάνσεις μιας βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας, που μας κάνει να ελευθερώνουμε ξανά και ξανά το πουλί, ελπίζοντας πως δεν θα παραστρατίσει. Παράφοροι, και ερωτευμένοι με τη ζωή, κάθε φορά που μιλάμε τείνουμε ένα νεύμα προς τον άλλον, και τον καλούμε στον ενεστώτα μας. Το κάνουμε παρά το ότι γνωρίζουμε πως ο ενεστώτας αυτός θα μας εγκαταλείψει πριν προλάβουμε να πούμε κύμινο. Πρόκειται για μια εμπειρία θερμοκρασίας, ακόμα κι αν αυτό δεν φαίνεται πάντοτε με γυμνό μάτι. Αρκεί μια αντιπαραβολή με τον κατά κανόνα πιο ψύχραιμο γραπτό λόγο που βρίσκεται αποθηκευμένος στις σελίδες περιμένοντας καρτερικά τον αναγνώστη να ασχοληθεί μαζί του, όποτε οι συνθήκες το επιτρέψουν, για να συνειδητοποιήσουμε το ύψος και τη διαφορά αυτής της θερμοκρασίας. (Εξίστανται οι υψηλότατες θερμοκρασίες απ’ τις σελίδες εκείνων των γραπτών κειμένων, που θρυμματίζουν μέσα σε λίγες λέξεις συθέμελη την εμπειρία και τη σημασία του χρόνου – όταν δεν πρόκειται για προφορικότητα, συχνότατα διαγιγνώσκεται ως ποίηση.)

Πίσω τώρα στη διάλεκτο. Σ’ εκείνη την ιδιαίτερη εκδοχή της γλώσσας που, ζυμωμένη σχεδόν αποκλειστικά στη σκάφη της φωνής, μεταγγίζει στον μέγιστο δυνατό βαθμό τη θερμοκρασία αυτή. Η διάλεκτος που μέσα από το οξυγόνο που τη μεταφέρει, γίνεται σάρκα, και χάδι και αφή. Η διάλεκτος που μέσα από τη φθαρτότητα και τη θνητότητα των πρώτων υλών της καταφέρνει να λειτουργεί ως μια αντανάκλαση της φθαρτότητας και της θνητότητας της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας. Η διάλεκτος που είναι καταδικασμένη να τρεμοσβήνει και να τρεμοπαίζει και κάθε επαναφορά της μοιάζει με αναστάσιμη καμπάνα. Η διάλεκτος που μέσω της ιδιότητάς της να αρπάζεται στιγμιαία από τον χρόνο, μοιάζει να παραφράζει τον στίχο του Ελύτη καλώντας μας διαρκώς να «κάνουμε» ο ένας προς τον άλλον «άλμα[τα] πιο γρήγορα από τη φθορά» (της).

Επιστρέφοντας τώρα στο θέμα της οικονομίας: Παρατηρώ και πάλι εκείνο τον ποιητή-γαμπρό να ανακατεύει την κασέλα της διαλέκτου και να διαλέγει υλικά για το πόνημά του. Τον παρατηρώ με καρδιοχτύπι: Αναγνωρίζει άραγε την αξία που έχουν αυτά τα προικιά; Είναι το θερμόμετρό του κατάλληλο για να μετρήσει αυτές τις θερμοκρασίες, να βυθομετρήσει τα καμώματα και τις περιπέτειες της φωνής, να επενδύσει τη μεγάλη αυτή περιουσία σε έδαφος κατάλληλο, χωρίς να την αλλοτριώσει και να την εκφυλίσει; Βλέπει άραγε αυτό τον πλούτο της διαλέκτου, που δεν είναι άλλος από τη συμπυκνωμένη εμπειρία της θνητότητας, τη συμπυκνωμένη συντριβή και εμπιστοσύνη και ανθρωπινότητα, που προκύπτει από την τριβή της μέσα στην καθημερινή συνομιλία; Θα καταδεχτεί ο γαμπρός να αξιοποιήσει αυτά τα λεπτεπίλεπτα και εύθραυστα φτερά του πουλιού ως αν να ήταν λεπτεπίλεπτα και εύθραυστα φτερά πουλιού ή θα τα χώσει άτσαλα ανάμεσα σε υλικά που μπορεί να τα καταστρέψουν; Θα παραμείνουν τα φτερά του πουλιού φορείς ελευθερίας και αγωνίας ή θα τα δούμε μαδημένα προκειμένου να καθίσουν φρόνιμα πλάι σε ψυχραιμότερα εργαλεία του γραπτού λόγου;

Η ομιλία που έκανε το 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις προσπαθώντας να αναδείξει την ιδιαίτερη σημασία που έχει το ρεμπέτικο ως μέρος της ελληνικής ιδιαιτερότητας έμεινε στην ιστορία, και άλλαξε τον τρόπο που οι ομότεχνοί του έβλεπαν το ξεχωριστό αυτό μουσικό είδος μέχρι τότε. Ομολογώ πως, γράφοντας αυτή την εισήγηση, είχα διαρκώς στη σκέψη μου εκείνη την ομιλία, με βαθύ αίσθημα ζήλειας και αγωνίας: να μπορούσα κι εγώ, σκεφτόμουν, να μοιραστώ λίγες σκέψεις που θα λειτουργήσουν προς όφελος της διαλέκτου, και να κάνουν τους μελλοντικούς της χρήστες να τη μεταχειριστούν με περισσότερη αγάπη και σεβασμό για αυτό που είναι. Δεν νομίζω να τα καταφέρω, γιατί δεν είμαι ο Χατζιδάκις. Καταφεύγω, λοιπόν, σ᾽ αυτές τις τελευταίες γραμμές, στην υψηλή τέχνη της αντιγραφής και σταχυολογώ φράσεις-κλειδιά από την ιστορική εκείνη ομιλία: την «πυκνότητα της έντασης», το «πολύ και πηγαίο χιούμορ», την «πρωτόγονη ένταση», αρετές που σαν να είναι γραμμένες για τη διάλεκτο, μα ακόμα και τη δυνατότητα «να καθρεφτίζει […] όχι μόνο μια τάξη ή μια κατηγορία ανθρώπων μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής […] μαζί με τις διαμορφωμένες τοπικές συνθήκες.» Να αντανακλά, ακόμα, «την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας – παρθενική, γιατί τα [λιγοστά μόνον χρόνια] ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα». Μην προτρέχετε να με κατηγορήσετε για έλλειψη αυθεντικότητας, πρωτοτυπίας ή ακρίβειας. Ασφαλώς και αντιλαμβάνομαι τις ειδοποιούς διαφορές ανάμεσα σε μια διάλεκτο και ένα μουσικό είδος σαν το ρεμπέτικο. Και: ασφαλώς και θα μπορούσα να βρω τις δικές μου λέξεις, για να μιλήσω για αυτόν τον πολύτιμο γλώσσικό θησαυρό που με το υλικό της φωνής έχει βαλθεί να μας θυμίζει ποιοι είμαστε. Την Κυπριακή διάλεκτο τη στιγματισμένη από την Κύπρο του Κάνθου και του Διαμαντή. Τη διάλεκτο που είναι οι Κύπριοι της βιοπάλης και της κραιπάλης, οι παμπόνηροι και οι αθεράπευτα απονήρευτοι. Κατέφυγα, όμως, συνειδητά στην ομιλία του Χατζιδάκι, όχι μονάχα για να δανειστώ τις λίγες προτάσεις που ανέφερα πιο πάνω και που τόσο εύστοχα περιγράφουν κραδασμούς του ρεμπέτικου παρόμοιους με αυτούς τη διάλεκτου, αλλά κυρίως για να δανειστώ τη συνθήκη της συγγραφής της: την αγωνία δηλαδή που συνοδεύει την αγάπη του Χατζιδάκι για το αντικείμενο της μελέτης του το οποίο, όπως και το αντικείμενο της δικής μου μελέτης, «έχει πια επιβάλει τη δύναμή του, λίγο-πολύ σ΄ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους».

Αγαπητοί μου, αν διακρίνετε στα λίγα λεπτά της ομιλίας μου, έναν παράφορο ενθουσιασμό για αυτό που είναι η διάλεκτος μαζί με μια δόση αγωνίας, καθόλου δεν πέφτετε έξω: Παρατηρώντας το ανάγλυφο αυτό γλωσσικό σώμα, με όλες τις ανάσες, τους ψιθύρους και τις κραυγές του, δεν μπορώ να μην υποβάλω τον εαυτό μου στη δοκιμασία να αναμετρηθώ κι εγώ με αυτή την «επιπόλαιη κατάσταση μόδας» που έχει φέρει τη διάλεκτο σε εδάφη αταίριαστα με το κασελάκι της, θέτοντάς την στον κίνδυνο του εκφυλισμού. Μιλώ για τη διάλεκτο με αγωνία, καθώς με αγωνία παρακολουθώ κάθε μέρα ανθρώπους να τη σέρνουν στις επιστημονικές τάχα μου συζητήσεις, και στα ακαδημαϊκά τους άρθρα, θεωρώντας πως την αναβαθμίζουν. Ως αν να ήταν ποτέ δυνατό να αναβαθμίσει κανείς τα φτερά ενός πουλιού ταριχεύοντάς τα. Μιλώ για τη διάλεκτο με αγωνία, καθώς με αγωνία παρακολουθώ τη γλωσσική αυτή τράπεζα, την τόσο πυκνή από τα θραύσματα και τα ίχνη του λαού μας, να αραιώνει από το παγκοσμιοποιημένο νεράκι που έχει εισχωρήσει μέσα της. Καθώς με αγωνία παρακολουθώ τον πολύτιμο αυτό καθρέφτη του συλλογικού προσώπου μας να θολώνει. Τον λόγο μας τον καθημερινό και τον άλλο να μετατοπίζεται μέρα με τη μέρα από τη συνθήκη εκείνη που τον δένει με την ανθρωπινότητα και την εμπιστοσύνη. Να χάνει το μεταφυσικό βάθος που του προσδίδει η συνθήκη της συντριβής και να αναζητά εγγυήσεις. Να παραδίδεται στις εγγυήτριες δυνάμεις.

Πίσω στην ποίηση: παρακολουθώ τον άξιο ποιητή-γαμπρό πώς χάνει τον ύπνο του καθώς αναζητά με αγωνία τα καταλληλότερα υλικά για τους στίχους του. Τον παρακολουθώ πώς γίνεται δάσκαλος του μέτρου και της οικονομίας. Και κατακτά κορυφές καλώντας τη διάλεκτο στο δικό του ποιητικό σύμπαν, όποτε το επιβάλλει η ανάγκη της προσωπικής του αγωνίας και της αγωνίας που είναι εμπεδωμένη μέσα στην ίδια τη γλώσσα. Και γράφει «Σφάξε μας ούλλους τζι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν». Και γράφει «Το νιν ανταν να τρώει την γήν τρώει τη γη θαρκέται» (Β. Μιχαηλίδης). Και γράφει «Λιοβούττιν ποτιτσίρωμαν – / εχάσαμεν τα ούλλα» (Κ. Χαραλαμπίδης). Και γράφει: «Εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές / πάνω στον ρότσον τους» (Κ. Μόντης). Τον παρακολουθώ πώς γίνεται ένας εξαίρετος θερμομετρητής της γλώσσας. Γνωρίζοντας πως η γλώσσα δεν είναι κενό γράμμα, μα φθόγγοι πλασμένοι από τις συλλογικές μας εμπειρίες, βιωμένος χρόνος και εικόνα του κόσμου με μνήμη, δεν προτείνει «να αρχίσουμε από αύριο να χρησιμοποιούμε τη διάλεκτο σε κάθε περίσταση» μα μόνο εκεί που οι συνθήκες το επιβάλλουν. Όχι από συντηρητισμό, μα γιατί κατανοώντας πως έχει να κάνει με ένα γλωσσικό δώρο σπάνιας αξίας, αισθάνεται την ανάγκη να το χειριστεί με την ίδια επιμέλεια που οι αρχαιολόγοι φυλάσσουν τους πιο πολύτιμους παπύρους, και τα πιο σπάνια χειρόγραφα ανάμεσα στα ευρήματά τους. Κι έτσι το ανασύρει και μας το προσφέρει όταν ο λόγος του απαιτεί όντως την υψηλή θερμοκρασία και την οικειότητα και τη συντριβή. Τη συντριβή εκείνη που ακούει κανείς πεντακάθαρα μες στη φωνή του Κώστα Μόντη καθώς ξετυλίγει το καρδιοχτύπι του στο ποίημα «Ενέφανεν»:

«Ενέφανεμ ’που τηγ γωνιάν, / εσείστην, ελυΐστην / τζ’ εσιάστησεν τηγ γειτονιάν. / Θωρείς πωρνόμ-πωρνόν / Τζ’ εράντισεν, εσύσταρεν, / ενίφτην, εχτενίστην, / έσασεν τους βραμούς του το στενόν. / Εμπήκεν ο αέρας της / φυσούνιν μέσ’ στα σπίθκια / σαν τηδ δροσιάσ, σαν τηφ φωθκιάν, / σαμ μιας λοής τημ μυρωθκιάν. / Εγιώνι πκιον εζώστηκα τα φίδκια· / τζιαί τα μωρά τα λίξικα / έτσι ’που τα χαράματα / ξυπνούν πκιάννουν τα κλαματα. / ―Γιε μου, εσυντρομάχτηκες; / Γιε μου, γρουσέ, ’ντα ’μ’ πώνι; / ―Μάνα, περνά ροδάτζινον, / μάνα, περνά τζυδώνι(ν).»

Μπορείτε να ακούσετε το ηχητικό αρχείο με τη φωνή του Κώστα Μόντη να απαγγέλει το ποίημα «Ενέφανεν», εδώ:

Κύλιση στην κορυφή