Στον φίλο που χάθηκε…
Δεν έχεις χρόνο για δεν υπάρχει χρόνος
και δεν προφταίνεις για κανείς δεν προφταίνει.
Που δεν προλαβαίνεις δεν είσαι ο μόνος,
είπα: δεν είσαι ο μόνος
που του φτάνει ο κόμπος στο χτένι.
Κουράζεσαι πολύ, και είν’ αναμενόμενο.
Έχεις στην πλάτη φορτωθεί βαριές υποχρεώσεις.
Μα είσαι λεβέντης-ήρωας, είσαι απλά φαινόμενο.
Έχεις μεγάλο όραμα κι έχεις πολλά να δώσεις.
Αχ, μασκαρά, πώς πήρες σοβαρά τον εαυτό σου.
Κάθε πρωί που φόραγες κοστούμι τη στολή σου.
Τριάντα χρόνια πίστεψες πώς ήτανε γραφτό σου.
Τριάντα χρόνια έχαψες την ψευτοαποστολή σου.
Χαράμισες τις μέρες σου, κι ο χρόνος ήταν χρήμα.
Παντού επαναλάμβανες «δεν είν’ καιρός για χάσιμο».
Νά που σε φάγαν οι δουλειές, τι πλάνη και τι κρίμα.
Ωστόσο, τα κατάφερες: εν τέλει έγινες διάσημος.
Μα το βράδυ που ξαπλώνεις σε πιάνει το γαμώτο.
Κάτι σου τρώει τα σωθικά, σε πνίγει στο κρεβάτι.
Λες «τη ζωούλα μου έβαλα σ’ αυτόματο πιλότο»
και σου φουσκώνει το κενό κι άντε να κλείσεις μάτι.
Είσαι ένας βλάκας και μισός κι ούτε που το φαντάζεσαι,
ούτε που ’ποψιάζεσαι πού έφτασε η κατάσταση.
Έπαψες να στοχάζεσαι αλλ’ όχι να ξιπάζεσαι.
Να πιεις με φίλους μια ρακή σου φαίνετ’ επανάσταση.
Τι άλλο να κάνεις και πια τι ν’ αλλάξεις,
έτσι που τα κατάφερες, ρε μπαγάσα;
Είναι αργά τη ζωή σου να φτιάξεις,
μα πώς να τη φτιάξεις;
Δεν κοιτάς που δεν παίρνεις ανάσα;

