Βασιλική Ηλιοπούλου

Ελληνικός Κινηματογράφος

«Το κορίτσι τρέχει. Το σκυλάκι τρέχει πίσω της. Φύγε Κρις, του λέει το κορίτσι, Πήγαινε πίσω. Θέλει να κρυφτεί αλλά δεν προφταίνει. Μένει με την πλάτη κολλημένη σε μια όρθια ταφόπλακα. Σφίγγει πάνω στο στήθος της την κούκλα. Πάνω στο μνήμα, πάνω στο κορίτσι, γλιστράει αργά η σκιά. Το κορίτσι σηκώνει τα μάτια. Στο μέτωπο του Ινδιάνου ένας σταυρός με κόκκινη και κίτρινη μπογιά. Δυο κόκκινες και κίτρινες γραμμές ξεκινούν από την ρίζα της μύτης και κατεβαίνουν λοξά στο πρόσωπο. Πρόσωπο φτιαγμένο από σκουροκόκκινη πέτρα, στο χρώμα του βράχου. Κοιτάζει το κορίτσι. Το στόμα του σφιγμένο. Θα μιλήσει; Θα μορφάσει; Θα χαμογελάσει; Είναι τρομαχτικός. Είναι ωραίος. Τα φτερά στο κεφάλι του σαλεύουν ελαφρά σε μια πνοή του ανέμου. Το λευκό τους φωσφορίζει. Σηκώνει το βλέμμα απ’ το κορίτσι. Κοιτάζει πέρα, τον ορίζοντα. Φέρνει το κέρατο στο στόμα. Το κάλεσμα μοιάζει με αλύχτημα αγριμιού».

Η κινηματογραφική σκηνή που καθηλώνει τον νεαρό πρωταγωνιστή του Σμιθ (Πόλις, 2009), είναι από το The Searchers (Η Αιχμάλωτος της Ερήμου) του Τζον Φορντ.

Είναι, κατά τη γνώμη μου, η κορυφαία σκηνή αυτής της ταινίας που με επηρέασε όσο ίσως καμιά άλλη, ορίζοντας πιθανότατα τον δραματικό άξονα στις ιστορίες που θα έφτιαχνα στο εξής, τόσο στο σινεμά, όσο και στη λογοτεχνία: την ηθική δέσμευση στα όρια της εμμονής, την εκκρεμότητα, την αναζήτηση κυρίως ενός χαμένου προσώπου, αντικειμένου ή τόπου. Και μπορεί ο μάγος Φελίνι με την Dolce Vita του να με ξεσήκωσε την επομένη κιόλας της προβολής να ψάχνω για σχολή κινηματογράφου, ήταν όμως ο μέγας δάσκαλος, ο Ρομπέρ Μπρεσόν, που ήρθε να μου αποκαλύψει τη δύναμη του μινιμαλισμού, τη λεπτομερή καταγραφή της λεπτομέρειας, τον ισάξιο με την εικόνα ρόλο των μικρών, καθημερινών ήχων.

Όσον αφορά τον ελληνικό κινηματογράφο, ο σκοτεινός, ριζοσπαστικός, απαισιόδοξος και προφητικός Δράκος του Κούνδουρου παραμένει για μένα η ταινία σταθμός. Με φόντο μια ασπρόμαυρη μετεμφυλιακή Ελλάδα που, αρνούμενη ν’ ασχοληθεί με τα νωπά ακόμα τραύματα από τον Εμφύλιο και τις αιτίες του, προσπαθεί υπό την «προστασία» και την επιρροή των ξένων δυνάμεων να ορθοποδήσει και να βρει την κατακερματισμένη ταυτότητά της, ένας «αόρατος» άνθρωπος δανείζεται την ταυτότητα ενός άλλου, για να ξεφύγει από την ανυπαρξία. Νεορεαλισμός, εξπρεσιονισμός και νουάρ, σοφά εναρμονισμένα.

Μια από τις παρακαταθήκες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, είναι η καταγραφή της ιδιαίτερης ηλιακής φωτεινότητας αυτής εδώ της χώρας. Το ελληνικό (και γενικά το μεσογειακό) φως, που αναδεικνύει τα πρόσωπα και τα τοπία χωρίς να τα εκμηδενίζει, όμως με μια διαύγεια που υποχρεώνει ακόμα και τις σκέψεις να αποκτούν υλική υπόσταση, ακόμα και τα φαντάσματα να μη διαφέρουν από τους ζωντανούς. (Ή θα τρελαθείς, ή θα ζήσεις μαζί τους). Εδώ τα πάθη εκρήγνυνται κάτω απ’ τον ήλιο, σ’ ένα τοπίο που ορίζεται από το καμένο χώμα, το ξερό χορτάρι, τις πέτρες, τα βράχια, το σίδερο.

Ενώ συχνά, άμεσα ή έμμεσα, η ιστορία παραμένει ένα δυνατό φόντο, εφόσον περιλαμβάνει αλλεπάλληλες αιματηρές συγκρούσεις, προδοσίες, οικονομικές και ανθρωπιστικές καταστροφές, βαθιές πληγές και εκκρεμή ζητήματα απόδοσης δικαιοσύνης. Με τέτοιο βαρύ ιστορικό, είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς ανεπηρέαστος από τις συνθήκες και της δικής του εποχής, να κωφεύσει στις αντηχήσεις της εκάστοτε επικαιρότητας.

Τόσο στον κινηματογράφο όσο και στη λογοτεχνία, ένας άνθρωπος, οι επιθυμίες του και τα παθήματά του, είναι η αφηγηματική αφετηρία κάθε ιστορίας που προσπαθώ να διηγηθώ. Με μια λέξη, η συγκίνηση που μου προκαλεί είναι πάντα το έναυσμα, και κατόπιν τον ακολουθώ. Και ναι μεν οι αναζητήσεις του, οι περιπέτειές του, οι αντιδράσεις του, εντάσσονται στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής, όμως μέλημά μου είναι τα ερωτήματα, πολιτικά ή υπαρξιακά, να προκύπτουν αβίαστα, χωρίς εκβιαστικούς τονισμούς και υπογραμμίσεις.

Έγραφα πάντα τα σενάριά μου στο ημίφως. Στην πραγματικότητα δεν έγραφα. Με ελάχιστο φως και φορώντας ωτοασπίδες, κρατούσα σημειώσεις, «βλέποντας» τα πλάνα μου, καθώς εκτυλισσόταν η ιστορία μπροστά μου. Με τις γωνίες λήψης, με τους ήχους της. Ο πρώτος θεατής λοιπόν, αμερόληπτος αλλά ευσυγκίνητος, απολύτως παραδομένος και αθώος, ήμουνα εγώ. Και έφτιαχνα την ταινία που ήθελα να δω. Αργότερα, καθαρογράφοντας και μετατρέποντας τις σημειώσεις σε ευανάγνωστο σενάριο, ελάχιστα πράγματα διόρθωνα. Στο επόμενο στάδιο, και μπροστά στις πραγματικές συνθήκες της υλοποίησης (οικονομικά προβλήματα κυρίως), γίνονταν οι απαραίτητοι συμβιβασμοί. Όσο το δυνατόν λιγότεροι, ωστόσο συμβιβασμοί.

Ως θεατής όμως, δεν κάνω συμβιβασμούς. Θα ξαναδώ στη μικρή οθόνη του υπολογιστή μου μια ταινία που έχω ήδη δει, όμως θέλω να παρακολουθήσω σε μεγάλη οθόνη μια ταινία που βλέπω για πρώτη φορά, σε αίθουσα σκοτεινή, ανάμεσα στις ανάσες των υπόλοιπων θεατών. Την επιθυμία γι’ αυτήν συγκεκριμένα τη συλλογική εμπειρία δεν τη συναντώ συχνά στους πιο νέους ανθρώπους. Προφανώς η εγγενής ανθρώπινη επιθυμία της συλλογικής εμπειρίας εκπληρώνεται σε άλλους χώρους συνάθροισης. Επιπλέον έχει μεταβληθεί αισθητά και η σχέση των ανθρώπων με την εικόνα τα τελευταία χρόνια. Οι νέοι άνθρωποι κυρίως, που αποτελούν και την πλειονότητα των θεατών, έχουν πια τη δυνατότητα, και με τη βοήθεια της τεχνολογίας, να κυριαρχούν στην εικόνα, να την αλλάζουν, να τη δημιουργούν με ευκολία, να πειραματίζονται. Γι’ αυτόν τον λόγο, πιστεύω, πως είναι οι ταινίες event, δυνατά δοκιμασμένα blockbusters, που μπορούν να τους προσελκύσουν, να τους φέρουν στις αίθουσες. Τι είδους κοινή εμπειρία γεννά ένα τέτοιου είδους θέαμα; Δεν το ξέρω. Προφανώς είμαι εκτός εποχής. Και είναι μάλλον αργά για ν’ αλλάξει αυτό.

Μεταφέρω εδώ μια παλιότερη προσωπική μου εμπειρία: Όταν πριν από 37 χρόνια μπήκα στο Στούντιο για να δω την απέριττη Μικρή ιστορία για έναν φόνο του Κριστόφ Κισλόφσκι, είχαν ήδη σβήσει τα φώτα και τα πρώτα πλάνα με βρήκαν όρθια στο σκοτάδι. Κεραυνοβολήθηκα. Μου ήταν αδύνατο να πάρω τα μάτια μου από την οθόνη και να ψάξω για θέση. Μου ήταν αδύνατο να κουνηθώ καν. Είδα την εξηντάλεπτη ταινία όρθια, κολλημένη στον τοίχο, καθώς μάλιστα, απ’ ό,τι θυμάμαι, κανένα διάλειμμα δεν είχε διακόψει την προβολή. Όταν άναψαν τα φώτα, οι θεατές έμειναν ακίνητοι στις θέσεις τους, με τα μάτια ακόμα στη σβηστή οθόνη, σε μια ευλαβική σιωπή που ακολουθεί συνήθως μια μυσταγωγία.

Πόσο σπάνια και πολύτιμη εμπειρία!

Έχουμε ανάγκη από κάποιες αίθουσες που η επιβίωσή τους να μην εξαρτάται από την προβολή κερδοφόρων και μόνο ταινιών.

Έχουμε ανάγκη από δημιουργούς που αντιστέκονται τόσο στο κυρίαρχο γούστο (που συχνά αδιαφορεί για την πολυπλοκότητα ανθρώπινων χαρακτήρων και καταστάσεων), όσο και στον πειρασμό τής πάση θυσία αναγνώρισης μέσα κι έξω από τη χώρα.

Και, τελικά, έχουμε ανάγκη από μια κινηματογραφική πολιτική που να πριμοδοτεί αυτού του είδους τις αίθουσες και τους δημιουργούς.

Κύλιση στην κορυφή