Διονύσιος Σκλήρης

Οι μεταμοντέρνοι πολιτισμικοί πόλεμοι της Δύσης: μεταξύ δικαιωματισμού και τραμπισμού

Η εποχή μας πάσχει από σχάση στις δύο βασικές διαστάσεις της νεωτερικής δημοκρατίας, που είναι αφενός η λαϊκή κυριαρχία και αφετέρου η προστασία των μειονοτήτων. Η διαίρεση αυτή προϋποτίθεται σε πλήθος πολιτισμικών πολέμων. Χαρακτηριστική είναι η αντίθεση ανάμεσα αφενός στον δικαιωματισμό και αφετέρου στην παλινόρθωση της συντήρησης επί της δεύτερης κυβερνήσεως Ντόναλντ Τραμπ. Ο «πολιτισμικός πόλεμος» μεταφέρεται και στην Ευρώπη.

Το μεταμοντέρνο χαρακτηριστικό του δικαιωματισμού, που διατυπώθηκε με όρους «woke», είναι ότι αποτελεί μία ομπρέλα για συγκοινωνούντα δοχεία προοδευτικών αιτημάτων συνδεόμενων με κοινωνικές ομάδες που είχαν υποστεί καταπίεση, όπως α) ο αντιρατσισμός με έμφαση στην ταυτότητα των φυλετικών μειονοτήτων, β) ο φεμινισμός ενάντια στον σεξισμό, γ) τα αιτήματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας ενάντια στην ομοφοβία, τρανσφοβία κ.τ.ό., δ) η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ζώων ενάντια στον ειδισμό ή σπισισμό, δηλαδή στη θεώρηση ότι ο άνθρωπος είναι ανώτερο προνομιούχο είδος. Το τελευταίο, συνδεόμενο με τη χορτοφαγία (βιγκανισμός), αποτελεί το πλέον καθαρό ανιδιοτελές αίτημα, εφόσον δεν συνοδεύεται με συμφέροντα επιμέρους ανθρώπινης ομάδας, αλλά επεκτείνει ηθικές αξιώσεις και στον μη έλλογο κόσμο των ζώων και ακόμη γενικότερα στην ανάγκη βιωσιμότητας του φυσικού περιβάλλοντος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνομάδωση ετερόκλητων χαρακτηριστικών είναι ένα γνώρισμα κυρίως της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας, το οποίο εκπορεύεται από την Αμερική προς την υπόλοιπη Δύση και κόσμο. Στην Ευρώπη υπάρχει μια διαφορετική ιδεολογική πλαισίωση που διακρίνει περισσότερο ανάμεσα αφενός στον κεντρώο φιλελευθερισμό και αφετέρου στη ριζοσπαστική Αριστερά. Αντιθέτως, στις ΗΠΑ, ριζοσπαστικά αριστερά αιτήματα συστεγάζονται συχνά με περισσότερο κεντρώα και φιλελεύθερα. Αυτό ισχύει κατεξοχήν για το κόμμα των Δημοκρατικών, αλλά οι ευέλικτες συνομαδώσεις είναι γενικότερα ένα χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας που μπορεί να ξενίζει κατ’ αρχήν τους Ευρωπαίους. Στην Ευρώπη ο όρος «woke» κουλτούρα χρησιμοποιήθηκε περισσότερο από τους πολεμίους της παρά ως αυτοπροσδιορισμός, όπως μπορεί να συμβαίνει στην Αμερική.

Σε κάθε περίπτωση, ο ετερόκλητος χαρακτήρας της woke συνομάδωσης συνιστά μια πρόκληση προς την παραδοσιακή λογική. Προ της woke συνάρθρωσης του δικαιωματισμού, δεν θα ήταν αυτονόητο ότι μπορούν να θεωρηθούν ως ζητήματα παρόμοιας τάξης ταυτότητες που αφορούν φυσικές διαφορές, όπως η φυλή και το φύλο, ταυτότητες που αφορούν έμφυλους προσανατολισμούς, αλλά και προβλήματα που προκύπτουν από το «δικαίωμα» των ζώων να πραγματώσουν τη φύση τους και του περιβάλλοντος να επιζήσει. Η συγκολλητική ουσία είναι το συμβάν μιας αφύπνισης που μπορεί να μας κάνει να πιστέψουμε στη δυνατότητα μιας βαθύτερης υφέρπουσας αλληλεγγύης, η οποία δεν καταργεί τη διαφορετικότητα των αιτημάτων, αλλά την καταφάσκει. Αποτέλεσμα πάντως της συνομάδωσης είναι μια αλληλοπεριχώρηση και σταδιακά μια παρομοίωσή τους. Λ.χ. ό,τι στις αρχαίες κοινότητες θεωρείτο απλώς ως πληθώρα σεξουαλικών πρακτικών και στην πρώιμη νεωτερικότητα ως μια ειδική κατηγορία, όπως λ.χ. η ομοφυλοφιλία, στον δικαιωματισμό της ύστερης νεωτερικότητας θεωρείται ως μία πληθώρα έμφυλων ταυτοτήτων, που εγείρουν παρόμοια ηθικά αιτήματα με αυτά της ισότητας ως προς τη φυλή και το φύλο. Παρομοίως, τα ζώα που παραδοσιακώς θεωρούντο ως άμοιρα λογικής, πλέον εντάσσονται στον έλλογο κόσμο των δικαιωμάτων, ερχόμενα πιο κοντά στους ανθρώπους με σχετικοποίηση της διαφοράς ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο ζώο. Πρόκειται για πνευματικές αλλαγές, οι οποίες πλέον θεωρούνται όλο και πιο αυτονόητες, αλλά υπήρξαν προκλητικές για τις παραδοσιακές κοινωνίες. Το ερώτημα, που αξίζει να τεθεί, είναι αν πρόκειται για μία αλλαγή «μεταμοντέρνα», η οποία αντιτίθεται στη νεωτερικότητα ή για μία συνέχεια της νεωτερικότητας, έστω σε μια πιο ριζοσπαστικοποιημένη μορφή της.

Το woke ως όρος ομπρέλα και ως σύμπτωμα κατάτμησης

Συναφώς, μια κύρια αμφισημία του όρου «woke» έγκειται στο ότι επιτελεί ταυτοχρόνως δύο αντίστροφες λειτουργίες: α) Συναρθρώνει με σχετικά χαλαρό τρόπο διαφορετικά μεταξύ τους αιτήματα, έτσι ώστε κάποιος που έχει λ.χ. ως προτεραιότητά του τον φεμινισμό να επιδεικνύει αλληλεγγύη και για τον αγώνα μιας φυλετικής κοινότητας ή να είναι ευαίσθητος έναντι της ομοφοβίας. Αξιώνει έτσι, ως όρος-ομπρέλα, μια καθολική ευαισθησία σε πληθώρα διαφορετικών θεμάτων που ξεκινούν από την αξίωση αλλαγής ως προς τη μειονεκτική θέση ευάλωτων ομάδων. β) Ταυτοχρόνως, επιμένει στα προβλήματα επιμέρους κοινωνικών ομάδων, αντί για μια έμφαση σε ένα γενικό υποκείμενο αλλαγής, όπως ήταν παλαιότερα για τη μεν δεξιά το έθνος, για τη δε αριστερά η εργατική τάξη. Κατά τον τρόπο αυτό, η «woke» κουλτούρα συνδέεται αφενός με την υποβάθμιση του έθνους-κράτους και αφετέρου με την οραματική κρίση της αριστεράς μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αποτελεί έτσι σύμπτωμα της κατάτμησης των πρώην ενιαίων πολιτικών προταγμάτων. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε σφοδρές ιδεολογικές συγκρούσεις. Για δεξιούς κριτικούς του δικαιωματισμού, η woke κουλτούρα αποσαρθρώνει τον ομογενή χαρακτήρα του έθνους-κράτους (το οποίο βέβαια και αυτό είχε ξεκινήσει αρχικά τον 18ο αιώνα ως μια κατάτμηση των θρησκευτικών κοινοτήτων). Για αριστερούς κριτικούς, οδηγεί σε αποπροσανατολισμό και απώλεια ενοπτρισμού ενός ενιαίου επαναστατικού υποκείμενου με ταξικά χαρακτηριστικά. Για τους υπέρμαχους του δικαιωματισμού, πρόκειται για μια νέα ευέλικτη δυνατότητα μοιράσματος διαφορετικών ευαισθησιών, οι οποίες συνιστούν ένα καινούργιο συνολικό ήθος, που καταφάσκει στη ρευστότητα και την ποικιλία, με κοινό ορίζοντα είτε ένα αφήγημα προόδου, είτε μία απλή κοινότητα συναισθήματος.

Από την αφύπνιση στον αυτοπροσδιορισμό και την αυθαιρεσία

Το καινοφανές στον μεταμοντέρνο δικαιωματισμό είναι ότι η έμφαση περνάει από την ηθική αφύπνιση στη δυνατότητα δυναμικού αυτοπροσδιορισμού. Αν σε μια πρώτη φάση σήμαινε το αναπαρθενευμένο ηθικό βλέμμα έναντι μιας αδικίας προς έναν ευάλωτο, πλέον υπογραμμίζει μια καινούργια δυνατότητα του καταπιεσμένου να αυτοπροσδιοριστεί με τους δικούς του όρους και όχι με αυτούς που μέχρι πρότινος του επέβαλε η κυρίαρχη πλειονοτική κοινότητα. Η έμφαση σε αυτό το δικαίωμα αποκτά στοιχεία πανηγυρισμού της αυθαιρεσίας κατά τον αυτοπροσδιορισμό. Κατά τους κριτικούς του δικαιωματισμού, το φαινόμενο αυτό συνδέεται με τις εξής εξελίξεις του καπιταλισμού της ύστερης νεωτερικότητας στη Δύση: α) Την απογείωση της χρηματιστικοποίησης χάρη και στην ψηφιακή τεχνολογία με υποβάθμιση της προτεραιότητας της βιομηχανικής παραγωγής και ταυτοχρόνως τη σχετική αποβιομηχάνιση της Δύσης, καθώς το επίκεντρο της βιομηχανικής παραγωγής περνάει σε αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως στην Ασία. β) Την επεκτεινόμενη τεχνολογική παρέμβαση στη βιολογία με αποτέλεσμα μια υβριδικότητα ανθρώπου και μηχανής, που τείνει προς τον μετανθρωπισμό. γ) Την κοινωνιολογική έμφαση ότι οι ταυτότητες είναι κοινωνικές κατασκευές και όχι οργανικοί δεσμοί εντός μιας κοινότητας.

Κατά τους αντι-δικαιωματιστές, οι οποίοι «παίρνουν την εκδίκησή τους» επί κυβερνήσεως Τραμπ, ο δικαιωματισμός φαίνεται να εδράζεται σε μια τριπλή αυθαιρεσία: του χρηματοπιστωτικού συστήματος έναντι της βιομηχανικής παραγωγής, της τεχνολογικής κατασκευής έναντι της βιολογίας, της κοινωνιολογικής κατασκευής/ επινόησης έναντι των παραδοσιακών κοινοτικών αρμόσεων. Φάνηκε σαν από τη δυνατότητα καταπιεσμένων ομάδων να αυτο-ορίζονται έναντι του βλέμματος της πλειονότητας να είχαμε περάσει σε μια γενικευμένη αποθέωση ενός αυτοπροσδιορισμού αποδεσμευμένου από υλικές βάσεις και αισθητά όρια, σύμφωνα με μια δυναμική της εκδοχής του καπιταλισμού μετά το 1990. Ο δικαιωματισμός προβλήθηκε ως ένα γενικευμένο ήθος εκτεταμένης αδιαφορίας ως προς φυσικούς περιορισμούς, με αποτέλεσμα να προκληθεί μία σκληρή απάντηση συντηρητικής παλινόρθωσης, η οποία, όμως, με τον επίσης μεταμοντέρνο χαρακτήρα της αμφισβητεί επίσης κεκτημένα της νεωτερικότητας.

Υπάρχουν πάντως περαιτέρω αμφισημίες που χρειάζονται διευκρίνιση. Ορισμένες φορές ο δικαιωματισμός σημαίνει έναν ατομικώς αυθαίρετο αυτοπροσδιορισμό. Άλλες φορές σημαίνει μια κρατικώς ή διακρατικώς επιβεβλημένη απόφαση, η οποία μπορεί και να αποτελεί όντως αναγκαιότητα: Λ.χ. τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ύστερα από ηθική «αφύπνιση» για την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Ή τον βιγκανισμό ύστερα από «αφύπνιση» στη συνειδητοποίηση ότι η εκτεταμένη κρεοφαγία δεν είναι βιώσιμη για την ισορροπία του πλανήτη. Είτε πάντως πρόκειται για ατομικό, είτε για κρατικό προσδιορισμό, ο δικαιωματισμός προκαλεί συχνά δυσπιστία στη λαϊκή πλειοψηφία ότι πρόκειται για μια αυθαίρετη απόφαση που δεν έχει προέλθει οργανικά μέσα από κοινοτικές ανάγκες, αλλά επιβάλλεται βίαια επί του εαυτού ή επί της κοινωνίας. Ακόμη κι όταν η ανάγκη όντως υπάρχει (λ.χ. η αποφυγή κλιματικής κατάρρευσης), πρόκειται για ανάγκες απομακρυσμένες από την αμεσότητα της λαϊκής καθημερινότητας. Το αποτέλεσμα ήταν μία αρκετά βίαιη λαϊκιστική απάντηση, η οποία ειδικά στις ΗΠΑ του Τραμπ, οδήγησε σε μια πρωτοφανή καταξίωση της χυδαιότητας και της αγένειας στον λόγο, ακόμη και σε αντι-οικολογικά μανιφέστα.

Η φιλοσοφική καταγωγή του δικαιωματισμού στη δυτική νεωτερικότητα

Παραμένει το ερώτημα αν ο δικαιωματισμός αποτελεί μια μεταμοντέρνα αλλαγή παραδείγματος ως προς τη νεωτερικότητα. Η εικόνα του καινοφανούς χαρακτήρα του μεταμοντέρνου δικαιωματισμού θα ήταν μονομερής, αν δεν σημειώναμε ότι ο δικαιωματισμός είναι βαθιά θεμελιωμένος σε ολόκληρο το πρόγραμμα της δυτικής νεωτερικότητας. Οι φιλοσοφικές βάσεις του δικαιωματισμού είναι: α) Ο νομιναλισμός, δηλαδή η θεώρηση ότι δεν υπάρχουν γενικές φύσεις, αλλά μόνο ονόματα (nomina) που κατασκευάζουν αυθαιρέτως επινοημένες καθολικότητες. β) Η βουλησιαρχία, δηλαδή η αντίληψη ότι η προσωπική βούληση έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι της λογικής κατανόησης μιας κοσμικής τάξης. Τα δύο αυτά φιλοσοφικά ρεύματα ξεκίνησαν τον 13ο αιώνα ως μια θεολογική θεώρηση για την παντοδυναμία του Θεού έναντι της φύσης, η οποία εκκοσμικεύθηκε ως παντοδυναμία του ανθρώπου. Η εικόνα ενός Θεού που καταλύει την κοσμική φυσική τάξη κατά βούληση εσωτερικεύθηκε ως δυνατότητα του ανθρώπου να αυτοπροσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη φύση ή και ασκώντας βία επ’ αυτής. Μία ετυμολογική λεπτομέρεια: Η λέξη modernitas (νεωτερικότητα) προκύπτει από τον νέο τρόπο (novus modus) των νομιναλιστών έναντι των προγενέστερων ρεαλιστών, που τόνιζαν τον πραγματικό χαρακτήρα της φύσης με προτεραιότητα του νου έναντι της βούλησης, θέση που είχε επικρατήσει στον Μεσαίωνα. γ) Ιδιάζον της φιλοσοφικής νεωτερικότητας είναι και η δεοντοκρατία, δηλαδή η αντίληψη ότι ένα ηθικό δέον έχει προτεραιότητα έναντι μιας εμπειρικής πραγματικότητας (Εμμανουήλ Καντ): «Αν οφείλω, μπορώ» είναι η νεωτερική αρχή της δεοντοκρατίας από τον 18ο αιώνα. Η αρχή αυτή μπορεί να μεταφραστεί με δικαιωματικούς όρους ως ότι αν υπάρχει ένα αίτημα ηθικής αφύπνισης ως προς μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, οφείλουμε να συμπεριφερθούμε ωσάν αυτή η ομάδα να δύναται όντως να ανταποκριθεί στον αυτοπροσδιορισμό της, ακόμη κι αν αυτό αντιβαίνει εκ πρώτης όψεως στα εμπειρικά δεδομένα. Λ.χ. αν οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στα ομόφυλα ζευγάρια την ισότητα στη δημιουργία οικογένειας, τότε πρέπει να βρούμε τους θεσμικούς ή και τους τεχνολογικούς τρόπους για να καταστεί αυτό δυνατό. Το ηθικό νόημα της πολιτικής συμβίωσης έχει προτεραιότητα έναντι της εμπειρικής προφάνειας ή των άμεσων βιολογικών προσδιορισμών. Ατομικισμός, βουλησιαρχία και νομιναλισμός (μαζί με τη δεοντοκρατία) αποτελούν την οντολογική βάση του δικαιωματισμού. Όχι τυχαία πρόκειται για τα τρία φιλοσοφικά κινήματα που σηματοδότησαν τη διαφορά της νεωτερικής Δύσης από τον Μεσαίωνα, αλλά και από την υπόλοιπη ανθρωπότητα κατά τους τρεις αιώνες (13ος-16ος) όπου ανδρώθηκε ο καπιταλισμός έναντι της φεουδαρχίας. Ο δικαιωματισμός ενοχλεί μάλλον επειδή ριζοσπαστικοποιεί με τρόπο υπονομευτικό τα αιτήματα της νεωτερικότητας, παρά επειδή αντιτίθεται σε αυτά.

Ο δικαιωματισμός ως ταυτοτικό στοιχείο της συλλογικής Δύσης

Το ιδιάζον του δικαιωματισμού της ύστερης νεωτερικότητας είναι ακριβώς ότι με το να τραβάει στα άκρα τα αιτήματα της δυτικής νεωτερικότητας ταυτοχρόνως την αποσαρθρώνει, υπονομεύοντας τη σταθερότητά της. Είναι, όμως, σημαντικό να κατανοήσουμε το πόσο βαθιά θεμελιωμένος είναι στο νεωτερικό δυτικό πρόταγμα ο δικαιωματισμός. Αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε γιατί η λεγόμενη «συλλογική Δύση» επέλεξε τον δικαιωματισμό ως κύριο ταυτοτικό χαρακτηριστικό της ακόμη και στη γεωπολιτική της σύγκρουση με ευρασιατικές δυνάμεις. Αλλά και, αντιστρόφως, γιατί αντιδυτικές δυνάμεις επιλέγουν τον αντιδικαιωματισμό ως κύριο πόλο έλξης, για να συσπειρώσουν ακολούθους εναντίον της Δύσης. Και, επίσης, γιατί η συντηρητική παλινόρθωση εναντίον του δικαιωματισμού συνοδεύτηκε με μια κρίση στην ενότητα της Δύσης. Ο δικαιωματισμός αποτέλεσε μία ολοκλήρωση του δυτικού προτάγματος με τρόπο που παρουσίασε μια καινοφανή επισφάλεια. Ακόμη και η έμφαση στις ευάλωτες ομάδες συνάδει με μία βολονταριστική απόφαση να θεσπίσουμε την κοινωνική συμβίωση από τα κάτω, ως προτεραιότητα του πιο χαμηλού και του πιο ατομικού, το οποίο, όμως, χρειάζεται κρατική αρωγή, όταν οι επιμέρους ομάδες αντιτίθενται προς την πλειοψηφία. Μέχρι πρόσφατα πάντως, πριν την νίκη Τραμπ, θεσμοί της συλλογικής Δύσης φαίνεται να είδαν τον δικαιωματισμό ως ένα στοίχημα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί μια θεσμική ισχύς που προάγει τη δυτική ιδιαιτερότητα με οικουμενική προοπτική. Ίσως ακριβώς το γεγονός ότι η woke κουλτούρα προκαλεί αστάθεια να θεωρείται ως στοιχείο υπεροχής των δυτικών θεσμών που κατόρθωναν (μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον) να χωρέσουν αυτή την αστάθεια εντός των κοινωνιών. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ο δικαιωματισμός να αναδείχθηκε από τις ΗΠΑ ως κεντρικό στοιχείο της δυτικής ιδιαιτερότητας με οικουμενική προοπτική, κυρίως επί των κυβερνήσεων Ομπάμα και Μπάιντεν. Αλλά και αντιστρόφως έχει ενδιαφέρον το ότι η Ρωσία του Πούτιν αξιοποίησε τον αντιδικαιωματισμό ως ιδεολογική επένδυση της διαφοράς της από τη Δύση, ενώ δευτερογενώς η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ πλειοδότησε στην κριτική προς τον φιλελευθερισμό.

Η ένταση εντός της φιλελεύθερης δημοκρατίας και οι νέες μορφές λαϊκισμού

Τα ζητήματα φανερώνουν έναν γενικότερο προβληματισμό εσωτερικό στη Δύση. Με πολιτικούς όρους, θα λέγαμε ότι ο δικαιωματισμός ανέδειξε την ένταση που υπάρχει στη φιλελεύθερη δημοκρατία ως ένα ώριμο αποτέλεσμα της δυτικής νεωτερικότητας. Κάπως σχηματικά θα λέγαμε ότι ο φιλελευθερισμός δείχνει προς την κατεύθυνση της υπέρτατης αξίας των μειοψηφιών που οφείλουν να αποτελέσουν αντικείμενο προστασίας. Η δημοκρατία δείχνει προς την κατεύθυνση του σεβασμού στις αποφάσεις της κυρίαρχης λαϊκής πλειοψηφίας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί ένα συνεχές δυναμικό άθλημα ταυτοχρόνως να βασίζουμε την πολιτική αρχή στη λαϊκή πλειοψηφία, αλλά και να σμιλεύουμε θεσμικές διαμεσολαβήσεις που θα καθιστούν δυνατή την επιβίωση των μειονοτήτων και άρα της ετεροδοξίας και του πλουραλισμού, που σηματοδοτούν τη ζωτικότητα της σύγχρονης δημοκρατίας. Ο δικαιωματισμός, τονίζοντας την προτεραιότητα του κοινωνικού φιλελευθερισμού έναντι της δημοκρατικής λαϊκής πλειοψηφίας με πρωτοφανή οξύτατο τρόπο, αποτέλεσε σύμπτωμα διάρρηξης στο ζευγάρι της φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας.

Το αντίστροφο αλλά αλληλοτροφοδοτούμενο σύμπτωμα κρίσης είναι οι νέες μορφές λαϊκισμού. Με το να τονίζεται με οξεία δριμύτητα η δυνατότητα επιμέρους ομάδων και ατόμων να αυτοπροσδιορίζονται, αψηφώντας το ήθος της λαϊκής πλειοψηφίας, αναδύεται μια δυνατότητα διαζυγίου εντός της φιλελεύθερης δημοκρατίας, είτε προς την κατεύθυνση ενός φιλελεύθερου αυταρχισμού ή φιλελεύθερης ολιγαρχίας (μια περίπτωση όπου το φιλελεύθερο κράτος θα ασκούσε μια τυραννία επί της πλειοψηφίας, σύμφωνα με έναν κίνδυνο που κράδαιναν οι αντι-δικαιωματιστές ως μελλοντική δυστοπία), είτε προς αυτήν μιας λαϊκιστικής δημοκρατίας, όπου η πλειοψηφία θα ήταν τυραννική έναντι των μειοψηφιών.

Βεβαίως η ίδια η έννοια της μειοψηφίας παρουσιάζει μια αμφισημία, καθώς μπορεί να αναφέρεται είτε στις μειοψηφίες που είναι ευάλωτες ως αδύναμες και περιθωριακές, είτε στις μειοψηφίες που είναι ευάλωτες ως προνομιούχες και φοβούμενες μια λαϊκή εξέγερση σε περίπτωση κατάλυσης του κοινωνικού συμβολαίου. Ο δικαιωματισμός «παίζει» με αυτή την αμφισημία: Αφορμάται από ένα αίτημα αφύπνισης ως προς τις αδικίες που υφίστανται οι καταπιεσμένοι, έχοντας μάλιστα ορισμένα οιονεί θρησκευτικά χαρακτηριστικά μεσσιανισμού στα ριζοσπαστικά του αιτήματα. Αλλά ανέχεται επίσης τη διαφορά των μη προνομιούχων από τους προνομιούχους ή και εξασφαλίζει τη διαιώνισή της. Ο λαϊκισμός στις τρέχουσες μορφές του, από την άλλη, επαναλαμβάνει ενίοτε μια φασίζουσα χειρονομία ταυτόχρονης στροφής της λαϊκής πλειοψηφίας και ενάντια στις περιθωριακές μειονότητες, λ.χ. στους μετανάστες, και ενάντια στις ελίτ που θεωρείται ότι τις εργαλειοποιούν.

Η ανάγκη απάντησης στον τραμπισμό

Έχει ενδιαφέρον σχετικά η μελέτη του τραμπισμού, ο οποίος αξιοποίησε τον αντι-δικαιωματισμό, προκειμένου να εδραιωθεί, σε δύο κατευθύνσεις: α) Μέσω ενός πληθωρικού σεξιστικού και ρατσιστικού λόγου με θεατρική επιτέλεση ο τραμπισμός υποδαυλίζει κατώτερα ένστικτα της λαϊκής πλειοψηφίας ενάντια σε προνομιούχες και μη προνομιούχες κοινωνικές ομάδες. Το αποτέλεσμα είναι να υπερκεράζεται διά του θυμικού η προηγουμένως θεωρούμενη ηθική ανωτερότητα του δικαιωματισμού. β) Ταυτοχρόνως, επικαλείται υλικές βάσεις που έχει αψηφήσει ο δικαιωματισμός, με αναφορά λ.χ. στην ανάγκη της επαναβιομηχάνισης και της άρσης των υπερβολικών αποτελεσμάτων της χρηματιστικοποίησης, αλλά και υπερβολών σε κοινωνικές επινοήσεις. Η διαφορά πάντως του Τραμπ της δεύτερης τετραετίας ήταν η υποστήριξη του Τραμπ από μια μερίδα και του κοσμοπολίτικου κεφαλαίου, ενώ κατά την πρώτη τετραετία υποστηριζόταν κυρίως από πιο εσωστρεφείς μορφές του, που είχαν συμφέρον από τον νεο-απομονωτισμό. Αυτό που μένει πέρα από τις επικαιρικές ιδεολογικές έριδες, είναι ότι διάγουμε μια εποχή ανισορροπίας, όπου χρειάζεται μία ανανεωμένη πειστικότητα στη σύνθεση μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας. Στην Ευρώπη το αίτημα αυτό μπορεί να πάρει τη μορφή ενός ζητούμενου μεγαλύτερης ομοσπονδιοποίησης και της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού λαού. Στις ΗΠΑ χρειάζεται περισσότερο πλέον η διάσωση των δημοκρατικών κεκτημένων και του συστήματος ελέγχων και ισορροπιών.

Κύλιση στην κορυφή