Ο θάλαμος 218 ήταν στο τέλος του μακρόστενου διαδρόμου. Το πάτωμα μωσαϊκό και τα παράθυρα φτιαγμένα από ξύλο που βάφτηκε πολλές φορές, την μια πάνω στην άλλη, χωρίς να έχει προηγηθεί τρίψιμο ή στοκάρισμα. Οι τοίχοι άσπροι, της αρρωστίλας.
Ο κύριος Νίκος ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι κολλημένο στον τοίχο, κεφάλι με ανακατωμένα μαλλιά και κάτω απ’ το λαιμό ένα άσπρο «σάβανο» που σκέπαζε μια υποψία σώματος. Μέσα στον θάλαμο υπήρχαν άλλοι τρεις ασθενείς, μικρότεροί του σε ηλικία.
Πλησίασα, «Ο Βασίλης είμαι», του είπα. «Α, Βασιλάκη μου, σε περίμενα», και χαμογέλασε χωρίς να με κοιτάξει καταπρόσωπο, γιατί τα δύο τελευταία χρόνια δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου.
⸙
Ο κύριος Νίκος ήταν φίλος του πατέρα μου, παλιός μπακάλης στο επάγγελμα. Σβέλτος και αεικίνητος, φορούσε πάντα στη δουλειά του μια πεντακάθαρη ρόμπα και με τον κόσμο ήταν ευγενέστατος. Οι πελάτες του ήταν άνθρωποι της γειτονιάς, νοικοκυραίοι που τον συμπαθούσαν. Όταν όμως άνοιξαν στην πόλη τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, με στενοχώρια στην αρχή κι αποφασιστικότητα στη συνέχεια, τον παράτησαν. Τότε αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του και να βγει στη σύνταξη, αφού και τα χρονάκια του τα είχε. Κι επειδή ήταν ευσεβής και φιλόθεος, άρχισε ν’ ασχολείται με την ψαλτική, για να περνά τον καιρό του. Η φωνή του όμως ήταν αδύναμη κι ελαφρώς φάλτσα, όχι όμως απωθητική ή γελοία. Και όταν έψελνε, ο τόνος «έπεφτε» από γραμμή σε γραμμή του μουσικού κειμένου, θαρρείς πως κατρακυλούσε σε κατηφόρα με ήπια κλίση.
Με τέτοια προσόντα κανένας ψάλτης δεν τον ήθελε για μαθητή, οπότε ήρθε σ’ εμένα, ως γνωστοί που ήμασταν, για να του μάθω τα βασικά. Τον δέχτηκα με μισή καρδιά, αν και ήταν επιμελέστατος σε όσα κάναμε. Μάλιστα, τις Κυριακές ερχόταν δίπλα μου, στο αναλόγιο, για πρακτική εξάσκηση, κι αναγκαζόμουν να του τραβώ συνέχεια το μανίκι, όποτε ξέφευγε από αυτά που έψαλλα. Ενέργεια που, πάντως, δεν την παρεξηγούσε καθόλου.
Εντέλει, όταν απόχτησε κάποιες γνώσεις, τον έστειλα αριστερά να βοηθά τον «λαμπαδάριό» μου. Τις καθημερινές όμως πήγαινε κι έψαλλε ως κύριος ψάλτης σε λειτουργίες διαφόρων περιφερειακών ναών. Κάθε Δευτέρα στον Άγιο Κωνσταντίνο, κάθε Τετάρτη στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας, δίπλα στις πηγές της πόλης, τις Παρασκευές στον Άγιο Φανούριο, όπου διαβάζονταν οι φανουρόπιτες, κι ενδιαμέσως όπου τον καλούσαν, πάντοτε αμισθί. Και, βεβαίως, από φωνή ίσα που έπιανε τη βάση, η προσφορά του όμως, εξαιτίας της γενικής έλλειψης ιεροψαλτών, ήταν πολύτιμη.
Στα επόμενα χρόνια ο κυρ-Νίκος δεν βελτιώθηκε φωνητικά, προόδεψε όμως στη γνώση του Εκκλησιαστικού Τυπικού, ιδίως των διατάξεων που αφορούσαν τις «καθ’ ημέραν» ακολουθίες. Ως εκ τούτου, όποτε έψαλλε μαζί με διάφορους «κατ’ ανάγκην ιεροψάλτες», αναλάμβανε το γενικό πρόσταγμα. Και αν κάποιος έκανε καμιά στραβοτιμονιά, τον διόρθωνε «γεγονωτέρα τη φωνή», σε πραγματικό χρόνο, κάτι που ο κόσμος το εκλάμβανε ως επιτίμηση.
Πολλές φορές αναγκαζόμουν να τον συμβουλεύω να παραβλέπει τα ασήμαντα, για να μη γίνεται χασμωδία, και, αν ήθελε, ας έκανε την παρατήρηση στο τέλος της ακολουθίας. Ο κυρ-Νίκος όμως ήταν εκ φύσεως παρορμητικός και, επειδή η ορθή μέχρι κεραίας τάξη των ακολουθιών τού είχε γίνει ψύχωση, δεν τηρούσε τη συμβουλή μου ποτέ.
Μια Κυριακή, μέσα Νοεμβρίου του 1995, ήρθε να λειτουργήσει στο ναό μας ο μητροπολίτης Θεολόγος, που ήταν αυστηρότατος με όλον τον κόσμο.
Είναι ν’ απορείς, καμιά φορά, με ορισμένους ιερωμένους που, αντί να εκπέμπουν γύρω τους αγάπη και συγκαταβατικότητα, επιδεικνύουν παντελή έλλειψη ανοχής, πιστεύοντας ότι αυτό επιτάσσεται απ’ το εκκλησιαστικό τους αξίωμα. Μάλιστα, την ίδια αυστηρότητα δείχνουν ακόμα και κάποιοι απλοί παπάδες που, αν και τα πνευματικά τους «εφόδια» είναι φτωχά, αισθάνονται πως έχουν εξουσία, ιδίως στους γέροντες και στις γριές γυναίκες.
Ο κυρ-Νίκος, λοιπόν, εκείνη την Κυριακή είχε ιδιαίτερη αγωνία για το πώς θα κυλούσαν τα πράγματα, παρ’ όλο που στην όλη υπόθεση ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης.
Ο Θεολόγος, λόγω της μεγάλης ηλικίας του, μετά την είσοδό του στον ναό, συνήθιζε να πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο Ιερό κι έβγαινε στον αρχιερατικό θρόνο τη στιγμή που οι ψάλτες έψαλαν τη δοξολογία. Εμείς, ύστερα από την έλευσή του, αρχίσαμε να λέμε τις «Καταβασίες» της περιόδου. Αλλά ενώ στο «Εξέστη τα σύμπαντα» έπρεπε να πω «εν τη σεπτή εισόδω σου…», λόγω του ότι πλησίαζε η γιορτή των Εισοδείων της Θεοτόκου, παρασυρμένος απ’ το μουσικό κείμενο, που δεν περιείχε τη μικροαλλαγή του «ειρμού», είπα «επί τη θεία δόξη σου…». Τότε ο κυρ-Νίκος από απέναντι με διόρθωσε φωναχτά και, επειδή σαστισμένος προσπάθησα ν’ ανακαλέσω από μνήμης τα σωστά λόγια, απόσωσε εκείνος το τροπάριο. Έπειτα έκανε γκριμάτσες σαν να ζητούσε συγνώμη που δεν συγκρατήθηκε, αλλά το κακό είχε γίνει∙ ενώ, αν δεν επενέβαινε, δεν θα αντιλαμβανόταν το λάθος απολύτως κανείς.
Δεν έφτανε όμως μόνο αυτό. Κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας βγήκε ο δεσπότης στην Ωραία Πύλη για να εκφωνήσει το «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ Ουρανού και ίδε…». Το μυαλό του όμως κόλλησε και τα λόγια δεν του έρχονταν στο νου ή, λόγω γήρατος, ήθελε πρώτα να πάρει καμιά ανάσα και κάπως καθυστέρησε. Τότε ο Νίκος ακάθεκτος τον συμπλήρωσε κι εκείνον.
Μετά την απόλυση μαζευτήκαμε, όπως συνηθίζεται, στην αίθουσα εκδηλώσεων του ναού για να προσφερθεί στον μητροπολίτη και την κουστωδία του καφές και γλυκό. Όλοι ήμασταν μουδιασμένοι και περιμέναμε την οργισμένη αντίδραση του Θεολόγου για όσα είχαν γίνει. Εκείνος ήρθε καταβεβλημένος, υποβασταζόμενος, έκατσε στην πολυθρόνα του και ύστερα από λίγο είπε: «Σήμερα οι ψαλτάδες… κελαηδήσατε!». Κι εμείς, αφού σιγουρευτήκαμε ότι αυτό όλο κι όλο είχε να πει, ξεσπάσαμε σε γέλια σαν μικρά παιδιά.
Μιαν άλλη φορά, βράδυ Μεγάλου Σαββάτου, περιμένοντας ν’ αρχίσει ο όρθρος της Ανάστασης, λέω στον Νίκο, που νήστευε αυστηρότατα όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή: «Απόψε θα φάμε τη μαγειρίτσα, τ’ αυγά και τα τσουρέκια μας…».
«Α», μου λέει, «εγώ αν είχα λίγο αρακά με ανθότυρο, δεν ήθελα τίποτε άλλο».
«Κι αυτά που λέει ο Κατηχητικός Λόγος», τον πείραξα: «Απόψε τρυφήσατε πάντες. Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών»;
«Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος πολύ καλά τα είπε», μ’ απάντησε, «αλλά εμένα η χοληστερίνη και το ζάχαρό μου είναι στα ουράνια».
Έπεσα από τα σύννεφα. Ο κυρ-Νίκος, που τις μισές μέρες του χρόνου έτρωγε σαν καλόγερος, που μην έχοντας αυτοκίνητο όργωνε κάθε μέρα την πόλη πατώντας εδώ κι ευρισκόμενος απέναντι, που δεν έπινε ούτε οινοπνευματώδη ούτε ανθρακούχα ποτά και προσπαθούσε να μη λιμπίζεται τίποτε, γιατί τάχα ήταν αμαρτία…
Λάβαμε τις θέσεις μας στο αναλόγιο και λέει ένας εκ των βοηθών μου, υπάλληλος φαρμακαποθήκης στο επάγγελμα και μέγα πειρακτήρι: «Ξέρεις πώς εξηγείται θεολογικά αυτό που έχει πάθει ο Νίκος; Περιφρόνησε τις απολαύσεις, που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο, και υπερέβη τα όρια ασκήσεως άνευ λόγου και αιτίας. Αλλά ο “Απάνω” τέτοια καμώματα δεν τα σηκώνει!».
Μας έπιασε όλους γέλιο νευρικό και, αν ο παππάς δεν «έβαζε ευλογητός», δεν επρόκειτο να σταματήσουμε…
⸙
Σε λίγο ήρθε μια νοσοκόμα κι έδωσε στον διπλανό μας κάτι χάπια.
«Πώς πάμε, κύριε Νίκο;», πλησίασε και σ’ εμάς.
«Δόξα τω Θεώ, κορίτσι μου», της αποκρίθηκε…
Τη στιγμή που ετοιμάστηκα να φύγω, μου λέει: «Ξέρεις τι θυμάμαι πιο πολύ, απ’ όσα συνέβησαν μεταξύ μας;».
«Την ιστορία με τον δεσπότη», του απαντώ.
«Όχι, ευλογημένε, πώς σου ήρθε στο μυαλό… Θυμάμαι όταν έχασα το φως μου και ήρθα μια Κυριακή στο αναλόγιο, δίπλα σου. Κι εσύ μου έδωσες να ψάλω το εξαποστειλάριο, κανοναρχώντας με και ισοκρατώντας».
«Αν όμως έκανες κανένα λάθος», τον πείραξα, «θα σε διόρθωνα και μάλιστα φωναχτά», και βάλαμε τα γέλια…
Βγαίνοντας απ’ τον θάλαμο συνάντησα έναν φίλο γυναικολόγο, γιατρό του νοσοκομείου, που κι αυτός ενδιέτριβε στην ψαλτική. Τον συγκεκριμένο τον πείραξα κάποια φορά, λέγοντάς του: «Πώς γίνεται κάθε μέρα να βλέπεις τόσα γυμνά γυναικεία σώματα κι από την άλλη να ψέλνεις αδιάσπαστος στην εκκλησία;». Δεν υπολόγισα όμως ότι ήταν άνθρωπος στραβός, με πλήρη έλλειψη του χιούμορ, και μετά από εκείνο το περιστατικό έκανε δυο χρόνια να μου μιλήσει.
«Ο Νίκος», είπε, «πήρε τον δρόμο που δεν έχει επιστροφή∙ οι μέρες του είναι μετρημένες. Με τόσες διακονίες όμως στις εκκλησίες και στα παρεκκλήσια σίγουρα ο Θεός δεν θα τον αφήσει παραπονεμένο».
Και συνέχισε: «Την Κυριακή άρχεται η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Και, δυστυχώς, δεν έχω στο ψαλτήρι βοηθό κανέναν. Αλήθεια, οι δικοί σου μπορούν να λένε κάτι, να σε ξεκουράζουν; Ή κρώζουν δίπλα σου, σαν καρακάξες;»…
