Κατὰ τὰ ἔτη 1973-74 ὁ Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε τὸ ἔργο του Μπαλάντες στὸ Παρίσι καὶ στὸ Ντουμπρόβνικ. Τὸ ἔργο κυκλοφόρησε τὸ 1975 σὲ δίσκο LP 33´ (Minos: MSN 259 – MINOS EMI) μὲ ὑπότιτλο Κύκλος τραγουδιῶν σὲ ποίηση Μανόλη Ἀναγνωστάκη. Τὰ ποιήματα τραγουδήθηκαν ἀπὸ τὸν Πέτρο Πανδῆ καὶ τὴ Μαργαρίτα Ζορμπαλᾶ. Χάριν τῆς ἱστορίας ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μίκης Θεοδωράκης διηύθυνε τὴν ὀρχήστρα, τὴν ὁποία ἀποτελοῦσαν οἱ κάτωθι κορυφαῖοι ἐκτελεστές: οἱ Θανάσης Πολυκανδριώτης καὶ Χρῆστος Νικολόπουλος στὰ μπουζούκια, ὁ Σπύρος Ρέγγιος στὸ φλάουτο, ὁ Βαγγέλης Χριστόπουλος στὸ ὄμποε, ὁ Γιάννης Διδίλης στὸ πιάνο, οἱ Βασίλης Τενίδης, Λάκης Παππᾶς καὶ Κώστας Νικολόπουλος στὶς κιθάρες, οἱ Σωτήρης Ταχιάτης, Γ. Κατσικάκης καὶ Στέλιος Ταχιάτης στὰ τσέλα, ὁ Ἀνδρέας Ροδουσάκης στὸ μπάσο καὶ ὁ Γιάννης Θεοδωρίδης στὴν τρομπέτα. Κορυφαῖοι τῶν κορυφαίων ὅλοι οἱ μουσικοί, ὁ δὲ δίσκος ἀνήκει στὰ «ἀριστουργήματα» τοῦ μεγάλου συνθέτη.
Τὸ 7ο ἀπὸ τὰ συνολικῶς ἐννέα τραγούδια τοῦ δίσκου, ποὺ ἐπιγράφεται Καὶ περνούσανε τὰ τράμ, τὸ ἀπέδωσε ὁ Πέτρος Πανδῆς. Στὸ συνοδευτικὸ φυλλάδιο τῆς ἐπανέκδοσης τοῦ ἔργου ἀπὸ τὴν ΕΜΙ σὲ cd τὸ 2011 γιὰ λογαριασμὸ τῆς ἐφημερίδας Ἡ Καθημερινή, στὴ σ. 5 διαβάζουμε τοὺς στίχους τοῦ τραγουδιοῦ. Σημειώνεται ὅτι τὸ ποίημα αὐτὸ δὲν περιλαμβάνεται σὲ κανένα βιβλίο τοῦ Ἀναγνωστάκη, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἡ πρώτη του δημοσίευση ἦταν αὐτὴ τοῦ ἐν λόγῳ φυλλαδίου. Ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ἀντιγράφουμε.
ΚΑΙ ΠΕΡΝΟΥΣΑΝΕ ΤΑ ΤΡΑΜ
Νεκρὸς κειτόταν μὲς στὸ δρόμο
βαθιὰ-βαθιὰ στὴν πλάτη τὸ μαχαίρι
κανεὶς δὲν ἅπλωσε τὸ χέρι
κανεὶς δὲν πάτησε τὸ νόμο
Καὶ περνοῦσαν καὶ περνούσανε τὰ τρὰμ
νταραντατὰμ νταραντατάμ
Κλεῖσαν τὰ μαγαζιὰ οἱ γειτόνοι
καὶ τὰ μαζέψαν μάνι-μάνι
σκορπίσαν ὅλοι ἀπ᾽ τὸ σεργιάνι
ἄλλωστε πῆρε νὰ νυχτώνει
Καὶ περνοῦσαν καὶ περνούσανε τὰ τρὰμ
νταραντατὰμ νταραντατάμ
Στοῦ φαναριοῦ τὸ φῶς γυαλίζει
τὸ κάθετο γυμνὸ λεπίδι
ἀδιάφορο ἀδιάφορο πελώριο φίδι
τὸ τρὰμ περνᾶ καὶ κουδουνίζει
Καὶ περνοῦσαν καὶ περνούσανε τὰ τρὰμ
νταραντατὰμ νταραντατάμ
Τὸ ποίημα αὐτὸ φέρεται νὰ τὸ ἔγραψε ὁ Ἀναγνωστάκης τὸ 1972. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ τελευταῖο του ποίημα. Ὁ ἴδιος ἔχει δηλώσει:
Τὸ ᾽71 οὐσιαστικὰ σταματάει ἡ ποιητική μου παραγωγή. Δὲν γράφω καθόλου ποιήματα. Δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ γράψω ποιήματα, καθόλου.
Τὸ ποίημα αὐτὸ εἶναι χωρὶς στίξη καὶ ἔχει δομὴ τραγουδιοῦ: ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία κουπλὲ καὶ τὸ ρεφρέν του. Τὰ κουπλὲ ἔχουν πλεκτὴ ὁμοιοκαταληξία (αββα)· ὁμοιοκαταληκτεῖ ἀνισοσύλλαβα καὶ τὸ ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο στίχους ρεφρέν. Οἱ στίχοι τῶν κουπλὲ εἷναι ἰαμβικοὶ ἐννεασύλλαβοι, ἐκτὸς ἀπὸ δύο περιπτώσεις, ὅπου ἡ ποσότητα τῶν συλλαβῶν αὐξάνεται κατὰ δύο (στὸν δεύτερο στίχο τοῦ πρώτου κουπλὲ καὶ στὸν τρίτο στίχο τοῦ τρίτου κουπλέ).
Ὁ Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δημοσίευσε τὸ 1921 τὴ δεύτερη ποιητικὴ συλλογή του μὲ τίτλο Poema del cante jondo. Ἀπὸ τὴ συλλογὴ αὐτή, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴ δεύτερη ἑνότητά της μὲ τίτλο Poema de la Soleá, ἀντιγράφουμε τὸ 6ο ἀπὸ τὰ συνολικῶς δέκα ποιήματά της:
SORPRESA
Muerto se quedó en la calle
con un puñal en el pecho.
No lo conocía nadie.
Cómo temblaba el farol!
Madre.
Cómo temblaba el farolito
de la calle!
Era madrugada. Nadie
pudo asomarse a sus ojos
abiertos al duro aire.
Que muerto se quedó en la calle
con un puñal en el pecho
y que no lo conocia nadie.
Τοῦ ἀνωτέρω ποιήματος παραθέτουμε δική μας μετάφραση, ἀδημοσίευτη ἀκόμα σὲ βιβλίο.
ΕΚΠΛΗΞΗ
Γυμνὸς σωριάστηκε στὸ δρόμο
μ῾ ἕνα στιλέτο μὲς στὸ στῆθος του μπηγμένο.
Κανεὶς δὲν τὸν ἐγνώριζε, κανένας.
Τὸ φανάρι, ὢ ναί, πῶς ἐτρεμόπαιζε!
Μανούλα μου.
Πῶς ἐτρεμόπαιζε τὸ φαναράκι ἐκεῖ
τοῦ δρόμου!
Εἶχε χαράξει. Κανένας
δὲν μποροῦσε νὰ κρατάει τὰ μάτια του
μὲς στὸν τραχιὸν ἀέρα ὀρθά, ἀνοιχτά.
Νά ʼναι στὸ δρόμο νεκρός·
νά ʼχει στὰ στήθη του μέσα μπηγμένο ἕνα στιλέτο·
αὶ κανεὶς νὰ μὴν τόνε γνωρίζει, κανένας.
Τὸ τραγούδι τοῦ Ἀναγνωστάκη μοιάζει μὲ τὸ ποίημα τοῦ Λόρκα. Ὑπάρχει ἕνας νεκρὸς μὲς στὸ δρόμο· τὸ στιλέτο/μαχαίρι, ὅμως, ποὺ τὸν σκότωσε δὲν εἶναι στὴν πλάτη, ἀλλὰ στὸ στῆθος. Καὶ στὰ δύο ἔργα ὑπάρχει ἡ ἀντωνυμία «κανείς», ἀλλὰ ὁ κάθε «κανεὶς» κάνει ἢ δὲν κάνει ἄλλα πράγματα. Τὰ χαράματα τοῦ Λόρκα εἶναι ἀρχὴ τῆς νύχτας στὸν Ἀναγνωστάκη. Κοινὸ στοιχεῖο καὶ στὰ δύο ἔργα εἶναι τὸ «φανάρι». Οὔτε τρὰμ ὑπάρχει οὔτε τίποτε ἄλλο.
Ἀφήνω κατὰ μέρος τὴν περίπτωση «λογοκλοπῆς» — καὶ μόνο ἡ σκέψη εἶναι γελοία. Ἕνας μαχαιρωμένος στὸν δρόμο, ἕνα φανάρι τοῦ δρόμου καὶ ἡ γενικὴ ἀδιαφορία τοῦ κόσμου γιὰ τὸ συμβὰν δὲν εἶναι «θέματα τόσο μοναδικά», ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ στοιχειοθετηθεῖ ἔστω καὶ ὑπόνοια λογοκλοπῆς. Προσωπικῶς πιστεύω, πάντως, ὅτι ὁ Ἀναγνωστάκης εἶχε μὲ κάποιο τρόπο «δεῖ» καὶ «διαβάσει» (πιθανότατα σὲ γαλλική του μετάφραση) τὸ ποίημα τοῦ Λόρκα, καὶ «ἐμπνεύστηκε» ἀπὸ τὴν ἐν γένει εἰκόνα, γιὰ νὰ γράψει ἕνα δικό του, καὶ δὴ ἔμμετρο ποίημα/τραγούδι σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ εἶχε «κόψει» πιὰ κάθε δεσμὸ μὲ τὴν ποίηση. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ «ἀκούει λέξη» γιὰ ποίηση καὶ ποιήματα. Καὶ θὰ τὸ ἔλεγα… ἤ, μᾶλλον, τὸ λέω, ἐπειδὴ τὸ εἶχα ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ ἰδιωτικῶς (σὲ ἀρκετὲς συναντήσεις μας στὸ σπίτι του στὸ Νέο Ἡράκλειο) καὶ δημοσίως: στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (τότε ἐφιλοξενεῖτο στὸ κτίριο τῆς Νομικῆς Σχολής, στὴν ὁδὸ Σόλωνος), προσκεκλημένος τοῦ καθηγητῆ Κάρολου Μητσάκη. Τόσο πολὺ, μάλιστα δὲν ἤθελε, ποὺ ἔφτανε νὰ «τὰ βάζει» μὲ τὸν Καρυωτάκη καὶ τὸν Καβάφη — αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε καὶ παρακάτω.
Ἀφοῦ τὸ εἶχε δεῖ τὸ λορκιανὸ ποίημα, ἂν δὲν εἶναι λογοκλοπή, τότε μήπως εἶναι μετάφραση; Μὲ μεγάλη μου εὐχαρίστηση θὰ ἔλεγα ναί, ἀλλὰ δὲν τό λέω. Καὶ θὰ τὸ ἔλεγα μὲ μεγάλη μου εὐχαρίστηση (ἀναφέροντας καὶ ἀνάλογες «συμπεριφορὲς» ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Παπατσώνη καὶ τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ὅταν μετάφρασαν τὸν Οὐνγκαρέτι, τὸν Χαίλντερλιν καὶ τὸν Μπωντλαὶρ ἀντίστοιχα), μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δώσω πάτημα σὲ διάφορα μονίμως ξινὰ ἀκαδημαϊκὰ ἢ κατ᾽ ἀπομίμηση ἀκαδημαϊκίζοντα μοῦτρα νὰ ξινίσουν κι ἄλλο καὶ νὰ εὐφρανθεῖ ἔτσι τὸ εἶναι μου.
Δὲν τὸ λέω, ὅμως, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Ἀναγνωστάκης ἐλάχιστα ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μετάφραση. Μετέφρασε σὲ νεανικὴ ἡλικία λίγα ποιήματα τοῦ Ἀπολλιναὶρ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ποιητή. Ἂς δοῦμε τί ἔχει πεῖ σχετικά:
Ξεχώριζα πάντοτε ἀπὸ τοὺς Γάλλους —γιατὶ μόνο τοὺς Γάλλους ξέρω καλά— τὸν Ἀπολλιναίρ, τὸν ὁποῖο ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία τὸν διάβασα τυχαῖα, τὸν βρῆκα σὲ μιὰ βιβλιοθήκη, καὶ μὲ παρέσυρε. Ἐκ τῶν ὑστέρων διαπίστωσα ὅτι ὁ Ἀπολλιναὶρ εἶναι μία φυσιογνωμία ποὺ ἔχει ἐπηρεάσει πάρα πολὺ ὅλη τὴν τέχνη.
Κατόπιν τούτου ἂς τοῦ δώσουμε πάλι τὸν λόγο, γιὰ νὰ δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος γιὰ τὴ μετάφραση καὶ γιὰ τὴ στάση του ἀπέναντι στὰ μεταφρασμένα ἔργα.
[…] δὲν δίνω μεγάλη σημασία στὶς μεταφράσεις […]. Ἰδίως μὲ τὴν ποίηση ποὺ εἶναι ἀμετάφραστη. Οὐσιαστικὰ ἡ ποίηση εἶναι ἀμετάφραστη, δὲν μεταφράζεται, δὲν ὑπάρχουν παραλληλίες ἀνάμεσα στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ στὴν ξένη.
Γι’ αὐτὸ μᾶλλον οἱ κακοὶ ποιητὲς μεταφράζονται καλύτερα. Διότι ὁ κακὸς ποιητὴς μπορεῖ εὔκολα καὶ βρίσκει τὸ ἀντίστοιχό του. Οἱ θεματικοὶ ποιητές, οἱ ἔχοντες θέμα, μεταφράζονται εὔκολα. Παραδείγματα πολλά. Ἀκόμα καὶ ὁ Καβάφης. Ἔχει θέμα ὁ Καβάφης, ἔχει στόρι. Εἶναι ὁ τάδε βασιλιὰς ὁ ὁποῖος ἔγινε ἔτσι καὶ πῆγε ἔτσι. Ἔχει στόρι κι αὐτὸ μεταφράζεται. Ὅταν μεταφράζεται ὁ Καβάφης, ὁ ὁποῖος ἔχει ἑκατὸν πενήντα τρία ποιήματα, ὅταν μεταφράζεται, μεταφράζεται μόνο τὸ στόρι. Ὁ Καβάφης δὲν μπορεῖ νὰ μεταφραστεῖ. Τὸ «Ἐπέστρεφε» τοῦ Καβάφη δὲν μπορεῖ νὰ μεταφραστεῖ. Ἡ γλώσσα του, μεταξὺ δημοτικῆς, ἰδιωματικῆς τῆς Ἀλεξάνδρειας γλώσσας καὶ καθαρεύουσας, αὐτὸ τὸ πράγμα δὲν γυρίζεται σὲ ἄλλη γλώσσα. Λοιπόν, μὴ ζοῦμε στὰ σύννεφα. Μὴν προσπαθοῦμε νὰ πείσουμε ὅτι μπορεῖ ἕνας ἕλληνας ποιητὴς νὰ γίνει γνωστὸς διεθνῶς ἔξω∙ δὲν γίνεται. Ἡ ποιητικὴ γλώσσα δὲν παραδίδεται σὲ κανέναν μεταφραστή. Ὅταν διαβάζουμε Μπωντλαὶρ μεταφρασμένο στὰ ἑλληνικά, δὲν διαβάζουμε Μπωντλαίρ.
Ἀντιπαρέρχομαι τὴν τελευταία «ἀποστροφὴ» τοῦ λόγου (ποὺ μὲ ἀφορᾶ καὶ δὲν μὲ ἀφορᾶ!), ὅπως ἀντιπαρέρχομαι καὶ τὴ μερική (τὴν ἁπλῶς μερική) ὀρθότητα τῆς ἀπόφανσης τοῦ Ἀναγνωστάκη περὶ μετάφρασης μόνον τοῦ «στόρι», ὅπως, τέλος, ἀντιπαρέρχομαι καὶ τὶς «κακίες», καὶ καταλήγω στὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ποίημα/τραγούδι μὲ τὰ «τράμ», ἂν δὲν εἶναι —γιὰ νὰ ἐκφρασθῶ μουσικῶς— «παραλλαγὴ πάνω σὲ ἕνα θέμα τοῦ Λόρκα», εἶναι ἕνα καθαρὸ λυρικὸ σκέρτσο τοῦ ποιητῆ, μὲ ἀποκορύφωμά του τοὺς στίχους τοῦ τρίτου κουπλὲ καὶ μὲ τὴ διπλὴ ἀναφορά «ἀδιάφορο ἀδιάφορο». Ἐπειδὴ τὸ ποίημα εἶνα ἄστικτο, ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ παρακάτω ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση. Μὲ τὸ πρῶτο «ἀδιάφορο» κλείνει ἡ εἰκόνα Στοῦ φαναριοῦ τὸ φῶς γυαλίζει τὸ κάθετο γυμνὸ λεπίδι ἀδιάφορο. Μὲ τὸ δεύτερο «ἀδιάφορο» ἀνοίγει ἡ εἰκόνα ἀδιάφορο πελώριο φίδι τὸ τρὰμ περνᾶ καὶ κουδουνίζει. Ἀδιάφορα εἶναι τὸ «λεπίδι» καὶ τὸ «φίδι», δύο λέξεις ποὺ ὁμοιοκταληκτοῦν σκερτσόζικα.
Τὸ ἀναγνωστάκειο λυρικὸ σκέρτσο δόθηκε γιὰ μελοποίηση σὲ κορυφαῖο μουσικό, ὁ ὁποῖος τὸ φιλοτέχνησε σὲ μοναδικῆς ὡραιότητας τραγούδι, ποὺ τὸ ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ ἡ ἑρμηνεία τοῦ —ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ τὸ γράψω— προσφιλέστατού μου Πέτρου Πανδῆ.

