Τι γλώσσα μιλάει το θέατρο;
Εδώ και λίγο καιρό κατασταλάζει μέσα μου η πεποίθηση ότι το θέατρο είναι η μοναδική τέχνη σε θέση να κρατήσει τον άνθρωπο ως πρωτογενή δημιουργό στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Ότι η θεατρική σκηνή είναι το τελευταίο προπύργιο της ανθρωπινότητας. Συνειδητά αλλά και ενστικτωδώς ο κόσμος το ξέρει και το επιλέγει διαρκώς. Η μοναδική τέχνη ανάμεσα στις καλές τέχνες που θα επιβιώσει είναι η θνησιγενής, επειδή η μορφή της διαρκώς διαφεύγει. Οι υπόλοιπες τέχνες, από τη φύση τους δεν είναι οχυρωμένες απέναντι στην ΤΝ, επιδέχονται μπολιάσματα. Το θέατρο διαθέτει ένα είδος οχύρωσης στη βιολογία του: τον αρχαϊκό πυρήνα και την αυτοσχέδια σύστασή του. Αποτελεί τη μοναδική τέχνη που ακόμα κι αν δεν εξελισσόταν καθόλου θα παρέμενε ζωντανή, μ’ ένα σανίδι και δυο ανθρώπους – είναι η τέχνη που δεν ζει έξω από το σώμα και που ξέρει κάθε βραδιά να πεθαίνει.
Σε αυτή τη ζηλευτή κιβωτό της αέναης πρώτης φοράς, που μου αρέσει να τη φαντάζομαι να επιπλέει στην ψηφιακή φουρτούνα, θα διασωθούν διάφορα είδη της θεατρικής συνομοταξίας. Δείγμα σκηνοθέτη, ηθοποιού, χορογράφου, φωτιστή – τι ξεχνάω – ενδυματολόγου, σκηνογράφου – τι ξεχνάω – ταξιθέτη. Και ηχολήπτη! Αυτά. Κι αφού είναι έτσι, γιατί σε μια ημερίδα για την ελληνική γλώσσα, επέλεξα να μιλήσω γι’ αυτή την τέχνη; Μήπως επειδή βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτό εδώ το θεατρικό κόσμημα του Πειραιά;
❧
Ο κατεξοχήν τόπος όπου η λογοτεχνία γίνεται λαλιά είναι το θέατρο· εκεί όπου η γλώσσα μιλιέται καθώς ανατέμνει την ύπαρξη. Στο θέατρο, στο απτό σημείο που είναι ταυτόχρονα και ο απόλυτος ου-τόπος, τα συστήματα επικοινωνίας είναι πολλά και τα περισσότερα άρρητα. Το θέατρο, που η ρητή γλώσσα τόσο το αγαπά, ανταποδίδει σήμερα την αγάπη της; Υποδέχεται τη γλώσσα σαν ένα σύστημα επικοινωνίας που όταν βρίσκεται σε κατάλληλα χέρια ανάγεται σε τέχνη; Ή μήπως η γλώσσα στο σύγχρονο θέατρο δεν χρειάζεται να είναι τέχνη;
Από τη θέση της θεατρόφιλης αλλά και της συγγραφέα που επιμένει να γράφει και θέατρο, με απασχολεί το ερώτημα κατά πόσο η λογοτεχνία μπορεί να επιστρέψει στη σκηνή ως θεατρικό έργο. Με υποδοχή και στήριξη ευρύτερες από τις υπάρχουσες, ώστε να δοκιμάσει μια γενικότερη εκτίμηση και μια αληθινή ευκαιρία, στη χώρα που γέννησε την τραγική ποίηση και την κωμωδία, να καλλιεργήσει τις σημερινές της δυνάμεις. Επίσης, από τη θέση ενός ανθρώπου που συναναστρέφεται παιδιά και τα παρακολουθεί να δυσκολεύονται στην κατανόηση κειμένων και κυρίως να αρνούνται να κατανοήσουν, ωσάν το γραμμικό νόημα να είναι μια απειλή στην ελευθερία τους, ψάχνω – και στο θέατρο – τους τρόπους με τους οποίους ο νεαρός δέκτης μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε στοχασμούς πιο απαιτητικούς, σε γλώσσα πολυεπίπεδη, σε ένα κάτοπτρο πέρα από την εικόνα του, με σκοπό τη βύθιση σε ένα καλοδεχούμενο άγνωστο που θα τον καθοδηγεί να επιστρέφει στον εαυτό του φωτισμένος και όχι απλά φωταγωγημένος.
Τριτοετείς φοιτητές διάσημης δραματικής σχολής, μαθαίνω, δεν διαβάζουν το κείμενο στα μέιλ τους και ζητούν από τους δασκάλους να τους τα πουν προφορικά ώστε να τα καταλάβουν. Τι κείμενα θα μιλήσουν από σκηνής σε τρία χρόνια τα παιδιά που βαριούνται να διαβάσουν τρεις παραγράφους με ειρμό; Κείμενα που θα τα παραγγέλνουν με τρεις εντολές! Ποια γλώσσα θα σταθεί ικανή να κινήσει και να συγκινήσει τη σκέψη τους, άρα και την κοινωνία των θεατών τους; Προτρέχοντας, λέω ότι το θέατρο, η τέχνη της άμεσης απεύθυνσης με έντεχνα προσχήματα, χρειάζεται να μιλήσει στους νέους όχι με την υποτιθέμενη δική τους γλώσσα, αλλά με τη γλώσσα των λογοτεχνών που σεισμογραφούν το σήμερα, όπου σύγχρονο δεν σημαίνει τηλεοπτικό ούτε μιμητικό. Η λογοτεχνία οποιουδήποτε είδους καλό είναι να μην μιλάει ακριβώς τη γλώσσα μας, αλλά τη γλώσσα που μας ξεφεύγει και προσπαθώντας να την ακολουθήσουμε, μας διευρύνει.
Έχω μαζεμένες πολλές σημειώσεις πάνω στη συνάντηση και τη σύγκρουση σύγχρονης θεατρικής γραφής και σκηνοθεσίας, πάνω στην ποιότητα (καλή και κακή) των ελληνικών κειμένων, πάνω στον σταδιακό εξοστρακισμό του συγγραφέα από τη θεατρική ομάδα, πάνω στη συγκέντρωση πολλών ιδιοτήτων σε ένα θεατρικό πρόσωπο. Δεν χωράνε εδώ όλα αυτά. Σήμερα θα προσπαθήσω να συνοψίσω κάποιες σκέψεις για τη λαλιά του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.
Πρώτα όμως θα ήθελα να υπενθυμίσω πως κάποτε υπήρξε κάποιος επαγγελματίας που λεγόταν «Υπεύθυνος Κοπής Πάγου». Ο παγοπώλης εκείνος λοιπόν διεκδικούσε το δικαίωμα να υπάρχει ακόμα και αφότου ανακαλύφθηκε η ψύξη. Είδατε προσφάτως κανένα σωματείο να τρέχει να κόβει παγωμένες λίμνες, για να φέρει σουλουπωμένο πάγο στην κοινωνία, σώνει και καλά, ενώ υπάρχουν καταψύκτες; Χρειάζεται να καταλάβεις εσύ ο ίδιος, ο παγοπώλης, τι έχεις να προσφέρεις και κατόπιν να το δείξεις, να το αποδείξεις σε όσους πιστεύουν το αντίθετο. Ή να αποχωρήσεις και να φυλάξεις τον πάγο για το ποτό σου, άντε και το ποτό των φίλων σου.
Disclaimer
Καθώς μιλάμε, στο παρασκήνιο, εκεί που φτιάχνεται η θεατρική γραφή, δύο αντίθετες τάσεις συγκρούονται σε μια κωμική αλληλοαναίρεση. Στη μία τάση πραγματοποιούνται σοβαρά σεμινάρια, που ενθαρρύνουν τους συγγραφείς να φτιάχνουν έργα με τρισδιάστατους χαρακτήρες, κίνητρα, καταγωγή, στόχους και εμπόδια. Αλλά και με πλοκή, πάνω σε ζητήματα καίρια. Αλλά και με αισθητική αρτιότητα που να προσφέρουν καλλιτεχνική συγκίνηση. Έργα αγγελικά πλασμένα. Και ύστερα οι συγγραφείς, με το νέο τους έργο παραμάσχαλα, διακρίνουν αιφνίδια ένα Disclaimer (δήλωση αποποίησης ευθύνης) που τους είχε διαφύγει! Με μικρά γραμματάκια κάτω-κάτω. «Κανείς δεν θέλει να ανεβάσει αυτά τα έργα που γράφετε». Γιατί; «Δεν γράφονται πια καλά έργα!» Ξέρουμε πια ΟΛΟΙ ότι «το τσιγάρο σκοτώνει», «οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι» και «δεν γράφονται καλά ελληνικά έργα». Τέτοια βεβαιότητα.
Ελάχιστοι προκρίνουν κείμενα με λογοτεχνική μιλιά – συνήθως θεωρούνται «ποιητικίζοντα», «εγκεφαλικά», «γραπτά», «φλύαρα» και άλλα τέτοια τρομακτικά. Ο θίασος δυσανασχετεί μπροστά στην παραξενιά της λογοτεχνίας, που σφύζει από Συγγραφικό Ύφος, τον Ρουβίκωνα του σκηνοθετικού οράματος. Το όραμα που προηγείται ΔΕΝ το θέλει κανείς. [Ας σκεφτούμε για μια στιγμή δύο φωτογράφους – ο ένας φωτογραφίζει τη Σαγράδα Φαμίλια του Γκαουντί και ο άλλος τη Λεωφόρο Νάτο του Ασπρόπυργου. Ποιος καλείται να είναι πιο δημιουργικός; Ποιος έχει υλικό για να το μεταπλάσει σε δική του τέχνη; Αν ο φιλόδοξος σκηνοθέτης επιλέξει τελικά, κόντρα στις προβλέψεις, μια Σαγράδα Φαμίλια της θεατρικής γραφής, αν θέλει να πετύχει κάτι δικό του, θα πρέπει να τη μετατρέψει σε Λεωφόρο Νάτο. Θα πρέπει να την ισοπεδώσει, να κρατήσει κάτι από την αρχική της ιδέα και να το ξαναδώσει στο κοινό φτιαγμένο από τσιμέντο. Θα χρησιμοποιήσει τη Σ.Φ. όχι επειδή είναι αξιοθέατη, αλλά γιατί αρέσουν οι κατεδαφίσεις.]
Υπάρχει όμως Γκαουντί της ελληνικής θεατρικής γραφής σήμερα; Δεν το νομίζω. Το μόνο στο οποίο μοιάζουν είναι ότι ο συγγραφέας είναι κι αυτός ύποπτος ιδιοσυγκρασίας, μην πω και ένοχος από την αρχή. Ένοχος ότι φέρνει κάτι που δεν απηχεί όλες τις θεμιτές απόψεις. Όμως το θέατρο ανέκαθεν αγαπούσε την ξενότητα. Δεν είναι το νησί των ναυαγών; Ένας Ξένιος Διόνυσος; Είναι ο τόπος των φωνών – κι όμως, δεν θέλει να μιλήσει πια με τη φωνή του συγγραφέα. Δεν του ανοίγει την πόρτα της κιβωτού. «… Ακόμα κι αν η εποχή μας δεν διαθέτει συγγραφείς αυτής της ποιότητας, πιστεύω πως είναι καλύτερα να παίζεται ένας συγγραφέας σύγχρονος, με όλα τα ελαττώματά του, παρά δέκα Σαίξπηρ. […] Κανείς, και προπαντός οι σκηνοθέτες, δεν έχει το δικαίωμα να πει πως δεν υπάρχουν συγγραφείς.» Τάδε έφη Μπερνάρ Μαρία Κολτές.
Ο homo scrivens δεν πείθει
Εγώ θα πω: Κανείς δεν ανέχεται να μην είναι συγγραφέας. Και κανείς δεν ανέχεται τον συγγραφέα. Ο σκηνοθέτης ξέρει ότι ένα ολοκληρωμένο θεατρικό έργο δεν θα αποτελέσει καλή πρώτη ύλη. Γιατί ένα θεατρικό έργο δεν είναι πρώτη ύλη, είναι το πρώτο κινούν και είναι πλήρες (ως έργο όχι ως θέατρο). Το διαρθρωμένο έργο που περιέχει δραματουργία από τη μάνα του, θα πρέπει να είναι κάτι σαν εφιάλτης στο σύγχρονο θέατρο. Κατά κύριο λόγο προτιμάται ένα υλικό που θα το φέρει βόλτα ένας ξεχωριστός δραματουργός, είτε γράψει το κείμενο ο σκηνοθέτης ο ίδιος, είτε η ομάδα, είτε έχει να συρράψει. Κάποιες φορές έχουμε μάλιστα δραματουργό χωρίς συγγραφέα, σαν να είχαμε επιμελητή χωρίς βιβλίο. Κι άλλοτε έχουμε λέξεις-μπαλώματα για να ενώνονται οι εικόνες. Όταν απουσιάζει και ο αφηγηματικός ιστός σαν υπέδαφος, καταλαβαίνεις ότι το κείμενο δεν λείπει μόνο ως γραφή αλλά και ως σκέψη. Τα έργα θέλουν και χάρτινες καρδιές εκτός από αιμάτινες.
Οι συγγραφείς απειλούμε τον κόσμο με τη γραμμική αλυσίδα των νοημάτων μας, με την ατομικότητά μας που μυρίζει θέσφατο. Ο ίδιος ο τίτλος μας [«συγγραφέας»] κοιτάζει με αέρα Επίσημης Άποψης τις υπόλοιπες απόψεις που δεν είναι τυπωμένες – με έναν διαστρεβλωμένο τρόπο θεωρούμαστε ένα είδος εξουσίας ακόμα κι αν είμαστε εντελώς ανίσχυροι. Η γλώσσα της λογοτεχνίας κοιτάζεται με καχυποψία στο θέατρο. Δεν είναι βέβαιοι ότι το κείμενο είναι «καλό». Ο μόνος τρόπος να παιχτεί σύγχρονο πρωτότυπο ελληνικό έργο είναι όταν η δημιουργία του έχει προκύψει από τον θεματικό του περιορισμό στο πλαίσιο ενός φορέα – δηλαδή όταν διαθέτει την ταμπέλα «σύγχρονο ελληνικό θεατρικό έργο» (π.χ. σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς ξαναγράφουν αρχαίες τραγωδίες ή όταν διοργανώνονται φεστιβάλ αναλογίων ή pitching και διαγωνισμοί – καλά που υπάρχουν κι αυτά).
Μπορεί ο νέος Έλληνας συγγραφέας να προτείνει κάτι, που κανένας άλλος δεν μπορεί; Πιστεύω ότι ναι. Μόνο αυτός μπορεί να αρπαχτεί από ένα ένστικτο πριν αυτό δοκιμαστεί μέσα στον χρόνο και να το κάνει λόγο, κι αυτό είναι μια πράξη πολιτική. Γιατί φτιάχνει συμπαγείς στιγμές μέσα στη ρευστότητα. Ο συγγραφέας δεν κόβει πάγο, στη θεατρική συμμαχία είναι εκείνος που κάνει πάγο το νερό. Είναι το πρόσωπο που επιτρέπει στον εαυτό του να εκτεθεί τόσο βαθιά ώστε παίρνει το ρίσκο να αποκρυσταλλώσει στο χαρτί μια τέχνη που ολοκληρώνεται στη σκηνή. Να φτιάξει εξαρχής κάτι μισό, κάτι πλήρες στην ημίσειά του, κάτι δηλαδή που λαμβάνει υπόψιν τους άλλους και ολοκληρώνει την αξία του μαζί τους, κάτι αληθινά ομαδικό. Η ικανότητα να σκεφτόμαστε ιστορίες και να πείθουμε τους άλλους να συνεργαστούν είναι ο βασικός εξελικτικός λόγος που ο homo sapiens επιβίωσε. Μάλλον ο homo scrivens έπαψε να πείθει.
Ο συγγραφέας που δεν είναι σκηνοθέτης, ούτε ηθοποιός, είναι πιο ξένος απ’ τον ξένο, γιατί βρίσκεται εκτός και γι’ αυτό ακριβώς αξίζει να επιστρέφει. Για να προτείνει στο θέατρο το κάτοπτρο που δεν αντανακλά απευθείας την εικόνα του, αλλά που του την επιστρέφει μέσω μιας άλλης, λοξής κουλτούρας. Αν το θέατρο αντικαταστήσει τον συγγραφέα με την Τεχνητή Νοημοσύνη, επειδή δεν μπορεί να γράψει σαν τον Σαίξπηρ ενώ το AI μπορεί, κάτι που έχει ξεκινήσει να συμβαίνει στα ίδια τα φυτώρια των δραματικών σχολών… Αν αφεθεί το θέατρο στην ευκολία αυτή, όπως όσοι εργάζονται σε επιχειρήσεις, και το κείμενο μπει σε ρομποτική αλυσίδα, πετώντας έξω την αδυναμία και την ιδιοσυγκρασία της γλώσσας, τότε το τελευταίο προπύργιο ανθρωπινότητας θα έχει ανοίξει τη λάθος πόρτα. Αφήνοντας εκτός όσους δουλεύουν με τη γλώσσα, μένει ένα κενό που αργά ή γρήγορα θα γεμίσει είτε με μπαλώματα είτε με ψευδοΣαίξπηρ. Οι συνδυασμοί λέξεων είναι κούφιοι και άλαλοι χωρίς την επίγνωσή τους. Χωρίς την εμπειρία της ύπαρξης, της φθοράς και της ανάγκης θα κατακλυστούμε από ένα άφατο τεχνολογικό Κιτς.

