Στο Κορωπί Μεσογείων Αττικής, που είναι η γενέτειρά μου, τη δεκαετία του ʼ50, είχαμε έναν και μοναδικό κινηματογράφο. Τη «Σινε-Νίκη». Ήταν μια παλιά αποθήκη διαμορφωμένη σε κινηματογραφική αίθουσα. Η πρώτη ταινία που είδα στη ζωή μου, ακριβώς εκεί μέσα, ήταν μια ταινία με τον Κοκοβιό (Πέτρο Γιαννακό). Στα έξι-εφτά μου χρόνια, εκεί γύρω, είδα στην οθόνη έναν άνθρωπο να τρώει μακαρόνια και να βγάζει από τη μύτη βαμβάκι ή το αντίθετο, δεν θυμάμαι πολύ καλά. Τότε, από μέσα μου, είπα: «Πωπώ! Θαύμα! Θα τους πω να με φέρνουν συχνά εδώ μέσα». Δεν χρειάστηκε να πιέσω ή να παρακαλέσω κανέναν. Οι γονείς μου ήταν λάτρεις του σινεμά. Μόλις μεγάλωσα λιγάκι, γύρω στα δέκα, με έπαιρναν πάντα μαζί τους όταν πήγαιναν σινεμά, είτε στη Σινε-Νίκη είτε σε κινηματογράφους της Αθήνας. Κρατούσα και σημειώσεις σε ένα μαθητικό τετράδιο: Σινε-Νίκη: Τα κόκκινα παπούτσια ή Μοκάμπο ή Ο μεγάλος πόλεμος… Ορφέας Αθηνών: Φανφαρόνος ή Οικογένεια Τραπ. Έσπερος της οδού Σταδίου, αφθονία από μετριότητες ή αριστουργήματα του Σοβιετικού Σινεμά. Ποιος τις είχε φτιάξει αυτές τις ταινίες; Ουδόλως με απασχολούσε το ερώτημα εκείνη την εποχή. Ποια ταινία μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, ως έφηβη πλέον; όλες όσες έβλεπα, αυτό νομίζω, χωρίς να ενδιαφέρομαι για ονόματα δημιουργών. Για Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν του Ταρκόφσκι έγραψα την πρώτη μου κριτική στο τετράδιο Φοίνιξ μου. Φρόντισα να μάθω και το όνομα του σκηνοθέτη. Για το Όταν περνούν οι γερανοί του Καλατόζοφ έκλαψα με τη ψυχή μου, δεν είχα χαρτομάντιλα και σκούπιζα τη μύτη και τα μάτια μου με το κασκόλ μου. Ντρεπόμουν κιόλας μη με πάρουν είδηση. «Летят журавли, Letyat zhuravli», μηρύκαζα μες στο λεωφορείο, στον δρόμο της επιστροφής. Ο μπαμπάς μου ήταν κομμουνιστής, μέχρι το μεδούλι των οστών του, και μου μάθαινε πώς να λέω τους τίτλους των ταινιών στα ρώσικα. Τη δεύτερη κριτική στη ζωή μου την έγραψα σε ένα φοιτητικό σημειωματάριο και ήταν για το Λος Ολβιντάντος του Μπουνιουέλ. Τι άλλο να πω; Νομίζω ότι το θαύμα του σινεμά, στο σύνολό του, μου ταίριαζε γάντι ως προς την ιδιοσυγκρασία μου.
Νομίζω ότι Ο Δράκος του Κούνδουρου είναι μια ταινία αρχή και σταθμός για το ελληνικό σινεμά. Οι ρυθμοί της. Η φωτογραφία της. Οι ερμηνείες των ηθοποιών. Η σχέση εικόνων, λόγου και μουσικής ή χορού, κίνησης γενικώς ή και βλεμμάτων… Μια συγχορδία, με την έννοια της αρμονίας, πολύ επιτυχής. Αβίαστο πάντρεμα ενός «ρεαλιστικού/κοινωνικού» αφηγήματος, βασισμένου πάνω στην καλλιτεχνική αφέλεια και την απλότητα ενός παιδικού βλέμματος, σε συνδυασμό με την ωριμότητα και στοχαστικότητα ενός ενήλικου, ηλικιακά και νοητικά, σινε-δημιουργού. Και πολύ αργότερα, έρχεται Η φωτογραφία του Νίκου Παπατάκη η οποία ανεπιφύλακτα, ως προς την κινηματογραφική οπτική και λογική της, είναι μια πολύ καλή ταινία. Συγκροτημένη και σοφά αρχιτεκτονημένη.
Τώρα, όσον αφορά, το πνεύμα και τον παλμό της εποχής, των καιρών μας; Είναι ερώτηση που δύσκολα της δίνεις μια γρήγορη απάντηση. Ίσως έχει σχέση με το ότι βλέπω πολλές ταινίες, δύο την ημέρα συνήθως, τις πρόσφατες στις αίθουσες, τις παλιότερες με προτζέκτορα ή σε κομπιούτερ. Ας πούμε, βλέποντας την τριλογία του Κουροσάβα, Ο ηλίθιος, 1951, Ο καταδικασμένος, 1952, Ντο-ντε-σκαντέν, 1970, ή ταινίες όπως το The Shooting (1966) του Μόντε Χέλμαν (ένα γουέστερν αλλιώτικο από τα άλλα, καφκικής συνολικά έμπνευσης και εκτέλεσης), και παράλληλα σύγχρονες ταινίες, ας πούμε φιλμ του Κορε-έντα ή του Μιγκέλ Γκόμες ή της Κέλι Ρέιχαρντ (τα ονόματα στην τύχη αλλά, οπωσδήποτε, δημιουργών που εκτιμώ πολύ) κάνω τις συγκρίσεις και τις διαπιστώσεις μου. Τι θέλω να πω, πιο συγκεκριμένα; Δεν πιστεύω, σώνει και καλά, ότι μια ξεχωριστή ταινία των πρώτων 25 χρόνων του 21ου αιώνα αποτυπώνει καλύτερα το πνεύμα της εποχής μας από μια ταινία, εμβληματική, που φτιάχτηκε τον προηγούμενο αιώνα. Παίρνω μερικές ταινίες, χωρίς χρονολογική σειρά, εξαιρετικές και οι τρεις, όσο και διαφορετικές μεταξύ τους: Μ του Φριτς Λανγκ, The Man Who Shot Liberty Valance του John Ford ή Αντρέι Ρουμπλιόφ του Αντρέι Ταρκόφσκι. Δεν πιστεύω ότι αυτά τα τρία καλλιτεχνικά δημιουργήματα, παλιότερων εποχών, αποτυπώνουν λιγότερο αποτελεσματικά το πνεύμα της σημερινής εποχής μας απ’ όσο (ας πούμε) οι ταινίες του Κινέζου Ζία Ζανγκέ Ακίνητες ζωές, 2006, Αίσθηση αμαρτίας, 2013, Πέρα από τα βουνά, 2015 – τρεις ταινίες που μιλούν διεξοδικά για τη σύγχρονη ανθρώπινη αγωνία και αντοχή, μεταξύ άλλων. Η συγκεκριμένη εποχή, ο συγκεκριμένος γεωγραφικός χώρος, αυτοί καθαυτοί, δεν έχουν/φέρνουν ουσιαστικά σημαντικές διαφορές/αλλαγές, από αιώνα σε αιώνα. Εκείνο που καθορίζει την ταυτότητα μιας εποχής, όπως εγγράφεται στην Ιστορία του Κινηματογράφου, στην πραγματικότητα είναι ο τρόπος που αφηγήθηκε κινηματογραφικά η Ανθρώπινη Περιπέτεια.
Το ελληνικό φως, ο τόπος, η φύση: κάτι που δεν το βλέπω ξεχωριστά, σαν κάτι το ιδιαίτερο που θα μπορούσε να με επηρεάσει όταν γράφω, ας πούμε, μια ιστορία. Δεν γράφω ιστορίες που μπορείς να τις τοποθετήσεις μόνο στην Ελλάδα. Μπορεί να έχω κινηματογραφήσει ή γράψει ιστορίες στις οποίες το ελληνικό φως έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο. Κι άλλοτε, είχα απόλυτη ανάγκη έναν τόπο πέρα από την ελληνική επικράτεια, ας πούμε ένα μέρος με διαφορετικό φως, διαφορετική φύση. Κι άλλοτε πάλι, μου χρειάστηκε να τοποθετήσω την ιστορία μου μες στο ημίφως ενός δωματίου που θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου. Το ίδιο ισχύει και για ένα εξωτερικό, νυχτερινό πλάνο. Μπορείς να το κάνεις να δείχνει ελληνικό ή μεξικάνικο, ταυτοχρόνως, και να ταιριάζει απολύτως με αυτό που έχεις στο νου σου, είναι θέμα χειρισμού, τεχνητού χειρισμού πολλές φορές.
Ιστορία, γλώσσα, πολιτική: είναι πρωταρχική μου σκέψη, και τα τρία, χωρίς αυτά δεν πας πουθενά. Χάνεσαι στο έρεβος. Κι εκεί βρίσκεται ένας επιπλέον μόχθος. Οφείλεις να ερευνήσεις, να ψάξεις σε βιβλιοθήκες, να διαβάσεις βιβλία, να αναζητήσεις μάρτυρες, να ρωτήσεις επιζώντες…, να μελετήσεις γραμματική και συντακτικό όπως στο σχολείο. Αυτό είναι κάτι που μου αρέσει, που μου ταιριάζει, να χώνομαι στα βιβλία, στη γνώση, στη γλώσσα, κι ύστερα να προσπαθώ να στήσω μια ιστορία. Ένα στίχος του Πάουντ, ας πούμε, κάτι από Αριστοτέλη ή από Διονύσιο Σολωμό… Ακόμα και οι σημασίες μιας λέξης, ή μια παροιμία που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια ή μια είδηση στην εφημερίδα.
Βλέποντας ταινίες και διαβάζοντας βιβλία, λογοτεχνία ή δοκίμια, αυτές ήταν οι κινηματογραφικές μου σπουδές. Επίσης, ταξιδεύοντας και ανακαλύπτοντας σε διάφορες πόλεις μικρές αίθουσες που πρόβαλλαν σπάνιες ταινίες. Η ιστορία που διηγούμαι στην οθόνη, μπορεί να ξεκινάει από μια εικόνα, μια ιστορία, έναν χαρακτήρα ή ένα πολιτικό/υπαρξιακό ερώτημα; Νομίζω ότι όλα ξεκινούν απ’ όλα αυτά μαζί. Ό,τι σκηνοθέτησα στο παρελθόν, διότι τώρα διηγούμαι ιστορίες στο χαρτί, είχε και έχει να κάνει σχέση με τις εμπειρίες μου (χωρίς κανένα ενδιαφέρον να μιλήσω «αυτοβιογραφούμενη») σε συνδυασμό με την επινόηση. Έχω δυνατή φαντασία και την αξιοποιώ όσο με βοηθούν οι ικανότητές μου ως συγγραφέως.
Στον Ελληνικό Κινηματογράφο βλέπω πολλές αδυναμίες, με εξαιρέσεις φυσικά. Είναι οι ίδιες αδυναμίες που υπήρχαν και την εποχή που γύριζα τις δικές μου ταινίες. Οι λόγοι είναι γνωστοί σε όλους μας. Αν η ίδια η Πολιτεία, παντού στον κόσμο, δεν μεριμνά σοβαρά, με υπευθυνότητα, με σύγχρονη λογική και τακτική, με ζέση και γνώση για τον συγκεκριμένο τομέα του πολιτισμού, φοβάμαι ότι θα συνεχίσουμε να αναφερόμαστε σε οργανωμένα ή μη οργανωμένα πλαίσια παραγωγής και εκτέλεσης των ταινιών, διεθνώς.
Σοβαρός κινηματογράφος δεν υφίσταται, σε καμιά χώρα, χωρίς αυτήν την προϋπόθεση. Νομίζω τα «ταλέντα» υπάρχουν παντού στον κόσμο. Γιατί να μην υπάρχουν και στην Ελλάδα;
Τι θα έπρεπε να κάνει διαφορετικά η Πολιτεία για να στηρίξει ουσιαστικά τους δημιουργούς και τη διεθνή παρουσία του ελληνικού σινεμά;Δεν νομίζω ότι είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος ώστε να μιλήσω για ανάλογα ζητήματα. Μια και ζητάτε τη γνώμη μου όμως, θα σας απαντήσω με μεταφορικό τρόπο. Προσωπικά, σήμερα «δημιουργώ» συγγραφικά και όχι κινηματογραφικά, με το να εκδίδω βιβλία. Δεν κάνω πλέον κινηματογράφο. Το παιχνίδι σίγουρα παίζεται στην αγορά και στα ταμεία. Φυσικά, ιδιαίτερη πέραση έχει η woke ατζέντα και η εύκολα δηλωμένη πολιτική στάση, ή η μεταφορά βαρυσήμαντων μηνυμάτων… Οι αυτοεκδόσεις ή το να πληρώνεις έναν γνωστό εκδοτικό οίκο προκειμένου να βάλει τη φίρμα του στο βιβλίο σου, έχει ιδιαίτερη πέραση. Με αυτό τον τρόπο κυκλοφορούν «έργα» που δεν έχει κανένα νόημα να κυκλοφορούν. Νομίζω ότι έτσι η τέχνη ταπεινώνεται, υποβαθμίζεται, να πληρώνεις εσύ αντί να πληρώνεται η δουλειά σου, δυστυχώς όμως οι εποχές καθορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Κάτι ανάλογο παρατηρείται και στο σινεμά. Η Πολιτεία, έχω την εντύπωση ότι στηρίζει επιδερμικά τους δημιουργούς ή είναι εντελώς αμήχανη, κυρίως πάνω στο τι πρέπει να στηρίξει ή όχι. Λείπουν οι κατάλληλοι άνθρωποι που θα καλύψουν τις νευραλγικές θέσεις. Αν δεν γνωρίζεις όσα πρέπει να γνωρίζεις για το σινεμά, πώς θα στηρίξεις το σινεμά που θα στεκόταν ευθυτενώς σε έναν διεθνή συναγωνισμό; Κι αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα.
Κακώς βεβαίως, αλλά δεν βλέπω πολύ Ελληνικό Κινηματογράφο. Άρα δεν γνωρίζω την ακριβείας απάντηση σε μια ερώτηση που έχει να κάνει με το Weird Wave, για παράδειγμα. Όμως, θυμάμαι ότι παλιότερα υπήρχε το ρεύμα στο ελληνικό σινεμά να γυρίζονται ταινίες «αγγελοπουλικές», τώρα παρατηρώ μια τάση για ταινίες που προσπαθούν να θυμίζουν Λάνθιμο ή Οικονομίδη. Αυτό δεν οδηγεί πουθενά, κατά τη γνώμη μου. Προτιμώ ένα σινεμά όπως αυτό της Αθηνάς Τσαγγάρη. Έχει τη δική της προσωπική σφραγίδα, όχι κάποια δανεική ή μια λογική που σχετίζεται, οπωσδήποτε με τον σκοπό πώς να γίνουμε επιτυχώς διεθνοποιημένοι ή εξαγώγιμοι. Η αυθεντικότητα μιας ταινίας καθορίζει και την προσωπικότητά της. Το ταλέντο, άλλωστε, δεν συνοδοιπορεί πάντα με το πώς εκφράζεται επισήμως η άποψη μιας σχολής. Όσο περισσότερες μορφές, τόσο και πλουσιότερες σοδειές.
Για τις αφηγηματικές ή αισθητικές τάσεις, λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να δώσω σαφή απάντηση. Άλλες τάσεις διακρίνω στο αποκαλούμενο «ποιοτικό/ανεξάρτητο σινεμά», άλλες στο θεωρούμενο ως «mainstream», άλλες σε εκείνο που προσωπικά δεν γνωρίζω τι ακριβώς εκπροσωπεί. Αν ρίξεις μια προσεκτική ματιά στο Netflix, θα διαπιστώσεις το εύρος της χωματερής ή του φύρδην μίγδην.
Όσο για τις πλατφόρμες, τις σειρές ή την τεχνητή νοημοσύνη, νομίζω ότι επί της ουσίας ο κινηματογράφος χάνει, και χάνει με οδυνηρότατο τρόπο απ’ τη στιγμή που ζημιώνονται και χάνονται οι κινηματογραφικές αίθουσες. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η σημαντικότερη απώλεια. Για τις πλατφόρμες, ειδικά, εκεί βρίσκω και θετικά στοιχεία, αλλά το ζήτημα τίθεται υπό συζήτηση. Μακρά συζήτηση, έτσι ώστε να τεκμηριώσει κανείς τα θετικά και τα αρνητικά. Για την τεχνητή νοημοσύνη… Ας χρησιμοποιηθεί αλλού, όχι στην τέχνη, η τέχνη θέλει ανθρώπινο σώμα και αίμα, ανθρώπινο εγκέφαλο όχι ρομπότ, νέτα-σκέτα.
Αν μπορεί ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα να παραμείνει ρεαλιστικός και μαγικός ταυτόχρονα;Φυσικά! Έχουμε πολλά εξακριβωμένα παραδείγματα. Ταινίες που είναι μαγικές λόγω του αδιάβλητου ρεαλισμού τους και ταινίες ρεαλιστικές που δεν περιφρονούν την ποίηση ή το όνειρο.
Δεν γυρίζω πλέον ταινίες. Η τελευταία κινηματογραφική δουλειά μου ήταν τη δεκαετία του ʼ80. Γράφοντας λογοτεχνία ή δοκίμια δεν απευθύνομαι σε κανένα ειδικό κοινό. Μόνο σε έναν άγνωστο και μυστηριώδη παραλήπτη. Πρόκειται για ρίσκο και τίποτα περισσότερο.
Συλλογικά ή ατομικά οράματα, σήμερα… Ο κάθε δημιουργός έχει το δικό του όραμα, μες στο κεφάλι του. Το εύρος κάθε οράματος συνοδοιπορεί με το εύρος των ικανοτήτων του δημιουργού κι από κει κι ύστερα, εξαρτάται αν το όραμα θα μπορέσει να γίνει συλλογικό ή να μείνει μόνο στο σαλόνι του εγκεφάλου του δημιουργού, πίνοντας μοναχικά τσάι με τον οραματιστή.
Τι θα ʼθελα να έχει αλλάξει στον ελληνικό κινηματογράφο τα επόμενα δέκα χρόνια;Εύχομαι κάθε βηματισμό προς το καλύτερο. Τώρα: τι θα πει «καλύτερο»; That’s The Question! Ίσως μια συμπύκνωση όλων όσων είπαμε συνολικά παραπάνω.

