Όταν ήμουν μικρός, σε ένα τεράστιο άλσος στην Νέα Φιλαδέλφεια ή εμένα μου φαινόταν τότε τεράστιο, υπήρχε ένας ζωολογικός κήπος, στα 90s είμασταν, υπήρχαν τώρα διάφορα, ξέρεις, αυτά τα ζώα που συναντάς στον Εθνικό Κήπο, κότες, κριάρια, παγώνια, παπαγάλοι αλλά και κάποια χωροχρονική στιγμή μέσα σε αυτό υπήρχε και ένα λιοντάρι! Ναι, υπήρχε ένα λιοντάρι, αποστεωμένο, γέρικο, βρώμικο και τελείως μόνο του. Πήγαινα μικρός και το έβλεπα. Έβλεπα όλη την κατάθλιψη, τότε δεν ήξερα αυτή τη λέξη, οπότε θα πω καλύτερα τον πόνο ζωγραφισμένο στα μάτια του και ναι, το λιοντάρι κατέρρεε. Μέρα με τη μέρα σιχαινόταν (;) τη ζωή του ακόμη πιο πολύ. Ένα άρρωστο λιοντάρι ήταν, πώς να είσαι άλλωστε ένα υγιές λιοντάρι σε ένα κλουβί στη Νέα Φιλαδέλφεια; Τα ζώα έξω από το κλουβί, δηλαδή οι άνθρωποι με γλειφιτζούρια, μπαλόνια με ήλϊο, λουκουμάδες, ποπ κορν, μαλλί της γριάς (έκανε θραύση το μαλλί της γριάς τότε), οι άνθρωποι κάθονταν από μακριά και το κοίταζαν εκεί να πεθαίνει μέρα με τη μέρα. Να σιγολιώνει εκεί, το δέρμα του γεμάτο μύγες, οι πέτσες του σάπιες, η χαίτη του με ψείρες, το λιοντάρι, ο βασιλιάς της ζούγκλας που στην Αφρική θα μπορούσε να σε κατασπαράξει, εδώ στη Νέα Φιλαδέλφεια ήταν το τίποτα, το σχεδόν κάτι, μια βαρετή ατραξιόν, που απέφευγες ακόμη και να το κοιτάξεις, τόσο σιχαμένο ήταν. Και μάλιστα βαριόσουν να το κοιτάξεις, λυπόσουν, έπεφτες κι εσύ σε κατάθλιψη. Εμείς τα παιδιά το κοιτάζαμε με απορία, αλλά δεν μας τρόμαζε κανένα ΑΡΓΓΓΚΚΚΚ, πού ήταν το λιοντάρι που ξέραμε από τα ανιμέισον ή τα ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ; Και βρώμαγε πολύ, πολύ βρώμα μέσα στο κλουβί, μύριζε θάνατο.
Αυτό το λιοντάρι ήταν η ταινία που δεν έκανα ποτέ. Με έναν ζουμ φακό να δείχνει αυτό το λιοντάρι και μετά να δείχνει τα ανθρώπινα ζώα που το κοιτάζουν ενώ μασουλάνε το μαλλί τη γριάς (σκεφτόμουν μια ταραντούλα να πηδάει μέσα από αυτόν τον γλυκό ιστό αράχνης και να τους τσιμπάει έναν έναν).
Μετά από κάμποσο καιρό με ξαναπήγε η μητέρα μου και το κλουβί ήταν άδειο. Το λιοντάρι είχε πεθάνει. Και υπήρχε μόνος του ένας υπάλληλος του δήμου μέσα στο κλουβί που καθάριζε τα υπολείμματα, τα σκατά του λιονταριού. Ίσως να ξεκίναγα την ταινία με τη σκούπα που καθαρίζει τα σκατά και μετά να κατέληγα στο αποστεωμένο λιοντάρι στο κλουβί και ενδιάμεσα στους ανθρώπους-ζώα να το κοιτάζουν να πεθαίνει. Ίσως και να ξεκίναγα από το λιοντάρι που πεθαίνει, να ακούγαμε μόνο τους ανθρώπους χωρίς να τους βλέπουμε και να κατέληγα στο άδειο κλουβί με τα σκατά να καθαρίζονται. Ίσως πάλι να ξεκίναγα μόνο από τους ανθρώπους, τα βαρετά και παιχνιδιάρικα βλέμματά τους, τα χείλη τους που γλείφουν γλειφιτζούρια, τα δόντια που τρώνε ποπ κορν, τα στόματα που καταπίνουν το μαλλί της γριάς και μόνο στο τέλος να φανερωνόταν το γέρικo, σκατιάρικο λιοντάρι. Και τη σκηνή με τον υπάλληλο που καθαρίζει το κλουβί θα την έβαζα στην αρχή ή στο τέλος. Μπορεί να ακολουθούσα και τον υπάλληλο στο σπίτι του που πάει να φάει, να δει τηλεόραση και μετά να τον έδειχνα να κοιμάται ανήσυχος και να ξυπνάει από εφιάλτη. Μπορεί και όχι.
Αυτή είναι η ταινία που δεν έκανα ποτέ, αυτή είναι η πρώτη μου ταινία. Αυτή είναι η αρχή του σινεμά για μένα, αυτό το ετοιμοθάνατο λιοντάρι στα 90ς στη Νέα Φιλαδέλφεια. Κάπως έτσι και κάπου εκεί ξεκίνησε το βλέμμα μου, όλα τα άλλα είναι ιστορίες.

