Τον βρήκα σ’ ένα σπίτι δίπλα σε μια θάλασσα.
Τον δίδυμο αδερφό μου, που τότε πια ήταν είκοσι δύο χρόνια μεγαλύτερός μου: εγώ μεσήλικας, εκείνος γέρος. Το σπίτι ήταν ολόιδιο με το πατρικό μας: η κόκκινη πόρτα, τα κόκκινα παντζούρια, οι άσπροι τοίχοι. Ήταν σαν εκείνο το σπίτι που θυμόμουν. Πόσο όμως ήταν στ’ αλήθεια το σπίτι που θυμόμουν; Η μνήμη αρπάζεται από μια λεπτομέρεια και γύρω της χτίζει πάντα κάτι νέο, που χάρη στην ψευδαίσθηση της λήθης δείχνει έπειτα ολόιδιο με ό,τι υπήρξε. Γι’ αυτό δεν μπόρεσα να πω: «Τον βρήκα στο σπίτι μας δίπλα στη θάλασσα», γιατί δεν μπορούσε τούτο δω να είναι το σπίτι μας, κι ας ήταν όπως ακριβώς το θυμόμουν, ούτε μπορούσε αυτή η θάλασσα να είναι εκείνη που τύλιγε τότε τα ισχνά αγορίστικα κορμιά μας, όταν βουτούσαμε απ’ τον ψηλό βράχο με το παλιό πολυβολείο, ρημαγμένο απομεινάρι ποιος ξέρει ποιανού αρχαίου πολέμου –τότε που ο αδερφός μου κι εγώ είχαμε ακόμα την ίδια ηλικία με διαφορά λίγης ώρας, γιατί πρώτα γεννήθηκε αυτός και κατόπιν εγώ.
Εκείνο ήταν το σπίτι μας, αυτό ήταν απλώς ένα σπίτι. Έφτασα εκεί φορώντας ακόμα τη στολή μου από χρονοΐνες –αν την έβγαζα, θα άρχιζα μεμιάς να γερνάω. Το δέρμα μου είχε κοκκινίσει απ’ τον ιδρώτα και με φαγούριζε. Οι χρονοΐνες ήταν πατέντα της ΓΟΥΕΪΛΑΪ-ΓΚΟΤΣΙ· συνολικά η στολή ήταν πατέντα της ΣΙΤΖΙΕΝ. Αυτοί οι δύο κολοσσοί, μαζί με τον τρίτο, τη ΣΙΧΟ-ΤΣΙΝΤΣΙΟ, είχαν σπονσονάρει την αποστολή του αδερφού μου, καθώς και τη δική μου τώρα, για να τον βρω όταν διέκοψε κάθε επικοινωνία. Το σκάφος του και το δικό μου σκάφος ήταν σχεδιασμένα απ’ τη ΣΙΧΟ-ΤΣΙΝΤΣΙΟ.
Από το στίγμα του σκάφους του, ήξερα πού να προσεδαφιστώ, και πήρα ένα μονοπάτι που μου φάνηκε γνώριμο, μα δεν ήμουν σίγουρος· έτσι έκλεισα για μία στιγμή τα μάτια, ώστε ν’ αποφασίσουν τα πόδια μου εάν το είχαν ακολουθήσει αμέτρητες φορές τότε που ακόμα ήταν τα λιγνά μέλη ενός αγοριού· σκόνταψα σε μια πέτρα κι έπεσα.
«Βλάκα», μονολόγησα. «Βλάκα».
Χάρη στις χρονοΐνες, ο αντικειμενικός χρόνος, ο εξωτερικός που ίσχυε για το σώμα μου, ήταν ένα τρεμούλιασμα που διαρκώς επανέφερε την ίδια στιγμή, ενώ ο υποκειμενικός χρόνος εξακολουθούσε να κυλά όπως για τους ανθρώπους παλιά, όταν ακόμα μετρούσαν το κύλισμά του με ημέρες κι εποχές, με γέννες και θανάτους –το ταξίδι μου ως τον 181265 είχε διαρκέσει υποκειμενικά 97 παλαιά γήινα χρόνια, τόσο διάστημα όσο μεσολαβούσε στην αρχαία ιστορία ανάμεσα στην ανακάλυψη των αστέρων νετρονίων και στην ήττα των Η.Π.Α από την Κίνα στον 2ο Αμερικανοκινεζικό Πόλεμο· ενώ για το σώμα μου ήταν μία στιγμή όλη κι όλη.
Παρακάτω στο μονοπάτι στάθηκα, έσκυψα κι έκοψα ένα χορταράκι. Για όλον αυτόν τον κόσμο, ο χρόνος που ίσχυε ήταν ο υποκειμενικός δικός μου. Μόνο το σώμα μου χάρη στη στολή και το σκάφος μου, υπάκουαν στον αντικειμενικό χρόνο. Αν δεν έκοβα το χορταράκι, έτσι κι αλλιώς κάποια στιγμή θα μαραινόταν.
Τώρα είχα σταθεί και κοιτούσα το σπίτι. Ήταν το μισό στο φως εκείνου του ήλιου και το άλλο μισό στη σκιά ενός σύννεφου. Τα παντζούρια θα ’θελαν κάθε χρόνο βάψιμο, όπως έτρωγε η αρμύρα της θάλασσας το χρώμα. Ο κάτοικός του –ο αδερφός μου;– το ’χε ασπρίσει πρόσφατα· αλλά φαίνονταν ήδη αχνές πρασινίλες εδώ κι εκεί, όπου είχε αρχίσει η μούχλα να το πασπαλίζει, και του χρόνου θα χρειαζόταν ξανά άσπρισμα. Παρακάτω στο μονοπάτι, είδα χαμηλότερα τον βράχο που πάνω του ήταν αδραγμένο πεισματικά κείνο το ρημαγμένο πολυβολείο, παλεύοντας να αντισταθεί λίγο ακόμα στον άνεμο και τα κύματα, που έτριβαν σιγά σιγά το αρχαίο του υλικό.
Αναρωτήθηκα, μήπως ό,τι έβλεπα δεν υπήρχε αλλ’ ήταν απλώς μια προβολή της μνήμης μου πάνω στον πλανήτη. Ήξερα όμως ότι υπήρχε –και προχώρησα.
Στην πόρτα δίστασα, έπειτα τη χτύπησα και περίμενα. Μου άνοιξε, όμως δεν κατάλαβα εξαρχής ότι ήταν αυτός, κι όταν τον αναγνώρισα, ένιωσα μοιρασμένος στα δύο αλλά βίαια, σαν να ’χε κοπεί ο εαυτός μου με μια μαχαιριά.
«Αλεξέι», του είπα. «Γέρασες».
«Σ’ έστειλαν να με βρεις;» με ρώτησε.
«Ναι».
«Πέρνα», μου είπε. «Κάθισε».
Τόση ώρα στεκόμουν στο κατώφλι εκείνου του σπιτιού στον πλανήτη και μπαίνοντας πρόσεξα πώς ξεφλούδιζε πράγματι το κόκκινο χρώμα στην πόρτα κι από μέσα φαινόταν το ξύλο, που ’χε ήδη αρχίσει να σαπίζει από την υγρασία.
Θυμόμουν τις πολυθρόνες που καθίσαμε αντικριστά, στο σαλόνι του πατρικού μου· πρόσεξα στα κάδρα τις φωτογραφίες των γονιών μας, νέων ακόμα, όταν ήμασταν συνομήλικα αγόρια και κάναμε βουτιές από τ’ αρχαίο πολυβολείο.
Η στολή μου, που σ’ όλο το ταξίδι μ’ είχε προφυλάξει από τον υποκειμενικό χρόνο, τώρα ξαφνικά μου φαινόταν αλλόκοτη, ξένη –μια αταίριαστη προσθήκη από το μέλλον σε τούτες τις παλιές πολυθρόνες, σ’ αυτό το σαλόνι της μνήμης.
«Πότε έβγαλες τη στολή σου;» τον ρώτησα.
«Πριν από είκοσι δύο χρόνια», μου απάντησε.
«Γιατί;»
«Όταν ήρθα», είπε, «ο πλανήτης ήταν ένας νεκρός κόσμος, υπήρχαν μόνο έρημοι και βουνά. Ο χρόνος του πλανήτη ήταν ο αντικειμενικός που ίσχυε για τη στολή μου και για το σκάφος μου – γι’ αυτό άλλωστε μ’ έστειλαν εδώ, το ξέρεις. Με το που έβγαλα όμως τη στολή, κι ήμουν πια σ’ αυτόν τον κόσμο το μόνο πλάσμα που γερνούσε και το μόνο πράγμα που πάλιωνε, άλλαξε μαζί μου ο χρόνος –αλλά εκτός από τη μνήμη μου δεν υπήρχε άλλος δείκτης του υποκειμενικού χρόνου, έτσι γεννήθηκαν το σπίτι, το πολυβολείο, η θάλασσα… Έχω δώσει ένα όνομα στον πλανήτη».
«Ποιο;» τον ρώτησα.
«Το δικό σου: Ντμίτρι».
«Θα ’ρθεις πίσω μαζί μου;»
«Όχι. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ».
«Γιατί;»
«Πέταξα τη στολή. Θα πέθαινα στο ταξίδι» –με κοίταξε έπειτα, κι είπε: «Θα βγάλεις κι εσύ τη στολή σου, Ντμίτρι;»
Με είδε που δίστασα.
«Τι πειράζει, να μεγαλώσεις μία ώρα όλη κι όλη; Ύστερα την ξαναβάζεις».
Έβγαλα τη στολή και φόρεσα τα ρούχα που μου ’δωσε: ένα παλιό μπαμπακερό παντελόνι τριμμένο στα ρεβέρ και στα γόνατα· μια μπλούζα που ’χε μια τρύπα στον αριστερό αγκώνα.
«Τα ρούχα μου είναι παλιά όλα», είπε.
Πράγματι, το παντελόνι του και το πουκάμισό του ήταν φθαρμένα και μπαλωμένα. Αλλά έπειτα τα έχασα, όταν μου πρότεινε:
«Θες να βουτήξουμε απ’ το πολυβολείο, όπως παλιά;»
Κοίταξα τον γέρο αντίκρυ μου.
«Ήμασταν παιδιά τότε», του είπα.
«Έλα, πάμε», επέμεινε.
Ξεντυθήκαμε στην κορυφή του βράχου, κι ένιωσα στο δέρμα μου το απαλό ζεστό χάδι εκείνου του ήλιου. Φυσούσε ένα αεράκι, τόσο όσο χρειαζόταν για να σε δροσίζει ευχάριστα και να αναδεύει ελαφρά τα χορτάρια και τα φύλλα. Κοίταξα από τον βράχο τη θάλασσα κάτω, τον πυθμένα. Ήταν πιο ψηλά απ’ όσο θυμόμουν ή μου φαίνονταν απλώς κοντινότερα όλα, όταν ήμουν αγόρι; Για μία στιγμή φοβήθηκα πως θα έβρισκα κάτω βουτώντας και θα τσακιζόμουν –αλλά μετά βούτηξα, το κορμί μου θυμήθηκε πώς ακριβώς έπρεπε να πέσει στο νερό και το ’νιωσα να με τυλίγει κρύο· κολύμπησα, βγήκα έξω, βούτηξα ξανά. Στάζοντας, όρθιος στην άκρη του βράχου πάλι, περίμενα τον αργό γέρο που κάποτε ήταν ένα σβέλτο αγόρι, να σκαρφαλώσει ξανά κι αυτός, για να βουτήξουμε μαζί. Παραβγήκαμε στο κολύμπι, κουράστηκα πρώτος και θύμωσα ανόητα, σαν παιδί, που ο Αλεξέι είχε μεγαλύτερη αντοχή κι ας ήμουν είκοσι χρόνια νεότερός του.
Πίσω στο σπίτι, αφού φάγαμε, έκανα να βάλω πάλι τη στολή μου, όμως με ρώτησε:
«Δεν θέλεις πρώτα να κοιμηθείς σε σεντόνια;… Και μετά τη φοράς. Τι πειράζει, αν μεγαλώσεις μισή μέρα;»
Δίστασα, αλλά μετά σκέφτηκα ότι πράγματι δεν πείραζε να θυσιάσω μερικές ώρες για να κοιμηθώ για πρώτη φορά χωρίς τη στολή, μετά από έναν αιώνα σχεδόν.
Με πήγε στην παιδική μας κάμαρα, που ’χε όπως τότε δύο κρεβάτια, έστρωσε το ένα με φρεσκοπλυμένα λινά σεντόνια και μου ’πε: «Ξάπλωσε».
«Εσύ δεν θα ξαπλώσεις;»
«Όχι, έχω μια δουλειά».
Ξάπλωσα κάτω απ’ το σεντόνι, που ευωδίαζε σαπούνι, και για λίγο έβλεπα να χορεύουν πάνω στην ασπράδα του οι σκιές από τα φύλλα της λεμονιάς που και τώρα, όπως και τότε, ήταν έξω από το τζάμι. Όποτε έκρυβε ένα σύννεφο τον ήλιο, οι σκιές χάνονταν κι έπειτα η λιακάδα τις πρόβαλλε ξανά στο λευκό πανωσέντονο και στον τοίχο παραδίπλα. Με το που τις έσβηνε κάθε φορά το περαστικό σύννεφο, περίμενα με αγωνία πότε θα ξεπηδούσαν πάλι, θαρρείς και εξαρτιόταν απ’ αυτό κάτι που ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου –ώσπου με πήρε ο ύπνος.
Όταν ξύπνησα, τον βρήκα στο σαλόνι.
«Ξεκουράστηκες;» με ρώτησε.
«Ναι. Δώσ’ μου τώρα τη στολή μου».
«Δεν θέλεις να πάμε πρώτα μια βόλτα;»
«Να βάλω τη στολή μου, και πάμε. Δώσ’ την μου».
«Δεν μπορώ».
«Γιατί;»
«Επειδή την πέταξα».
«Τι έκανες, λέει;»
«Την έριξα στη θάλασσα. Ποιος ξέρει πού θα ’ναι τώρα…»
«Όμως, δεν μπορώ πια να γυρίσω πίσω!…»
«Όχι, Ντμίτρι, δεν μπορείς», μου είπε ήρεμα.
Θύμωσα, αλλά μερικές εβδομάδες αργότερα, που ήταν πια μεσοκαλόκαιρο κι ο ήλιος έκαιγε το δέρμα, τα χορτάρια ξεράθηκαν, έτσι περίμενα πότε θα πρασινίσουν, κι όταν πρασίνισαν περίμενα πότε θα ξεραίνονταν ξανά…
Όταν έθαψα τον αδερφό μου, πια ήμουν γέρος.
