Αγγέλα Καστρινάκη

Ο Αναγνωστάκης και τα όρια του αντιδογματισμού

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονται με νύχτες […]
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της ιστορίας θολώνει

Μεγάλωσα με αυτούς τους στίχους[1]. Δεν είναι μόνο εξαίρετοι ποιητικά, αλλά ταίριαζαν και στη μελαγχολία της εφηβείας, καθώς και στην ιδιαίτερη σχέση που είχαμε τότε, η νεολαία της ανανεωτικής Αριστεράς, με την πολιτική. Με το «άψογο πρόσωπο της ιστορίας» δηλώναμε πως, αν και στρατευμένοι στην «αλλαγή της κοινωνίας», είχαμε κάπως χορτάσει από «ιστορία». Γιατί το «άψογο πρόσωπο» ήταν η ιστορία στην αφηρημένη μορφή της, θεωρημένη μέσα από τους «νόμους» του διαλεχτικού υλισμού, μια καθαρή σειρά νομοτελειών. Διαβάζαμε τότε τους θεωρητικούς του μαρξισμού. Αλλά για εμάς, τη νεολαία του ανανεωτικού κομμουνιστικού κόμματος, όπου ανήκε, όπως είναι γνωστό, και ο Αναγνωστάκης, ρόλο έπαιζε και η προσωπική ζωή, οι ιδιωτικές περιπέτειες – αυτές δεν έσβηναν μπροστά στο μεγάλο πλάνο της ιστορίας.

Όντως μεγάλωσα με Αναγνωστάκη, τον τραγούδησα, όπως όλη η πολιτικοποιημένη ανανεωτικά γενιά μου, τον γνώρισα λίγο (σε ένα φεστιβάλ της Αυγής, μου είπε «ανέβα, συντρόφισσα, στη σκηνή να με αναγγείλεις» κι εγώ τα χρειάστηκα[2]), ταυτίστηκα με την ψηλή, αυστηρή φιγούρα του. Αργότερα έγραψα κάποια άρθρα, ενώ και στο βιβλίο μου Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950 του έχω δώσει θέση πυξίδας για να καταλάβω και να δώσω να καταλάβουν οι αναγνώστες την ιστορία, το κλίμα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και το κλίμα, το εντελώς διαφορετικό, στον Εμφύλιο:

Στην Κατοχή το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη, το ανέκδοτο έπαιρνε και έδινε, οι αναμνήσεις μας σήμερα μπλέκονται με πικρές νοσταλγίες και ήχους από ακορντεόν. Κανείς δεν αποπειράθηκε –γιατί δεν μπορεί– να μιλήσει με χιούμορ για τα χρόνια του 1946-1950. Η Κατοχή είναι ένας πολύχρωμος πίνακας όπου το μαύρο δένει παράδοξα αρμονικά με το κόκκινο, με το γαλάζιο, με όλα τα χρώματα της ίριδας. Το χρώμα του Εμφύλιου είναι το μαύρο, ένα απέραντο απ’ άκρη σ’ άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί να ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά.[3]

Μια γενναία φράση κατά του Εμφυλίου, μεσούσης της Μεταπολίτευσης…

Και σήμερα ακόμα τα νεανικά ποιήματα του Αναγνωστάκη, που είναι σε μεγάλο μέρος τους ερωτικά ή ελεγεία για χαμένους φίλους, συνεχίζουν να με συγκινούν. Με εκφράζει επίσης η «σκεπτικιστική αμφισημία» του ποιητή, όπως, π.χ., εμφανίζεται σε ποιήματα με το μοτίβο του «ταξιδιού», όπου το ταξίδι συνιστά μεταφορά της επανάστασης, της απελευθέρωσης, της ευτυχίας[4]. Γιατί, πράγματι, ο Αναγνωστάκης υπήρξε σκεπτικιστής ως προς τη δυνατότητα του «ταξιδιού», όταν οι ομότεχνοί του, κατά την περίοδο 1943-1946, διασάλπιζαν τον αποφασιστικό απόπλου. Εκτιμώ πολύ, επίσης, το καλό του γούστο (διασκεδάζω αίφνης με το πώς κατακεραύνωσε τον Μ. Καραγάτση[5]), ενώ φυσικά σέβομαι απεριόριστα τον γενναίο άνθρωπο και τον διανοούμενο που από πολύ νωρίς διαχώρισε την τέχνη από την πολιτική σκοπιμότητα και πάλεψε για την ιδέα ότι η τέχνη πρέπει να κρίνεται με τους δικούς της όρους[6].

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Με όλα αυτά ως δεδομένα, κάποια στιγμή, τα τελευταία, μπορεί και δέκα, χρόνια, κάτι άρχισε να χτυπάει παράταιρα στ’ αφτιά μου. Ορισμένοι στίχοι, ίσως από τη Συνέχεια και μετά, από τα ποιήματα των χρόνων 1953-1954, κάπως με ξαφνιάζουν∙ η ταύτισή μου αποκτά ρωγμές :

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
[7]

Γίνεται λόγος λοιπόν εδώ για ένα δυσάρεστο «τώρα», για μια εποχή «επιγόνων». Το ποιητικό υποκείμενο έχει επιστρέψει από κάπου (δεν πληροφορούμαστε από πού) και δεν αναγνωρίζει πια την πόλη του, τη χώρα του. Το πλήθος είναι «αλλότριο» και «έρπει» – σαν ερπετό, σαν φίδι; Κι αυτοί οι «επίγονοι» αντιμετωπίζουν τους προγόνους τους ως ξένους, ενώ οι αξίες τους είναι αλλοτριωμένες (θύουν σε ομοιώματα, σε είδωλα).

Ο Αναγνωστάκης είχε, αλήθεια, γυρίσει τότε στην κοινωνική ζωή μετά από τρία χρόνια φυλακή, όπου είχε ζήσει σε συνθήκες μεγάλης αβεβαιότητας για την ίδια του την επιβίωση, όπως όλοι γνωρίζουμε. Βλέπει λοιπόν μια διαφορετική χώρα και διαπιστώνει ότι έχει πάψει να μιλά την ίδια γλώσσα με τους συμπολίτες του. Και καταγγέλλει αυτή τη νέα κατάσταση.

Σήμερα θα λέγαμε ότι είναι φυσικό, εύλογο, αναμενόμενο και ίσως επιθυμητό, οι πολίτες μιας χώρας να έχουν γυρίσει σελίδα μετά από ιδιαίτερα τραυματικά γεγονότα. Ο ηρωισμός της αντίστασης κατά την Κατοχή και η αθλιότητα του Εμφυλίου έπρεπε να παραμεριστούν, ακόμα και να ξεχαστούν σε εκείνη τη φάση. Η χώρα έμπαινε τότε σε μια περίοδο ανασυγκρότησης, χωρίς την ανάταση της Αντίστασης, χωρίς σπουδαία ιδανικά, ίσως, πέρα από την επιθυμία της εξόδου από τη φτώχεια και της κοινωνικής ανόδου. Ο ποιητής μας όμως πληγώνεται, αντιδρά και παίρνει αποστάσεις, διαχωρίζοντας έντονα τον εαυτό του (και τη γενιά του ίσως) από το πλήθος. Μήπως είναι υπερβολικά οξύς ο χαρακτηρισμός που προκύπτει από το «έρπει»;

Ο πιο έντονος διαχωρισμός από το «πλήθος», ωστόσο, συμβαίνει στο περίφημο «Μιλώ»[8]. Μετά τις συγκλονιστικές εικόνες από την εμπειρία του Εμφυλίου και της φυλακής, το ποίημα τελειώνει με μια κάθετη διαφοροποίηση:

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

«Αυτός», ο Χριστός∙ εννοείται, αφού οι άλλοι είναι οι «ψαράδες». Και τι έκανε Αυτός; Κουράστηκε, πρόδωσε και εντέλει δοξάστηκε, προφανώς χωρίς να το αξίζει. Το ποιητικό υποκείμενο διαχωρίζει λοιπόν τη θέση του από εκείνην του Ιησού. Πίσω από Αυτόν κρύβεται πιθανώς ο Στάλιν – τι έκανε όμως ο Ιησούς για να του ταιριάζει μια τέτοια εξίσωση; Επιπλέον, ο ποιητής (τι να λέμε «ποιητικό υποκείμενο» σαν να μην ταυτίζονται;) επιθυμεί να αντιπαραθέσει το παράδειγμα το δικό του και της στενής του ομάδας –των ψαράδων– στο κατεξοχήν παράδειγμα του χριστιανικού κόσμου (ενώ ταυτόχρονα διαφοροποιεί και την ομάδα του από κάποιους άλλους «συντρόφους»). Από πού προκύπτει τόση αυτοπεποίθηση; Διατυπώνω το ερώτημα υπό την ταυτότητα του αθεϊσμού: πώς μπορεί κανείς με τόση ευκολία να θεωρεί το παράδειγμά του υψηλότερο από του Ιησού, κλέβοντάς του μάλιστα τον ρόλο του εσταυρωμένου (οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν); Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά κανόνα η Αριστερά δείχνει συγκίνηση προς το πρόσωπο του Ιησού: με όλες τις διακυμάνσεις διάθεσης που μπορεί να έχει απέναντί του, συνήθως είτε ταυτίζει τα βάσανά της με τα δικά του είτε τον καλεί να σμίξει μαζί της στην υπόθεση της Επανάστασης[9].

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν

Παραπάνω ακούσαμε ότι το πλήθος «έρπει» στις σύγχρονες λεωφόρους, κάτι που φυσικά συνιστά καταγγελία κατά ενός πλήθους-ερπετού. Γενικότερα, οι κατηγορηματικές κρίσεις κάθε άλλο παρά λείπουν στον Αναγνωστάκη από μια στιγμή και πέρα. Όπως, π.χ., στο γνωστό και πολυαναφερόμενο ποίημα «Επιτύμβιον»[10]:

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης […]
Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα […]
Κοιμού εν ειρήνη. […]
Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα ο τελευταίος.

Περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας εδώ γι’ αυτόν τον άνθρωπο δεν υπάρχει. Η λέξη «κάθαρμα» ξεκαθαρίζει τα πράγματα μια και καλή, αποκλείοντας κάθε άλλη άποψη. Η ανθρώπινη μορφή χάνεται κάτω από το βάρος της καταγγελίας. Όμως το τι έχει κάνει ακριβώς ο καταγγελλόμενος δεν το μαθαίνουμε, μόνο πως παριστάνει, πως ψεύδεται. Κατά τα άλλα, ό,τι τονίζεται στο ποίημα μέσω της επανάληψης είναι το ο καλός, | Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης, με άλλα λόγια υπογραμμίζεται ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο με παραδοσιακές αξίες και προφανώς δεξιό (καθότι «πατριώτης»). Αλλά ο ποιητής έχει αποφανθεί τελεσίδικα: κάθαρμα. Κι εμείς οφείλουμε να το αποδεχθούμε, μιας και έχουμε χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί του. Στο πρόσωπο του Λαυρέντη μάλιστα καταγγέλλονται πολλοί, ολόκληρη συνομοταξία… Το συγκεκριμένο ποίημα ο Αναγνωστάκης το γράφει κατά τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών, το 1970, και άρα μέσα του υποφώσκει μια ακραία συνθήκη. Είναι άραγε μοιραίο η ακραία συνθήκη να φιλοτεχνεί μονοδιάστατους πίνακες; Και πάντως ένα έργο δεν γράφεται μόνο για την ακραία συνθήκη – είναι χαρακτηριστικό ότι το ποίημα κυκλοφορεί ευρύτατα, σε όλη τη Μεταπολίτευση, και η λέξη «κάθαρμα» εμπεδώνεται και νομιμοποιείται[11].

Ωστόσο, όπως είδαμε, ο Αναγνωστάκης εκφράζεται καταγγελτικά ενάντια σε μια κοινωνία που αλλάζει και συμβιβάζεται από πολύ νωρίτερα: τα ανθρωπάκια πιάνουν την καλή, το αστικό τοπίο μεταβάλλεται, οι δρόμοι αλλάζουν ονόματα και τα κτίρια χρήσεις, όλα αυτά βέβαια προς το ευτελέστερο. Χαρακτηριστικό και το ποίημα «Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ.»[12]:

Στην οδό Αιγύπτου
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών

«Τώρα», αυτό το καταραμένο «τώρα», όπως ακούσαμε και παραπάνω (αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους). Πρόκειται βέβαια για συναλλαγές, για τράπεζες, με άλλα λόγια για τον καπιταλισμό. Στην άλλοτε ταπεινή, εργατική οδό Αιγύπτου (στα Λαδάδικα) έχει εισβάλει ο σύγχρονος κόσμος. Κι ο ποιητής αρνείται κατηγορηματικά τον σύγχρονο κόσμο, χωρίς επιείκεια και χωρίς χιούμορ ή τουλάχιστον θλίψη – μόνο με οργή.

Στο πλαίσιο αυτό, των αλλαγών πάντα προς το χειρότερο, στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν και οι «νέοι». Το ποίημα το γνωρίζουμε πολύ καλά.

Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε

Κανονικά δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα.
Κορίτσια δροσερά – αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό – κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

Στο ποίημα «Νέοι της Σιδώνος, 1970»[13], οι νέοι είναι λοιπόν και αυτοί κομμάτι της έκπτωσης: παριστάνουν ότι κάνουν επανάσταση, μα είναι επαναστάτες του γλυκού νερού∙ δεν μιλούν για την κατάσταση στην Ελλάδα και για τη χούντα, παρά γενικολογούν και επιπλέον… ερωτεύονται. Το ποίημα αναφέρεται ρητά στον Καβάφη μέσω του τίτλου του, αλλά η απόσταση από την ποιητική του Αλεξανδρινού είναι πολύ μεγάλη[14]. Ο Καβάφης στους «Νέους της Σιδώνος (400 μ.Χ.)» έχει επιλέξει να μην πάρει θέση υπέρ ή κατά των νέων. Οι νέοι του είναι υπερόπτες, είναι ίσως υπερβολικά τρυφηλοί (αρωματισμένοι και άπραγοι), ταυτόχρονα όμως δεν έχουν καθόλου άδικο όταν μιλούν για τη σημασία της μεγάλης τέχνης (Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις | της Τραγωδίας τον Λόγον τον λαμπρό)[15].

Αντίθετα, ο Αναγνωστάκης ειρωνεύεται σκληρά τους νέους που τραγουδούν τραγούδια «τόσο μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα | για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο» κ.λπ. Επίσης υποβαθμίζει κάθε τους δραστηριότητα και πιθανότατα υπονοεί ότι ερωτοτροπούν ανορθόδοξα (δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε). Δεν υπάρχει και πολλή συμπάθεια γι’ αυτή τη νεότητα. Καθόλου συμπάθεια, θα έλεγα – και ας σημειώσουμε, παρενθετικά, πως πρόκειται για τη γενιά που λίγο αργότερα θα βρεθεί στη Νομική και στο Πολυτεχνείο… Το αυθεντικό βίωμα φαίνεται μες στο ποίημα πως το διαθέτει μονάχα ο ποιητής και ο φίλος του ο Γιώργος (ο Γιώργος Αποστολίδης, ο σύντροφος στις φοβερές μέρες της φυλακής). Κι αυτό το βίωμα είναι η έξαρση της Αντίστασης κατά την Κατοχή, η φυλακή στον Εμφύλιο, το 3-2 εις θάνατον, οι βηματισμοί στις υγρές πλάκες, όταν κανείς παίζει το κεφάλι του για μια ιδέα.

Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;

Αυτή η μη αυθεντική νεότητα του 1970, που νομίζει ότι είναι ευαίσθητη, που νομίζει ότι κάνει επανάσταση, αυτή η νεότητα πάει να εκτοπίσει τους αυθεντικούς νέους, βιάζεται να πάρει τη θέση τους. Όμως δεν το δικαιούται. Νέοι, για πάντα νέοι, είναι όσοι έζησαν την Αντίσταση και διατηρούν μέσα τους την αδάμαστη φλόγα[16]. Ο ποιητής το έχει πει και αλλιώς, πολύ νωρίτερα στον «Επίλογο», στα ποιήματα του 1949-1950. Το ποίημα ξεκινά πολύ απαισιόδοξα (Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι), αλλά καταλήγει αναπάντεχα θριαμβικά. Ναι μεν όλοι οι ποιητές έχουν πεθάνει, όμως η παρακαταθήκη τους, τα λόγια τους, τροφοδοτούν μιαν αναγέννηση: μέσα από μια κάποια λήθη, από έναν «λωτό», ετοιμάζεται η επανόρθωση της νεότητας και της ποίησης: Να γεννηθούμε στο χυμό του [του λωτού] εμείς πιο νέοι[17].

Ο Αναγνωστάκης έχει τονίσει σε διάφορες περιστάσεις πως είναι ποιητής της νεότητας και πως η ποίηση γενικά είναι μια νεανική υπόθεση[18]:

Μ’ αν πρέπει  τ ώ ρ α  να πεθάνουμε, το ξέρεις
Πρέπει γιατί αύριο δε θα ’μαστε πια νέοι.

Τους παραπάνω στίχους τους γράφει ο Αναγνωστάκης στα 1949-1950, όταν ήταν δεν ήταν 35 ετών. Να πεθάνουμε νέοι, λέει, για να μην ενταχθούμε στην κοινωνία, στην έκπτωτη εποχή, να μη συμβιβαστούμε[19].

Το πρίσμα και το αμόνι

Ραούλ, εσένα πάλι σκέφτομαι που δεν πρόλαβες να γίνεις σοφός […],
Να δεις την άλλη πλευρά των πραγμάτων[20]

Αυτή η «σοφία», το να κοιτάς και την «άλλη πλευρά των πραγμάτων» είναι κάτι που ο Αναγνωστάκης επίσης πικρά ειρωνεύεται. Και παραπέρα, στο προτελευταίο ποίημα του Στόχου, με τον τίτλο «Κριτική», στο στόχαστρο μπαίνει η δυνατότητα της ποίησης να βλέπει τα πράγματα πολυπρισματικά. Υποτίθεται, μες στο ποίημα, ότι κάποιοι κατηγορούν τον ίδιο τον Αναγνωστάκη και τους ομόδοξούς του:

…Και βασικά λείπουν οι προεκτάσεις
Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει
Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές
Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων,
Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες
Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το ά λ λ ο
Εντέλει η πρισματικότης των πραγμάτων — λες
Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους
Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι.|
 Για να έρθει η πληρωμένη απάντηση:

—Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.[21]

Πόση ειρωνεία στον καθαρεύοντα τύπο της «πρισματικότητας»! Μα είναι τάχα κακή αισθητική πρακτική η υποβολή, οι απρόσμενες προοπτικές, η θεώρηση των πραγμάτων από πολλές οπτικές γωνίες; Ο Αναγνωστάκης απαντά σε αυτή την ποιητική του πρίσματος που έχουν οι αντίπαλοί του και που του είναι ξένη, αντιπροβάλλοντας με πείσμα μια ποιητική και ηθική του σφυροκοπήματος.

Ας θυμηθούμε, παρεμπιπτόντως, ότι «γύφτοι» είναι αυτά τα συμβολικά όντα της Αριστεράς, τα ευγενή πρόσωπα που δεν γνωρίζουν σύνορα κι ιδιοκτησίες, και είναι έτοιμα να κάνουν πάντα τη σωστή αλληλέγγυα πράξη. Ο γύφτος του Δημήτρη Χατζή στο Τέλος της μικρής μας πόλης, που δίνει απ’ το υστέρημά του χρήματα στον χειμαζόμενο Σιούλα τον ταμπάκο∙ ο γύφτος του Μενέλαου Λουντέμη στο Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, με την απέραντη αγάπη και καλοσύνη του∙ ου μην αλλά και ο γύφτος του Νίκου Ζαχαριάδη στον Αληθινό Παλαμά, όπου ο ατίθασος Γύφτος του Δωδεκάλογου αποκτά καθαυτά προλεταριακά χαρακτηριστικά[22]. Κλείνει η παρένθεση και γυρνάμε στο ποίημα.

Μπορούμε ίσως να δούμε το προανάκρουσμα αυτής της στάσης του Αναγνωστάκη εναντίον της «πρισματικότητας» ήδη στο ποίημα «Το σκάκι», που χρονολογείται στα 1953-1954. Εδώ ο ποιητής δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει να χάσει στρατό, πύργους, ακόμα και τη βασίλισσα, επειδή τον νοιάζει αποκλειστικά ο «τρελός του»

Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει[23]
Σε ένα χρώμα; Δηλαδή μόνο στο κόκκινο;

Στην ποιητική λοιπόν του πρίσματος, που βλέπει τα πράγματα από πολλές σκοπιές, δίνοντας δίκιο πιθανώς και εδώ και εκεί, στην ποιητική της πολυχρωμίας, που επιτρέπει και σε άλλα χρώματα να υπάρξουν και να διεκδικήσουν νόμιμο χώρο στην παλέτα, ο Αναγνωστάκης απαντά με την ποιητική της μονοχρωμίας, της καθαρότητας, του σφυροκοπήματος. Διαρκώς πρέπει να λέμε το ίδιο πράγμα με επιμονή: σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται τα λόγια. Αν δεν ξέραμε το ποιον του ανθρώπου, θα τα ονομάζαμε, αλήθεια, «αντιδογματικά» όλα αυτά;

Κρίνε για να κριθείς

Ο Αναγνωστάκης βγαίνει φυσικά από έναν εμφύλιο πόλεμο, όπου βίωσε τα έσχατα∙ αργότερα έζησε μια στυγνή δικτατορία. Από την άλλη, ο ίδιος σπούδασε στο εξωτερικό, στην Αυστρία, και ευδοκίμησε στον επαγγελματικό κλάδο, στην Ελλάδα, ενώ και επιρροή (τεράστια επιρροή, βοηθούντος του Θεοδωράκη) απέκτησε. Μικτές καταστάσεις ζωής, θα έλεγα. Κι όμως είναι μάλλον φανερό ότι βίωνε ένα είδος καθήλωσης σε εκείνα τα πρώτα νεανικά χρόνια της Κατοχής, καθώς και στις εμπειρίες του Εμφυλίου. Σε σχέση με αυτόν, πάντως, ο συνοδοιπόρος του και συχνά συγκρινόμενος μαζί του Τίτος Πατρίκιος φαίνεται να υπερέβη κάποια στιγμή την καθήλωση στην ηρωική εποχή[24].

Θεωρώ λοιπόν ότι την ποιητική του «σφυροκοπήματος» δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε μόνο μέσα από τις έκτακτες ιστορικές συνθήκες της Ελλάδας. Υπάρχει και μια ιδεολογία, πολύ ευρύτερη, που την υποστηρίζει και τη νοηματοδοτεί. Μια ιδεολογία του πάθους, της νεανικής ορμής, της κοινωνικής επανάστασης – της ίδιας ορμής που έκανε τη σοβιετική επανάσταση. Πρόκειται για μια ιδεολογία που γνωρίζει εξ υπαρχής, με τέλεια βεβαιότητα, ποιο το δίκιο και ποιο το άδικο, που διαχωρίζει συστηματικά τα πρόβατα από τα ερίφια, που κραδαίνει διαρκώς τη ρομφαία της δικαιοσύνης. Μια ιδεολογία που έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση στην κρίση της:

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.
«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»
Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Οι στίχοι αυτοί είναι οι τελευταίοι του συνόλου των Ποιημάτων του Αναγνωστάκη, άρα μια παρακαταθήκη. Πρόκειται βέβαια για ένα ποίημα ποιητικής, όπου σχολιάζεται η πολύ περιορισμένη δύναμη της ποίησης («σήμερα» λέει ο Τίτος Πατρίκιος, «τώρα» θα μπορούσε να πει ο Αναγνωστάκης, διατηρώντας ακόμα μια μικρή ψευδαίσθηση). Ωστόσο η κατακλείδα παίρνει ευρύτερο χαρακτήρα: «κρίνε για να κριθείς»!

Η εντολή αντιστρέφει φανερά την ευαγγελική ρήση μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε[25]. Κάποτε μου άρεσε πολύ η σκληρή προσταγή του Αναγνωστάκη, που ανέτρεπε κιόλας τη «χλιαρότητα» ή τον φοβικό, ας πούμε, χαρακτήρα της χριστιανικής εντολής. «Κρίνε για να κριθείς»: η προσταγή φυσικά δεν αποκλείει να δεχθεί κριτική το υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται η εντολή. Όμως πίσω απ’ αυτήν την εντολή διαφαίνεται τελικά το αγέρωχο πνεύμα μιας σιγουριάς, η πεποίθηση ότι στο τέλος το υποκείμενο που προσφέρεται στην κρίση των άλλων, για να τους κρίνει με τη σειρά του, θα υπερισχύσει.

Ναι, μου άρεσε κάποτε η σκληρή εντολή. Τώρα ωστόσο τείνω (παραμένοντας καταστατικά άθεη) να βλέπω τη σοφία του ευαγγελίου, που φυσικά δεν μιλά εναντίον της κριτικής στάσης αλλά της κατάκρισης. Βλέπω λοιπόν εκεί τη μετριοπάθεια και την υπόδειξη ότι αν κουνάς διαρκώς το δάχτυλό σου εναντίον των άλλων, θα υποστείς κι εσύ το ίδιο, και υπάρχουν πολλά και στο δικό σου σακούλι προς καταλογισμό. Ποιος δεν σφάλλει; Όμως η ιδεολογία που υπόκειται στον λόγο του Αναγνωστάκη είναι εκείνη που, αν και είχε πάψει θεωρητικά να πρεσβεύει το αλάθητο, το δόγμα, εξέθρεψε μιαν άλλη ιδέα υπεροχής, εκείνη του «ηθικού πλεονεκτήματος».

Είναι δε το «ηθικό πλεονέκτημα» μια εκ των προτέρων θετική κρίση για κάθε σκέψη και πράξη, ένα προνόμιο που προκύπτει, τάχα, από ένα είδος συμπόρευσης με την Ιστορία, η πεποίθηση ότι οι ιδέες της Αριστεράς είναι οι ορθές και ηθικές, εκείνες που θα οδηγήσουν στο τέρμα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο[26]. Και πάρα πολλά, πράξεις και παραλείψεις, δικαιολογούνται ή δικαιώνονται, επειδή οι ιδέες είναι οι σωστές και οι τίμιες. Το ότι με την επίκληση αυτών των ιδεών έγιναν αδιανόητα, μεγάλα και μικρότερα, εγκλήματα συνιστά απλή ατυχία.

Έχω τις σωστές ιδέες, έχω δικαίωμα να τις επιβάλλω, το πλήθος δεν καταλαβαίνει πολλά, ίσως και τίποτα (κάποτε μάλιστα «έρπει») – εγώ και η στενή ομάδα των συντρόφων μου, μες στη μοναξιά μας και στην αιώνια νιότη μας, είμαστε οι «όρθιοι και μόνοι»…

Η ανανεωτική αριστερή γενιά μου ανατράφηκε με τους στίχους του Αναγνωστάκη. Ανατράφηκε αντιδογματικά; Στην περίοδο μιας άλλης μεγάλης δοκιμασίας, της οικονομικής κρίσης του 2010, η αλλοτινή φέρελπις νεολαία διασπάστηκε και αλληλομισήθηκε. Ίσως εντέλει ήταν και ζήτημα ποιητικής…

[1] Μανόλης Αναγνωστάκης, Η Συνέχεια 2 (1955), Τα Ποιήματα. 1941-1971, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 94-95.

[2] Έχω περιγράψει τη σκηνή στο Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση, Αθήνα 2014, σ. 209-211.

[3] Αγγέλα Καστρινάκη, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, Αθήνα 2005, σ. 205. Βλ. «Μια συνομιλία του Μ. Α. με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο», Η Λέξη, τχ. 11 (1982), σ. 55-56.

[4] «Σκεπτικιστική αμφισημία» έχω ονομάσει τη στάση του Αναγνωστάκη στο άρθρο «Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος να ’ρθω μια μέρα πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια: το ανεκπλήρωτο όνειρο του ταξιδιού και οι αμφισημίες μιας επιστροφής», Θέματα Λογοτεχνίας, τχ. 30 (χειμώνας 2005), σ. 18-27.

[5] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση» [1960], Τα συμπληρωματικά, Στιγμή, Αθήνα 1985, σ. 97-108.

[6] Πβ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Μανόλης Αναγνωστάκης: Κριτική πορεία σαράντα χρόνων», Η Αυγή, 20.10.1985, σ. 23.

[7] «Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι…», Η Συνέχεια, ό.π., σ. 79.

[8] «Μιλώ…», Η Συνέχεια 2 (1955), ό.π., σ. 96.

[9] Για την εποχή της Αντίστασης και του Εμφυλίου, βλ. το κεφ. «Ο Χριστός στα οδοφράγματα» στο Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, ό.π., σ. 256-260. Για τον μεσοπόλεμο, στο άρθρο μου «Ο Ιησούς Χριστός σε μιαν άθεη εποχή (1920-1940), Για μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Προτάσεις ανασυγκρότησης: θέματα και ρεύματα, Πρακτικά συνεδρίου στη μνήμη του Αλ. Αργυρίου, επιμ. Α. Καστρινάκη, Αλ. Πολίτης και Δημ. Τζιόβας, ΠΕΚ και Μουσείο Μπενάκη 2012, σ. 151-172.

[10] «Επιτύμβιον», Ο στόχος, ό.π., σ. 125.

[11] Και χρησιμοποιείται μερικές φορές απλώς για να χαρακτηρίσει έναν πολιτικό αντίπαλο ή μονάχα κάποιον που αποκλίνει με βάση το «αριστερόμετρο».

[12] «Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ.», Ο στόχος, ό.π., σ. 124.

[13] Ό.π., σ. 128.

[14] Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Υπέρ ή κατά; Σημειώσεις κριτικής / σήματα της ποίησης (Ο Καβάφης του Αναγνωστάκη)», Κονδυλοφόρος, τ. 12 (2013), σ. 238-239, βλέπει με το δίκιο του καβαφικά μοτίβα στο συγκεκριμένο ποίημα (διαλογικό ύφος, αντιθετικά ζεύγη νέοι-γέροι κ.ά.). Ωστόσο η βαθύτερη ηθική στάση του ποιήματος είναι ολότελα διάφορη, όπως υπογραμμίζει ο Άκης Γαβριηλίδης: βλ. Ο ασιάτης Σεφέρης, Αθήνα (Ασίνη) 2021, σ. 212: «Η δυσφορία απέναντι στο γήρας είναι ομολογουμένως ένα κλασικό καβαφικό θέμα. Ωστόσο, κατά τα λοιπά, το ποίημα του Αναγνωστάκη είναι τελείως αντικαβαφικό» (βλ. εδώ και σημ. 13).

[15] Πβ. την άποψη του Ι. Α. Σαρεγιάννη, Σχόλια στον Καβάφη [1946], Αθήνα 1994, σ. 108-109: «Ο νέος της Σιδώνος, αν και είναι αρωματισμένος και διασκεδάζει, δε σκέπτεται να καταδικάσει τον καλλιτέχνη που σε μια στιγμή κοινωνικής κρίσης ρίχτηκε στη δράση […]. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε στο στόμα του παιδιού της Σιδώνος την ίδια την αισθητική ηθική του Καβάφη».

[16] Ο Άκης Γαβριηλίδης, στο «Γέροι της Σιδώνος: η ρατσιστική μνησικακία του Mανόλη Aναγνωστάκη», 27.11.2017, https://universality210.rssing.com/chan-80259930/latest-article6.php (τελευταία επίσκεψη 27.2.2026), καταλογίζει στον ποιητή πως χρησιμοποιεί αντιδραστικά κλισέ για την υποτίμηση της νέας γενιάς: «Το πρόβλημα είναι ότι εδώ ο ποιητής επιχειρεί να μεταφράσει τη δυσφορία και το άγχος απέναντι στη βιολογική ωρίμανση με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους. Και οι μόνοι όροι τους οποίους βρίσκει πρόχειρους για να το κάνει αυτό, είναι όλα τα κλισέ της αντιδραστικής κριτικής προς τη γενιά της αμφισβήτησης των δεκαετιών του ’60 και του ’70: οι αριστεροί (και οι αριστερές) δεν είναι “γνήσιοι” επαναστάτες αλλά απλοί “χίπηδες”, “αμφισβητίες του καναπέ” όπως θα λέγαμε σήμερα, εξεγείρονται εκ του ασφαλούς, δεν ασχολούνται με τα “πραγματικά προβλήματα του τόπου” αλλά με ανώδυνες μουσικές και γκομενιλίκια». Είναι ενδιαφέρον ότι το άρθρο είχε υποβληθεί προς δημοσίευση στην Αυγή, το 2017, και η εφημερίδα το απέρριψε. Το άρθρο, επεξεργασμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο Ο ασιάτης Σεφέρης, ό.π., σ. 211-219, υπό τον τίτλο «Μεσήλικες της Σιδώνος: ο Αναγνωστάκης και η εποχή του», όπου το ποίημα συγκρίνεται και με την πιο θετική στάση του Σεφέρη απέναντι στους νέους.

[17] «Επίλογος», Εποχές 3, ό.π., σ. 74.

[18] «Η ποίηση είναι μία πρώιμη περίοδος της ανθρωπότητας. Δεν μπορεί ένας πενήντα χρονών ν’ αρχίσει να γράφει ποιήματα»: Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά. Μονόλογος του Μανόλη Αναγνωστάκη [1992], επιμ. Μισέλ Φάις, Αθήνα 2011, σ. 84.

[19] Πβ. Ελένη Κατσαβέλη, «Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι. Ο θάνατος και η νεότητα στην ποίηση του Αναγνωστάκη», Φιλόλογος, τ. 162 (2015), σ. 555-564.

[20] «Τώρα μιλώ πάλι…», Η Συνέχεια 3, ό.π., σ. 99.

[21] «Κριτική», ό.π., σ. 133.

[22] Βλ. το άρθρο μου «Ο Σιούλας και ο γύφτος: στοιχεία για μια γενεαλογία», συμμετοχή στο αφιέρωμα του περ. Η Λέξη για τον Δημήτρη Χατζή, τχ. 144 (Μάρτ.- Απρ. 1998), σ. 184-189.

[23] «Το σκάκι», Η συνέχεια, ό.π., σ. 84.

[24] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τίτος Πατρίκιος και Μανόλης Αναγνωστάκης: εκλεκτικές συγγένειες», ανεπτυγμένη μορφή ανακοίνωσης στα Ρούστικα Ρεθύμνου, 2 Αυγούστου 2017: «η ποιητική πράξη του Πατρίκιου, που παλαιότερα οριζόταν σε άμεση σύνδεση με την κοινωνική ένταξη και την πολιτική δράση, παραχωρεί τώρα τη θέση της σε ένα ποιητικό απολογισμό που αποτιμά το τίμημα, θετικό και αρνητικό, του ενεργού πολιτικού παρελθόντος […]. Κάποιες στιγμές διαπιστώνει συντελεσμένη πια την έκπτωση των ιδεολογικών οραμάτων του – κάποτε και την επιμελώς καλυμμένη φενάκη τους, και κάποιες άλλες εκτιμά βέβαια θετικά την παρελθούσα πολιτική του σύμπραξη, αλλά απολυτρώνεται από το φάσμα του χαμένου οράματος, υιοθετεί τη διαλλακτικότητα ως μια νέα στάση ζωής […]» – υπογραμμίζω εγώ. https://www.oanagnostis.gr/titos-patrikios-kai-manolis-anagnostakis-eklektikes-syggeneies-toy-eyripidi-garantoydi/#_ftn10 (τελευταία επίσκεψη, 28.1.2026)

[25] Ξ. Α. Κοκόλης, «Η ποιητική “χριστολογία” του Μανόλη Αναγνωστάκη» [1997], «Σε τι βοηθά λοιπόν…». Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Μελέτες και σημειώματα, Αθήνα 2001, σ. 144: «Δεν πρόκειται απλώς για μια τολμηρή αντιστροφή. Εδώ, και μ’ αυτόν τον “βιβλικό” τρόπο, εναποτίθεται το τελικό απόσταγμα μιας πνευματικής διαδρομής που θα έπρεπε να την πούμε (αν δεν είχαμε μαγαρίσει τις λέξεις) πολιτικά στρατευμένη».

[26] Για το «ηθικό πλεονέκτημα», βλ. την τοποθέτηση του γνωστού αριστερού διανοούμενου Γιώργου Γιαννουλόπουλου, ο οποίος διαφωνεί με τη συγκεκριμένη αυταρέσκεια: https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/372236_ithiko-pleonektima#goog_rewarded (τελευταία επίσκεψη, 25.2.2026): «η Αριστερά μιλάει τη γλώσσα της ηθικής, δηλαδή μας υπενθυμίζει συνεχώς το ηθικό της πλεονέκτημα χωρίς, όπως είδαμε, να αποτελεί θέμα συζήτησης αν η ηθική προσέγγιση είναι συμβατή με τους νόμους της ιστορίας. Επιπλέον όχι μόνο επικαλείται αλλά υπερτονίζει ένα τρίτο κριτήριο: την αποτελεσματικότητα. Δηλαδή καλό είναι οτιδήποτε πλήττει τον δαιμονοποιημένο αντίπαλο. Έτσι καταλήγουμε σε μια στάση που δεν είναι ούτε μαρξιστική, ούτε ηθική· η Αριστερά όχι μόνο δεν διστάζει να παραβιάσει τους ηθικούς κανόνες όπως κάνουν και οι αστοί αντίπαλοί της, αλλά δικαιούται να το κάνει επειδή απολαμβάνει από χέρι το ηθικό πλεονέκτημα».

Κύλιση στην κορυφή