Ο ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
Απόγευμα ήταν, στο μπαλκόνι του
ανοιξιάτικος καφές.
Τον αγαπούσα, αν και με κόπο,
με απέχθεια έλυνα εξισώσεις
και προβλήματα για να μη ρίξουν
τον μέσο όρο μου.
Έμαθα ότι πέθανε.
Άραγε πρόλαβαν ν’ ασπρίσουν τα σγουρά
μαύρα μαλλιά;
Παράξενο να τον θυμάμαι τόσο
καθαρά, εγώ που ώς και τη φιλόλογο
έχω τελείως ξεχάσει.
Ίσως αυτός να μου ’μαθε καλύτερα
τα μυστικά των φωνηέντων,
του άλφα την κυριαρχία,
αλλά και των συμφώνων,
του χ, του ψ, του ν τις άπειρες
μεταμορφώσεις,
και τη ζεστή, την τόσο
απαραίτητη
αγκαλιά των παρενθέσεων.
Ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ
Από πατέρα χτίστη, μάνα αγρότισσα.
Σπουδές στην Πάντειο ημιτελείς,
γάμος με δυάρι στα Πατήσια.
Διψούσε για μια λάμψη που θα ’σβηνε
τα χνάρια στα καλαμποκοχώραφα, θα σιγούσε
το μουρμούρισμα της ξυλόσομπας.
Αλλού αρμένιζε όταν του μιλούσες·
τον έκαιγε ο πυρετός του χρυσοθήρα.
Άνοιξε πρακτορείο ταξιδίων
κι έστειλε τους συγχωριανούς του Καναδά
και Αυστραλία.
Ανακατεύτηκε με κτηματομεσιτικά,
με εφοπλιστών συνάλλαγμα.
Κάλπαζε στο μεσοστράτι της ζωής του,
κι άξαφνα σιωπή.
Η χήρα του απόκτησε εραστές.
Η ερωμένη βρήκε άλλον τροφοδότη.
Η κόρη διακρίθηκε στα γράμματα, για να του δείξει
την άλλη όψη των πραγμάτων.
Όσα τον τριγύριζαν ακμάζουν,
όμως ούτε τώρα γύρω του κοιτάζει
– το βλέμμα του σε όλες τις φωτογραφίες διαφεύγει
προς βάθος άγνωστο.
Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ
Κυβερνάει αριθμούς.
Ξέρει όλες τις τιμές του μαλλιού
και της σταφίδας,
τα πάνω και τα κάτω στο εμπόριο
του καπνού,
των σιτηρών τις περιπέτειες στα Βαλκάνια.
Της ηλεκτρονικής οθόνης πίνοντας
το φως,
σχεδιάζει χάρτες, πίνακες
και βάσεις δεδομένων.
Οι αριθμοί τον έσωσαν από τις λέξεις.
Οι εξισώσεις
απ’ το κυνήγι του έρωτα.
Της ιστορίας η μνήμη
του χάρισε μια λήθη επιλεγμένη.
Μοιάζει ολιγαρκής,
αποσυρμένος.
Όμως δεν είναι λίγο σε στατιστικές να υποτάσσεις
αυτοκρατοριών κοπάδια,
ανθρώπων μόχθο με ακρίβεια να ζυγίζεις
κρυσταλλώνοντας
του χρόνου τη σκόνη.
Οι μετρήσεις του πάλλονται
από αξόδευτη ζωή.
Έναν πέπλο τού ύφαναν
όπως εκείνους της Παλλάδος,
κι έτσι αόρατος κινείται ανάμεσά μας
και η καρδιά του συνεχίζει να χτυπά.
