Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος
κάποιος βάζει τα καλά του για θάνατο σήμερα, αλλάζει πουκάμισο ή γραβάτα
γεύεται μια τελευταία ευφορία από βουτυρωμένες φέτες ψωμί, τσάι
προσέχοντας ελάχιστα τη στύση που ήταν η τελευταία του
ξυρίζει το πρόσωπό του σαν μάρμαρο για να ʼχει παγερή εμφάνιση
ψεκάζει μ’ αποσμητικό την τραχιά χλωρίδα της μασχάλης του
κάποιος σήμερα ξεκινάει απ’ το σπίτι για τη δουλειά
χαιρετώντας, αμετάκλητα, τους γείτονες που θα συμμετέχουν στην πομπή του
κάποιος κόβει τα νύχια του για τελευταία φορά, πολύτιμη στιγμή
κάποιου η μέση δεν θα σημαδεύεται από επίθεμα στο μέλλον
κάποιος βγάζει στην πόρτα τα μπουκάλια το γάλα για μια μέρα που δεν θα ʼρθει
κάποιου η δροσερή αναπνοή ετοιμάζεται ν’ αποκοπεί
κάποιος γράφει μια επιταγή που θα χτυπήσει καθώς «ο συντάξας απεβίωσε»
κάποιος κυκλώνει μεταθανάτιες ημερομηνίες σ’ ένα ημερολόγιο
κάποιος ακούει μια άσχετη πρόγνωση καιρού
κάποιος δίνει βιαστικές υποσχέσεις σε φίλους
κάποιου, που νιώθει τόσο καλά τούτο το πρωί όπως κάθε άλλη φορά,
το φέρετρο τρίβεται, επενδύεται, λουστράρεται
κάποιον αν τον ρωτούσαν δεν θα ʼβρισκε τίποτε αξιόλογο σ’ αυτή την ημερομηνία
αρωματίζει κι αποχαιρετά την τελευταία της επιθυμία και διαθήκη
κάποιος βλέπει σήμερα τον κόσμο για τελευταία φορά
τόσο αθώα όσο τον είχε δει την πρώτη
[Από τη συλλογή The Wake Forest Series of Irish Poetry, I.]
