Κολάζ: Michael Augustin

Τηλέμαχος Κώτσιας

O επιθεωρητής

Παρήγγειλαν κι από ένα γύρω με τσίπουρα και μια μερίδα γίγαντες, γιατί ο Βασίλης είχε όρεξη για κουβέντα. Κι όταν είχε όρεξη, αν και πιο σπάνια τον τελευταίο καιρό, ήταν ομιλητικός κι ευχάριστος. Κυρίως όταν μιλούσε για τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα, τότε που είχε έρθει άφραγκος μετανάστης. Ήταν όμως τα πιο ωραία χρόνια. Το παραδεχόταν.

– Δεύτερη μέρα που ήμουν στην Αθήνα, άρχισε να εξιστορεί ο Βασίλης και όλοι σταμάτησαν να ακούσουν. «Ο φίλος μου ο Τάκης μου βρήκε δουλειά στις Εκδόσεις Τζοβάνι όπου δούλευε κι ο ίδιος. Πλασιέ, γιατί άλλη δουλειά δεν μπορούσαμε να βρούμε. Μου ταίριαζε, έτσι μου είπαν. Κι αφού μου το είπαν, το πίστεψα κι εγώ. Ο παλιός αυτός εκδότης πουλούσε εγκυκλοπαίδειες και λεξικά. Από τότε πού ήρθαμε εμείς άρχισε να κάνει χρυσές δουλειές, ξεπαστρεύοντας όλη τη σαβούρα που είχε τριάντα χρόνια μέσα στις αποθήκες.

Πήγα στον εκδότη, παρουσιάστηκα, γραβατωμένος κι αυτό μέτρησε, μου έκανε μια μικρή συνέντευξη και με προσέλαβε αμέσως. Έτσι κι αλλιώς με ποσοστά θα δούλευα. Μας έκανε και λίγα μαθήματα πώς να προσεγγίζουμε τους πελάτες και τι να τους λέμε, και μας εξαπόλυσε.

«Δε σας χάριζε και κανένα βιβλίο;» ρώτησε ο Γιάννης, ο νεότερος της παρέας.

«Είσαι με τα καλά σου; Τι να τα έκανα εγώ εκείνα τα βιβλία. Ποιος τα διάβαζε;».

«Άσε ρε Γιάννη τις ανόητες ερωτήσεις σου», διέκοψε ο Φώτης.

–Εν πάση περιπτώσει, συνέχισε ο Βασίλης, εκείνες τις μέρες πωλούσαμε τη Μεγάλη Ιατρική Εγκυκλοπαίδεια, έτσι λεγόταν, γραμμένη πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια, αλλά οι πωλήσεις προχωρούσαν. Τις πωλούσαμε με δόσεις και στους πελάτες που τους πείθαμε να τις αγοράσουν φαίνονταν φτηνές. Είχαν φανταχτερό εξώφυλλο και ταίριαζαν με το σαλόνι. Για τις νοικοκυρές αυτό ήταν προϋπόθεση.

«Εσύ πάρε αυτή την πλευρά του δρόμου», μου λέει ο Τάκης, «κι εγώ την από δω».

Εκείνες τις μέρες επιχειρούσαμε στο Μεταξουργείο. Χτυπούσαμε τα κουδούνια στις πολυκατοικίες και στις μονοκατοικίες, έβγαιναν οι νοικοκυρές κι εμείς τους λέγαμε το ποίημά μας. Τους εξηγούσαμε ότι ήμασταν από έναν εντεταλμένο οργανισμό με άδεια από το Υπουργείο και επιβλέπαμε την υγεία. Τους προσφέραμε αυτή την εγκυκλοπαίδεια, που ήταν απαραίτητη για την οικογένεια όπως τους λέγαμε, μέσα στην οποία θα έβρισκαν τα πάντα για την υγεία τους. Τι να σας λέω τι παπαριές κατεβάζαμε, τι για σύφιλη, τι για κρυμμένες όρχεις των παιδιών, τι για υγιεινή διατροφή, τι για αιμορροΐδες… Συνήθως μας έδιωχναν, πότε με ευγενικό τρόπο και πότε μας έκλειναν την πόρτα στα μούτρα. Δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να έχει φάει περισσότερες πόρτες από μένα. Να, βλέπετε τη μύτη μου; Έχει αρχίσει να ισιώνει. Αλλά αν μια στις είκοσι περιπτώσεις είχαμε επιτυχία, ήμασταν πολύ τυχεροί. Βρισκόμασταν σε απόγνωση. Θα έπρεπε να πουλήσουμε τουλάχιστον από δυο τρεις τέτοιες εγκυκλοπαίδειες τον μήνα ο καθένας για να επιβιώσουμε. Διαφορετικά θα έπρεπε να αλλάξουμε επάγγελμα. Και πού να πηγαίναμε! Δεν ήμασταν και στην πρώτη νιότη. Γι’ αυτό κι επιμέναμε.

Εκείνη τη μέρα κόντευε να νυχτώσει και δεν είχαμε πιάσει τίποτα. Σε ένα παλιόσπιτο είδα απ’ έξω ένα κόκκινο φωτάκι. Δεν ήξερα τι ήταν. Ίσως το κρατούσε ανοιχτό η σπιτονοικοκυρά για να βλέπει να κατεβαίνει τις σκάλες, είπα μέσα μου. Όμως ήξερα ότι όσο πιο φτωχοί οι άνθρωποι τόσο πιο συνεργάσιμοι ήταν. Μύριζε φτηνό άρωμα. Προχώρησα σε μια πόρτα ανοιχτή και ύστερα μπήκα σε μια μικρή αίθουσα με κόκκινο χαμηλό φωτισμό. Με περίμενε μια λιγάκι παχουλή μεσόκοπη κυρία, ντυμένη κάπως προκλητικά για της ηλικία της, με ένα πλατύ χαμόγελο».

«Ελάτε, κύριε! Καλώς ήρθατε!» και τα λοιπά. Με ρώτησε ποια θα ήθελα, αν είχα κάποια προτίμηση, και τότε πρόσεξα έναν κύριο που καθόταν σε έναν κάπως φθαρμένο καναπέ, ο οποίος είπε στην κυρία με λιγάκι υψωμένη φωνή του:

«Προηγούμαι εγώ, κυρία!»

«Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Γι’ αυτό και μπήκα αμέσως στο θέμα: Ότι είμαι από τον τάδε οργανισμό υγείας και τα λοιπά και κατάλαβα ότι εκείνη άρχισε να χάνει λιγάκι το χρώμα της. Αμέσως σηκώθηκε και πήγε σε ένα διπλανό ντουλάπι. Αφού έψαξε για λίγα λεπτά, επέστρεψε με ένα ντοσιέ. Όλο αυτό το διάστημα ο άντρας απέφευγε το βλέμμα μου, σαν ένοχος. Άνοιξα το ντοσιέ κι έκανα πώς έλεγχα τα έγγραφα με προσοχή. Μόνο τότε κατάλαβα πού βρισκόμουν. Ύστερα κοίταξα μία μία τις καρτέλες των κοριτσιών με τις φωτογραφίες τους και τα στοιχεία τους. Στο μεταξύ βγήκε στο χολ ένα κορίτσι σχεδόν γυμνό και κάλεσε τον πελάτη μέσα.

«Είστε εντάξει», είπα στην κυρία. «Έτσι κι αλλιώς δεν τίθεται θέμα παρανομίας. Εμείς όμως ως οργανισμός, σας προσφέρουμε, ως επιπλέον εγγύηση για σας, τη Γενική Εγκυκλοπαίδεια Υγείας, για να αποκτήσετε περισσότερες γνώσεις σχετικά με τα αφροδίσια νοσήματα κι άλλα παρεμφερή. Να την έχετε εδώ στο σαλόνι σας. Θα έχετε άλλη αίγλη, θα αναβαθμιστείτε, αλλά και σε περίπτωση που θα συμβεί κάτι, να είστε καλυμμένη».

Εκείνη με κοίταξε με ένα γλυκό αλλά καχύποπτο βλέμμα. Ίσως να αναρωτιόταν ακόμα τι ήμουν.

«Τι θέλετε να σας κεράσω;» με ρώτησε.

«Τίποτα, κυρία μου», της είπα. «Σας ευχαριστώ».

«Να καλέσω τα κορίτσια να σας τα δείξω, κι αν θέλετε μπορείτε να διαλέξετε μία. Θα σας κάνω καλή τιμή».

«Να τελειώσουμε πρώτα με τη δουλειά μας και ύστερα βλέπουμε», της είπα.

«Της μίλησα για την τιμή της εγκυκλοπαίδειας, για τις δόσεις, τις έκανα και το λογαριασμό ότι από τόσα κορίτσια που εργάζονταν εκεί, αφού τα είχα μετρήσει ήδη από τις καρτέλες τους, από ένα πεντακοσάρικο τη μέρα –δραχμές είχαμε τότε–, σε έναν μήνα ξοφλούσαν. Και ήταν και καλυμμένες για παν ενδεχόμενο.

Με κοίταζε κάπως περίεργα, αλλά φαίνεται δεν με έκοψε για απατεώνα. Δέχτηκε, με ένα απλό κούνημα της κεφαλής. Ύστερα κάλεσε τα κορίτσια, όσα δεν είχαν πελάτη. Φαινόταν ακόμα λιγάκι σκεπτική.

Βγήκαν κάτι ταλαίπωρα θηλυκά, ντράπηκα να δω αν ήταν όμορφα, το ομολογώ. Τα πόδια τους, όπως τα έβλεπα με το κεφάλι σκυμμένο, δεν μου έκαναν καμιά εντύπωση. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι ανέδιδαν ένα μείγμα από διάφορες μυρουδιές. Η τσατσά τούς εξήγησε για τι επρόκειτο, αφού έπλεξε το εγκώμιό μου. Θα επιβαρύνονταν με πεντακόσιες δραχμές τη μέρα για έναν μήνα. Αυτό ήταν που μετρούσε γι’ αυτές. Δέχτηκαν γιατί δεν είχαν κι άλλη επιλογή.

Ύστερα έβγαλα τα χαρτιά από την τσάντα. Η τσατσά υπέγραψε και της είπα ότι θα πήγαινα να φέρω τους τόμους όλους από το αυτοκίνητο που είχα παρκαρισμένο σε κάποιο σημείο.

Ο Τάκης με περίμενε ανυπόμονος. Έτοιμος ήταν να φύγει. Καθώς έβγαινα εγώ, είδα δυο νεαρούς, μάλλον αλλοδαποί μου φάνηκαν από τη φορεσιά τους, να μπαίνουν μέσα γλιστρώντας από τα βλέμματα των λιγοστών περαστικών. Όταν με είδε ο Τάκης να βγαίνω από κει, έμεινε εμβρόντητος.

«Βρε αθεόφοβο! Ακόμα δεν ήρθες και το βρήκες το μπουρδέλο!» έβαλε τις φωνές. «Αφού είσαι άφραγκος, ρε χαμένο! Σε πέταξαν όξω, γλέπω, με τις κλοτσιές! Αλλά τουλάχιστον δε σου πήραν την τσάντα».

Του είπα να αφήσει τα λόγια και να βγάλει αμέσως μια σειρά της εγκυκλοπαίδειας από το πορτμπαγκάζ και να την κουβαλήσουμε μαζί εκεί μέσα, γιατί μόλις είχα κάνει μια πώληση. Τότε ήταν που έμεινε στήλη άλατος. Πώς δεν έπαθε αποπληξία, ήταν θαύμα. Το πρόσωπό του είχε γίνει παντζάρι.

Η επιτυχία μου αυτή έγινε ντόρος. Άρχισαν να με πειράζουν αλλά δεν με ένοιαζε. Μου έλεγαν ότι αφού μπόρεσα να ξεγελάσω μια παλιά πουτάνα, δεν θα έμενε χριστιανός να μη τον ξεγελάσω. Οι προοπτικές μου ήταν ανοιχτές.

Εγώ, το βιολί μου. Την επόμενη μέρα συνέχισα στο παραπάνω φωτάκι. Οι τσατσάδες φαίνεται τα είχαν μιλήσει μεταξύ τους, μάλιστα η χθεσινή θα το είχε καυχηθεί, γι’ αυτό και δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια για να πείσω τη σημερινή. Υπογράψαμε στο άψε σβήσε και ο Τάκης κουβαλούσε αβέρτα. Συνέχισα και στο επόμενο φωτάκι. Ευτυχώς, είχε αρκετά φωτάκια εκείνος ο δρόμος, αλλά συνεχίσαμε και στον παραδίπλα δρόμο και σε άλλους εκεί γύρω. Όλη η Αθήνα άρχισε να μου μοιάζει με ένα μπουρδέλο. Οι τσατσάδες έβλεπαν την αγορά αυτή ως ένα μέσο βελτίωσης της επιχείρησής τους και, επιπλέον, με κρατήσεις από τις εργαζόμενες.

Κάθε Δευτέρα πήγαινα να εισπράξω τη δόση και έφευγα με τα χέρια γεμάτα, τόσο που φοβόμουν μη με ληστέψουν και καλούσα και τον Τάκη να φυλάει απ’ έξω.

«Δεν τον πήρες ποτέ μέσα, να δει κι αυτός ψίχα;» ρώτησε ο Φώτης.

«Όχι. Ήταν άξεστος και θα μου χαλούσε δουλειά. Εγώ είχα τουλάχιστον μια όψη διανοούμενου. Με είχαν γνωρίσει και από τα γύρω μαγαζιά που πουλούσαν τυρόπιτες και προφυλακτικά για τα κορίτσια. Με νόμιζαν επιθεωρητή».

«Γνώρισες, δηλαδή, όλες τις πουτάνες της Αθήνας, βρε θηρίο» του είπε με θαυμασμό ο Γιάννης, που αυτή τη φορά πίστεψε ότι είπε κάτι το πετυχημένο.

«Ναι, αλλά καλύτερα να μην τις είχα γνωρίσει».

«Γιατί;»

«Γιατί βρήκα και γνωστές μας εκεί μέσα».

Κανείς δεν μίλησε. Δεν ήθελαν να μάθουν ποιες θα μπορούσαν να ήταν εκείνες οι γνωστές τους.

Ο Φώτης όμως είχε όρεξη να συνεχίσει την κουβέντα:

«Και από εκείνες, τις άλλες, δεν ήταν καμιά που να άξιζε;».

«Αν ήταν λέει! Αστέρια. Μπουμπούκια της Ρωσίας που μόλις είχαν ανθίσει. Έτσι μου ερχόταν να πληρώσω για να τις απελευθερώσω από κει μέσα».

«Και γιατί δεν το έκανες;».

«Γιατί είχα κάνει τόση επένδυση κι εκείνα τα μπουρδέλα μου χρωστούσαν τόσα χρήματα».

«Και δεν σου πρόσφεραν καμιά να δοκιμάσεις;» ρώτησε λιγάκι πονηρά ο Φώτης.

«Τι λες, ρε, χαμένο! Έχω γυναίκα και παιδιά», απάντησε αυστηρός ο Βασίλης. «Για ποιον με πέρασες;».

Ο Φώτη που είχε σκοπό να κεράσει κι από έναν γύρο ακόμα, σταμάτησε. Δεν του άρεσε η απάντηση του φίλου του. 

Κύλιση στην κορυφή