Είναι καλοκαίρι ή άνοιξη, λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του ʼ90, μάλλον το 1993. Είμαι μάλλον 16 χρονών και είναι μάλλον Σάββατο βράδυ. Είμαι μόνη στο σαλόνι του Περισσού. Οι υπόλοιποι είναι κάπου στην εξοχή για το Σαββατοκύριακο. Κάθομαι στο σκοτάδι στους λευκούς καναπέδες και η τηλεόραση απέναντι παίζει την Ατίθαση καρδιά του David Lynch, κι εγώ μαγεύομαι από τις εικόνες και λέω στην έφηβη Ελίνα πως θέλω να γίνω σκηνοθέτις, θέλω κι εγώ να κάνω ταινίες με καταραμένους ήρωες σε λεωφόρους και μοτέλ, και φλόγες που καίνε τα μάτια.
Κι ύστερα ήρθαν τα σινεμά της Πλατείας Αμερικής, Art Studio, Άττικα 1 & 2, Αχιλλέας, Ράδιο Σίτυ. Ταινίες, πολλές ταινίες, πολλές φορές μόνη, ακολουθώντας το Αθηνόραμα και τον Cineνοχο Γιώργο Τζιώτζιο.
Κι έπειτα είναι Ιούλιος ή Σεπτέμβρης του 2000 και μετά από 4 χρόνια στο Πάντειο, ένα πτυχίο κοινωνιολογίας, 6 μήνες στο Παρίσι για ένα μεταπτυχιακό στην πολιτιστική Ιστορία που δεν τελείωσε ποτέ, και μια ερωτική απογοήτευση, περνάω με το τρόλεϊ έξω από τη σχολή Λυκούργου Σταυράκου στην Πατησίων και αποφασίζω να κάνω το βήμα και να σπουδάσω σκηνοθεσία κινηματογράφου.
Τρία χρόνια πέρασαν στην Πατησίων και στο πλατό της Αριστοτέλους. Εννιά συνολικά, με παράλληλα γυρίσματα σε ταινίες και σειρές. Στην αρχή άχρηστο σκριπτ, και στη συνέχεια οργανωτική δεύτερη και πρώτη βοηθός σκηνοθέτη.
Κι έτσι ανάμεσα στην Πατησίων και την Αριστοτέλους, στα προγράμματα γυρισμάτων, στα όρντινο, τις κλακέτες, τις συζητήσεις με τους φίλους και στα σινεμά που πια επεκτάθηκαν σε μια ακτίνα μεγαλύτερη της πλατείας Αμερικής, άρχισα να κάνω σινεμά όπως εγώ το καταλαβαίνω και το νιώθω. Για μένα δεν υπάρχει λάθος ή σωστό στο σινεμά, οπότε δεν υπάρχει και κάτι τόσο συγκεκριμένο για να μάθεις. Για αυτό λέω πως κάνω σινεμά όπως εγώ το καταλαβαίνω και το νιώθω. Ελπίζοντας στην πορεία να βρεθούν και άλλα άτομα (αρχικά συνεργάτες και στην πορεία θεάτριες και θεατές) που θα καταλάβουν και θα νιώσουν αυτό που έχω κάνει. Για μένα μάλλον όλα ξεκινάνε από έναν χαρακτήρα, έναν άνθρωπο που σκέφτομαι, που έχει αυτά κι αυτά τα χαρακτηριστικά, που έχει αυτές κι αυτές τις εμμονές, που έχει αυτές κι αυτές τις συνήθειες. Κι ύστερα έρχονται όλα τα υπόλοιπα, εικόνες, πλοκές, χώροι, φως, ηθοποιοί, ερωτήματα υπαρξιακά, ερωτήματα πολιτικά.
Και κάπου εκεί μέσα σε όλα αυτά ήρθε και η αγάπη για το ελληνικό σινεμά. Ίσως η πρώτη ελληνική ταινία που αγάπησα πολύ να είναι Το ταξίδι του μέλιτος του Γιώργου Πανουσόπουλου, αλλά σίγουρα αυτή που κάθε φορά που βλέπω με ξαφνιάζει είναι ο Ιωάννης ο βίαιος της Τώνιας Μαρκετάκη.
Και η αγάπη για το ελληνικό σινεμά έφερε και την ενασχόληση με τα κοινά, τις διεκδικήσεις, και τη συνειδητοποίηση του πόσα ταλέντα χάνονται γιατί η Πολιτεία δε στηρίζει τις Τέχνες, παρά μόνο τις κοιτάζει αφ’ υψηλού με όρους αγοράς. Και τις φοβάται. Φοβάται μήπως το Σινεμά επιφέρει κάποια ρωγμή στην τεχνητή σταθερότητα και μονιμότητα που συντηρεί και διαιωνίζει τα συστήματα εξουσίας και ελέγχου της. Είναι πολλά αυτά που θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά η Πολιτεία, αλλά για αρχή θα μπορούσε να κοιτάξει τις/τους δημιουργούς κατάματα, ισότιμα και ειλικρινά. Να αφήσει για λίγο πίσω της την αλαζονεία και την ψευτιά που τη χαρακτηρίζει. Να δει πέρα από την βλαχογκλαμουριά και το κοινότοπο. Αυτή η άνιση σχέση με την Πολιτεία είναι και η μόνη αδυναμία του ελληνικού κινηματογράφου, μια αδυναμία που κάθε χρόνο που περνάει μεταφράζεται σε ταινίες που δεν γίνονται, ή ταινίες που γίνονται σε ακατάλληλες συνθήκες, και που τελικά στερεί από το Ελληνικό Σινεμά τη θέση που του αξίζει τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας.
Είκοσι πέντε χρόνια και κάτι μετά από την πρώτη φορά που ανέβηκα τα σκαλοπάτια της Σταυράκου και γύρισα εκεί τις πρώτες μου ταινίες, ετοιμάζω τη νέα μου ταινία και όλα μοιάζουν τόσο διαφορετικά μα τελικά τόσο ίδια. Γιατί όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, οι τεχνικές, και τα μέσα, δεν παύει αυτό που με συγκινεί και με κινητοποιεί στο σινεμά να παραμένει το ίδιο. Μια φλόγα σε ένα σαλόνι στον Περισσό με άσπρους καναπέδες και σκούρα έπιπλα καρυδιάς, μια μποτιλιαρισμένη λεωφόρος στο Λος Άντζελες, ένα μοτέλ σε μια άγνωστη αμερικάνικη επαρχία, κάποια παρηκμασμένα ιαματικά λουτρά, ένα δικαστήριο που αναζητά ένα θύτη-θύμα, ένα τραγούδι σε μια στιγμή που δεν το περιμένεις, ένα όνειρο που δεν το ξέρεις πως είναι όνειρο, μια νύχτα στην Αθήνα, ένα φιδίσιο σακάκι κι ένα πουά φόρεμα, μια γυναίκα που κάποτε είχε ένα όνειρο. Αυτό είναι το Σινεμά για μένα, και αυτό θα είναι ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν συμβεί.

