Υπάρχει μια παρεξήγηση βαθιά και σχεδόν οργανική στον τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος κόσμος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Επιμένει να μιλά για κρίση, σαν να βρισκόμαστε ακόμη μπροστά σε μια παρέκκλιση που, αργά ή γρήγορα, θα διορθωθεί, σαν να πρόκειται για μια προσωρινή δυσλειτουργία των θεσμών, των αξιών, των κοινωνικών μορφών.
Και όμως, ό,τι έχει πλέον εγκατασταθεί ανάμεσά μας δεν μοιάζει με παροδική ανωμαλία αλλά με πλήρη αναδιάταξη του ίδιου του ανθρωπολογικού τοπίου. Δεν ζούμε απλώς μέσα σε έναν πολιτισμό που δοκιμάζεται, ζούμε μέσα σε έναν πολιτισμό που έχει ήδη εσωτερικεύσει τη φθορά του, την έχει μετονομάσει σε προσαρμοστικότητα και την επαναλαμβάνει καθημερινά ως δήθεν φυσικό τρόπο ύπαρξης.
Αυτό είναι και το πιο δυσδιάκριτο στοιχείο της ιστορικής μας στιγμής: όχι μόνο ότι αποσυντίθενται οι δεσμοί, αλλά ότι η αποσύνθεσή τους εκφέρεται ως ωριμότητα, η κένωση των λέξεων βαφτίζεται νηφαλιότητα, η πτώχευση των σχέσεων εμφανίζεται ως απελευθέρωση από τα βάρη του παρελθόντος. Έτσι η ρήξη δεν παρουσιάζεται πια ως ρήξη. Διαχέεται ως ατμόσφαιρα, ως ήπια εντολή, ως κανόνας συμπεριφοράς, ως αυτονόητη συνθήκη του σύγχρονου βίου.
Ακριβώς γι’ αυτό και η εξουσία, στη σημερινή της μορφή, δεν εξαντλείται στην απαγόρευση, ούτε χρειάζεται πάντοτε τον παλαιό, βαρύ μηχανισμό της καταστολής για να επιβάλει την κυριαρχία της. Συχνότερα λειτουργεί ως παραγωγή διαθέσεων, ως οργάνωση ρυθμών, ως επιτάχυνση, ως απαίτηση διαρκούς συμμετοχής σε ένα σύστημα στο οποίο το υποκείμενο καλείται να επιβεβαιώνει ασταμάτητα ότι υπάρχει.
Δεν αρκεί πλέον να ζει∙ πρέπει να εμφανίζεται. Δεν αρκεί να σκέφτεται∙ πρέπει να διατυπώνει τη σκέψη του σε πραγματικό χρόνο. Δεν αρκεί να πονά, να αγαπά, να εργάζεται, να πενθεί∙ οφείλει να προσφέρει τα ίχνη αυτών των καταστάσεων στην κοινή κυκλοφορία, να τις μετατρέπει σε αναγνωρίσιμα σήματα, σε κοινωνικά αναγνώσιμα τεκμήρια παρουσίας.
Έτσι η ύπαρξη, αντί να συγκροτείται από μια εσωτερική οικονομία σιωπών, αναστολών, αποκρύψεων, μισοσκότεινων ζωνών και βραδυτήτων, απογυμνώνεται και ανασυστήνεται ως επιφάνεια καταγραφής. Το πρόσωπο παύει να είναι γεγονός σχέσης και γίνεται διαχειρίσιμο ίχνος, πληροφορία, δεδομένο, υλικό προς συνεχή επιμέλεια.
Εδώ βρίσκεται μία από τις κρισιμότερες μεταβολές του καιρού μας, αφού η απώλεια της εσωτερικότητας δεν είναι αισθητικό ή ψυχολογικό επεισόδιο, αλλά γεγονός κατεξοχήν πολιτικό. Μια κοινωνία που δεν γνωρίζει πλέον τι σημαίνει εσωτερικός τόπος, τι σημαίνει κρυφή επεξεργασία της εμπειρίας, τι σημαίνει αργή συγκρότηση του εαυτού έξω από τον καταναγκασμό της άμεσης έκθεσης, είναι μια κοινωνία που αποδυναμώνει εκ των προτέρων τη δυνατότητα αντίστασης.
Η αντίσταση δεν αρχίζει από την κραυγή∙ αρχίζει από τη μη ταύτιση. Από εκείνη τη μυστική, αθέατη ασυνέχεια ανάμεσα στον άνθρωπο και στις επιταγές της εποχής του, από εκείνον τον θύλακα μη συμμόρφωσης που δεν είναι ακόμη σύνθημα, αλλά εσωτερική άρνηση να παραδοθεί κανείς πλήρως στο κυρίαρχο λεξιλόγιο. Όταν όμως ακόμη και η διαφωνία υποχρεώνεται να εμφανιστεί αμέσως, όταν και η αντίρρηση εντάσσεται εκ γενετής στην οικονομία της προβολής, τότε ο κίνδυνος είναι σαφής: ακόμη και η άρνηση να μετατραπεί σε ένα ύφος προβλέψιμο, σε έναν ακόμη κώδικα ταυτότητας, σε ελεγχόμενο και τελικά αβλαβές παράγωγο του ίδιου συστήματος που υποτίθεται ότι αντιμάχεται.
Μέσα σε αυτή τη γενική αναδιάταξη, η προσοχή υφίσταται ίσως το πιο αθόρυβο και ταυτόχρονα το πιο αποφασιστικό πλήγμα. Γιατί η προσοχή δεν είναι μια απλή τεχνική ικανότητα συγκέντρωσης, ούτε ένα ουδέτερο εργαλείο του νου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο παραμένει ενώπιον του άλλου χωρίς να τον καταναλώνει. Είναι η εσωτερική διάρκεια που επιτρέπει σε κάτι να μας προσβάλει, να μας μετακινήσει, να εισέλθει μέσα μας όχι ως εντύπωση αλλά ως συμβάν. Όπου η προσοχή εξασθενεί, εξασθενεί μαζί της και η ίδια η δυνατότητα εμπειρίας, γιατί η εμπειρία δεν είναι το άθροισμα πολλών ερεθισμών αλλά η παραμονή ενός πράγματος εντός μας μέχρι να αποκτήσει βάρος, μέχρι να μορφοποιήσει μνήμη, κρίση, ευθύνη.
Στον σύγχρονο πολιτισμό, όμως, η διάρκεια τεμαχίζεται. Η ζωή ανασυντάσσεται ως αλληλουχία διακοπών, ειδοποιήσεων, ταχύτατων μετατοπίσεων, αλλεπάλληλων επιφανειών που δεν επιτρέπουν σε τίποτε να καθίσει μέσα μας αρκετά. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι κουραζόμαστε περισσότερο. Σημαίνει ότι δυσκολευόμαστε να κατοικήσουμε ένα γεγονός, να ακούσουμε έναν άλλο πόνο, να ακολουθήσουμε μια σκέψη μέχρι το άκρο της.
Από αυτή την αποδιάρθρωση της προσοχής προκύπτει σχεδόν αβίαστα και η αποδιάρθρωση της μνήμης, όχι ως ατομικό έλλειμμα, αλλά ως κοινωνική συνθήκη. Μια κοινότητα που δεν μπορεί να παραμείνει, δεν μπορεί ούτε να θυμηθεί. Και μια κοινότητα που δεν θυμάται, αδυνατεί να αποδώσει δικαιοσύνη, αδυνατεί να πενθήσει αληθινά, αδυνατεί να διεκδικήσει λογοδοσία από εκείνους που οργανώνουν τη βία της εποχής της.
Έτσι η λήθη δεν λειτουργεί απλώς ως παρενέργεια της κόπωσης∙ λειτουργεί ως μηχανισμός διακυβέρνησης. Τα γεγονότα δεν διαψεύδονται πάντοτε∙ συχνά αρκεί να βυθιστούν στη ροή. Τα τραύματα δεν θεραπεύονται∙ αντικαθίστανται. Οι αδικίες δεν κρίνονται∙ παραμερίζονται από την επόμενη επικαιρική εκκένωση.
Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία μαθαίνει να ζει χωρίς διάρκεια ιστορικής αυτοσυνείδησης, ενώ η εξουσία απελευθερώνεται από την ανάγκη να απολογείται ουσιαστικά. Δεν έχει πάντοτε ανάγκη να πείσει∙ της αρκεί να επιταχύνει, καθώς ό,τι δεν μένει αρκετά, δεν προλαβαίνει να μετατραπεί σε απαίτηση.
Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, ακόμη και η συγκίνηση παύει να αποτελεί ανατρεπτικό γεγονός. Εντάσσεται και αυτή σε μια οικονομία διαχείρισης, σε ένα σύστημα δημόσιας κυκλοφορίας, όπου το συναίσθημα καλείται να εμφανιστεί, να μορφοποιηθεί γρήγορα, να αναγνωριστεί από τους άλλους, να καταναλωθεί ως σημάδι ηθικής επάρκειας ή ευαισθησίας.
Δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν συγκινούνται. Είναι ότι η συγκίνησή τους σπανίως επιτρέπεται να παραμείνει ασχημάτιστη, ακατέργαστη, σιωπηλή, μη αξιοποιήσιμη. Ο πόνος πρέπει να δηλωθεί με τρόπο ευανάγνωστο∙ το πένθος να ενταχθεί σε μια συμβατική σκηνοθεσία∙ η οργή να αποκτήσει αμέσως μορφή ανάρτησης, σχολίου, επεξηγηματικής δημόσιας επιτέλεσης. Έτσι ο εσωτερικός κραδασμός του υποκειμένου συχνά δεν οδηγεί σε μεταβολή αλλά σε παρουσίαση. Και το κρίσιμο δεν είναι ότι η εμπειρία κοινοποιείται, αλλά ότι ολοένα και συχνότερα διαμορφώνεται εξαρχής υπό τον ορίζοντα της κοινοποίησης. Το υποκείμενο αρχίζει να αισθάνεται σαν να παρακολουθεί τον εαυτό του να αισθάνεται.
Αυτό έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για τον δημόσιο βίο, επειδή η κοινωνία εκπαιδεύεται να υποκαθιστά τη μεταβολή με την επίδειξη μεταβολής. Η θλίψη μπορεί να γίνει δημόσια εικόνα χωρίς να γεννήσει καμία βαθύτερη επεξεργασία απώλειας∙ η οργή μπορεί να εμφανίζεται παντού χωρίς να συγκροτεί πραγματική πράξη∙ ακόμη και η ντροπή μπορεί να εξαντληθεί σε μια λεκτική επιτέλεση χωρίς να φθάσει ποτέ στο σημείο της αληθινής εσωτερικής ρήξης.
Έτσι η δημόσια ευαισθησία, παρότι πληθαίνει σε ποσότητα, συχνά φθίνει σε πυκνότητα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη γλώσσα της ηθικής: ενώ ακούγεται παντού, σπανίως δεσμεύει. Κυκλοφορεί ως ύφος, ως σημείο τοποθέτησης, ως αναμενόμενη συνθηματολογία, αλλά όλο και λιγότερο ως βίωμα που εκθέτει τον ομιλητή σε πραγματικό κόστος. Και όταν η γλώσσα απαλλάσσεται από το κόστος της, κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε θόρυβο, ακόμη κι αν περιέχει, φαινομενικά, όλα τα σωστά νοήματα.
Γι’ αυτό και ο σύγχρονος δημόσιος λόγος εμφανίζει μια παράξενη αντινομία: πληθαίνουν αδιάκοπα οι κρίσεις, οι γνώμες, οι τοποθετήσεις, οι ηθικές διαβεβαιώσεις, κι όμως μειώνεται η αίσθηση ότι ο λόγος αυτός προέρχεται από πρόσωπα τα οποία είναι έτοιμα να αναλάβουν το βάρος όσων λένε. Η γλώσσα αποσπάται από το τίμημα. Δεν χρειάζεται πλέον να θεμελιώνεται σε βίο, σε επιμονή, σε ρήγμα, σε ευθύνη. Αρκεί να κυκλοφορεί. Έτσι συγκροτείται μια ολόκληρη ηθική του ανέξοδου σχολιασμού, στην οποία ο καθένας μπορεί να εκφέρει άποψη για τα πάντα χωρίς να διακινδυνεύει σχεδόν τίποτε από τον εαυτό του.
Δεν πρόκειται μόνο για πληθωρισμό λόγου, αλλά για μια βαθύτερη αλλοίωση της σχέσης ανάμεσα στη φωνή και στην ύπαρξη. Ο λόγος δεν μαρτυρεί πλέον αναγκαστικά ένα ίχνος εσωτερικής δοκιμασίας∙ συχνά λειτουργεί ως αντανακλαστική απόκριση σε ένα περιβάλλον που απαιτεί αδιάκοπη λεκτική παραγωγή. Εκεί ακριβώς η γλώσσα παύει να είναι τόπος αλήθειας και γίνεται μηχανισμός κυκλοφορίας.
Η ίδια λογική διεισδύει, σχεδόν αναπόφευκτα, και στη μορφή των σχέσεων. Οι τεχνολογικές διαμεσολαβήσεις, ενώ υπόσχονται εγγύτητα, επιβάλλουν συχνά ένα πρότυπο επαφής που καθιστά τη σχέση ταχύτερη αλλά και ελαφρότερη, ευκολότερη αλλά και πιο αναλώσιμη. Δεν είναι ότι τα μέσα επικοινωνίας είναι από μόνα τους εχθρικά προς τη συνάντηση∙ είναι ότι, όταν μετατρέπονται στο προνομιακό πεδίο συγκρότησης των δεσμών, τείνουν να μορφοποιούν και τους ίδιους τους δεσμούς κατ’ εικόνα της δικής τους λογικής: αμεσότητα χωρίς διάρκεια, διαθεσιμότητα χωρίς βάθος, επαφή χωρίς πραγματικό κόστος αναμονής, παύσης, αποτυχίας, σωματικής παρουσίας. Έτσι ο άλλος παύει βαθμηδόν να προσλαμβάνεται ως μυστήριο, ως ανυπότακτη ετερότητα που δεν εξαντλείται στη διαχείριση, και αρχίζει να λειτουργεί ως μονάδα ανταπόκρισης, ως σήμα, ως ειδοποίηση, ως ενδεχόμενη σύνδεση που μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να απενεργοποιηθεί χωρίς μεγάλη εσωτερική συνέπεια.
Στην πραγματικότητα, εδώ δεν διακυβεύεται απλώς η ποιότητα της επικοινωνίας αλλά η ίδια η ανθρωπολογική μορφή της σχέσης. Γιατί η σχέση δεν είναι απλώς ανταλλαγή μηνυμάτων∙ είναι κοινή έκθεση στον χρόνο, στην αμηχανία, στη σιωπή, στην καθυστέρηση, στην ευαλωτότητα του σώματος, στην αδυναμία πλήρους ελέγχου του τι σημαίνει ο άλλος για εμάς. Όταν όλα αυτά περιθωριοποιούνται υπέρ μιας συνεχιζόμενης, τεχνικά ομαλοποιημένης διασύνδεσης, τότε χάνεται κάτι πολύ βαθύτερο από τη «ζεστασιά» της παλιάς επικοινωνίας. Χάνεται η εμπειρία του ότι ο άλλος δεν είναι διαθέσιμος κατά παραγγελία, ότι δεν υποτάσσεται πλήρως στον ρυθμό μας, ότι η συνάντηση προϋποθέτει αναμονή, μετατόπιση, ματαίωση, υπομονή. Με άλλα λόγια, χάνεται σταδιακά εκείνο το πεδίο στο οποίο η σχέση μπορούσε να γίνει σχολείο αλήθειας και όχι απλώς ανταλλαγή προσβάσιμων σημάτων.
Μια αντίστοιχη αλλοίωση παρατηρείται και στον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε το σώμα μας. Το σώμα, αντί να βιώνεται ως τόπος ορίου, ως φορέας μνήμης, ως πεδίο σχέσης και ευαλωτότητας, τείνει να μετατραπεί σε επιφάνεια διαχείρισης, βελτίωσης, διόρθωσης, προβολής. Όλο και περισσότερο αντιμετωπίζεται όχι ως η ενσώματη συνθήκη μέσα από την οποία συναντάμε τον κόσμο, αλλά ως είδωλο που οφείλει να συντονίζεται με συγκεκριμένους κώδικες εμφάνισης, υγείας, επιδόσεων, ελέγχου. Δεν έχουμε απλώς σώμα∙ καλούμαστε να το διαχειριστούμε ως έργο, ως πρότζεκτ, ως ανοιχτό φάκελο αδιάκοπης επιμέλειας. Και αν η φροντίδα του σώματος μπορεί, βεβαίως, να αποτελεί στοιχείο αυτοσεβασμού, η μετατροπή του σε μόνιμο αντικείμενο κατασκευής μαρτυρεί κάτι άλλο: μια δυσκολία να αποδεχθούμε την παθητικότητα, τη φθορά, το όριο, τον χρόνο που εγγράφεται πάνω μας χωρίς να ζητήσει την άδειά μας.
Όταν όμως ο άνθρωπος αποξενώνεται από το σώμα ως τόπο ορίου, αποξενώνεται αναπόφευκτα και από την ικανότητά του να σχετίζεται μέσα από την ευαλωτότητα. Χάνει την υπομονή απέναντι στον πόνο, τη δική του και του άλλου. Χάνει την αντοχή να παραμείνει μέσα στην ατέλεια. Χάνει, τελικά, και τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι το σώμα δεν είναι απλώς αντικείμενο ελέγχου αλλά πεδίο αλήθειας, αφού εκεί αποκαλύπτεται καθημερινά ότι δεν είμαστε άτρωτοι, αυτάρκεις, αμιγώς βουλητικοί. Αυτή η απόσυρση από το πραγματικό σώμα δεν έχει μόνο ιδιωτικές συνέπειες. Παράγει και έναν νέο τύπο πολιτικού υποκειμένου, πιο εύκολα αποσπώμενο από την υλικότητα της ζωής, από τον κόπο, από την πείνα, από τη φθορά, από τη σωματική ταπείνωση των πολλών. Όποιος μαθαίνει να βλέπει το σώμα πρωτίστως ως εικόνα, κινδυνεύει να πάψει να ακούει το σώμα ως κραυγή.
Και εδώ ακουμπάμε το βαθύτερο στρώμα της απορρύθμισης: την αδυναμία σιωπής ενώπιον εκείνου που δεν υποτάσσεται αμέσως στην εξήγηση και στη χρήση. Ο σύγχρονος κόσμος δυσφορεί απέναντι σε ό,τι αντιστέκεται στην ταχεία ερμηνεία. Δυσκολεύεται να ανεχθεί το μη αξιοποιήσιμο, το μη άμεσα σχολιάσιμο, το μη μετρήσιμο, το μη αναρτήσιμο. Όλα πρέπει να ενταχθούν σε κυκλοφορία, να αποκτήσουν λειτουργικό νόημα, να μεταβληθούν σε περιεχόμενο, σε θέση, σε πληροφορία, σε δεδομένο προς ανταλλαγή. Ωστόσο, ακριβώς εδώ χάνεται μια αποφασιστική διάσταση του ανθρώπινου βάθους: η δυνατότητα να σταθεί κανείς μπροστά σε κάτι χωρίς να το εξαντλεί, να δεχθεί το όριο της ερμηνείας, να αφήσει χώρο για δέος, για απορία, για μια γνώση που δεν συμπίπτει εξ ολοκλήρου με την κατοχή. Όταν εκλείπει αυτή η δυνατότητα, δεν χάνεται απλώς μια λεπτή πνευματική ποιότητα∙ διαρρηγνύεται ο ίδιος ο όρος της εσωτερικής ωρίμανσης.
Ο άνθρωπος δεν μεγαλώνει μόνο όταν κατανοεί, αλλά και όταν μαθαίνει να στέκεται ενώπιον αυτού που τον υπερβαίνει χωρίς να πανικοβάλλεται, χωρίς να το εκχυδαΐζει, χωρίς να το μετατρέπει ακαριαία σε αντικείμενο χρήσης ή ρητορικής κατανάλωσης. Ο σύγχρονος πολιτισμός, αντίθετα, εκπαιδεύει μια βιαστική συνείδηση που δυσπιστεί απέναντι σε κάθε μορφή μη άμεσης διαθεσιμότητας. Θέλει τα πάντα φωτισμένα, εξηγημένα, κυκλοφορήσιμα, έτοιμα να υπηρετήσουν έναν σκοπό. Έτσι όμως απογυμνώνει και την ίδια τη γνώση από τη σεμνότητά της, μετατρέποντάς την όχι σε σχέση με την αλήθεια, αλλά σε άσκηση ελέγχου.
Από όλα αυτά γίνεται φανερό ότι η σημερινή απορρύθμιση δεν συνίσταται σε ένα μεμονωμένο σύμπτωμα ούτε σε μια απλή ηθική έκπτωση. Πρόκειται για συνολικό ανασχηματισμό του τρόπου με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με τον εαυτό του, με τους άλλους, με τον χρόνο, με τη γλώσσα, με το σώμα, με τη μνήμη, με το μη ελέγξιμο. Και γι’ αυτό ακριβώς η διάγνωσή της είναι τόσο δύσκολη. Δεν εμφανίζεται πάντοτε με κραυγαλέα μορφή∙ περνά συχνά μέσα από εκείνα που προβάλλονται ως βελτίωση, πρόοδος, άνοιγμα, ευελιξία, δημοκρατικοποίηση. Η ίδια η ασθένεια προσφέρεται ως θεραπεία της. Η απώλεια του βάθους παρουσιάζεται ως απελευθέρωση από τα περιττά βάρη. Η κατάρρευση της διάρκειας ως προσαρμογή στις ανάγκες της εποχής. Η εκκένωση της σιωπής ως επικοινωνιακή επάρκεια. Και έτσι το πιο τρομακτικό δεν είναι μόνο ό,τι χάνεται, αλλά το ότι χάνεται δίχως θόρυβο, σχεδόν δίχως πένθος, μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει ήδη ξεχάσει πώς να αναγνωρίζει την ίδια του την απώλεια.
Εκεί βρίσκεται και το κρισιμότερο καθήκον της σύγχρονης σκέψης σήμερα: να επαναφέρει τις λέξεις στο βάρος τους και τα φαινόμενα στην αληθινή τους πυκνότητα. Να ξαναδώσει στη μνήμη διάρκεια, στη γλώσσα ευθύνη, στη σχέση κόστος, στο σώμα αλήθεια, στη σιωπή αξιοπρέπεια.
Να επιμείνει ότι δεν είναι φυσικό να αδυνατούμε να προσέξουμε, να θυμηθούμε, να πενθήσουμε, να επιμείνουμε, να σωπάσουμε.
Να αντιταχθεί, με άλλα λόγια, όχι μόνο στις εξωτερικές μορφές κυριαρχίας αλλά και στην εσωτερική εκείνη συνθηκολόγηση που μας κάνει να ονομάζουμε κανονικότητα αυτό που συνιστά καθημερινή φθορά του ανθρώπου.
Γιατί από τη στιγμή που η απορρύθμιση παύει να αναγνωρίζεται ως τέτοια, η ήττα έχει ήδη προχωρήσει πολύ βαθύτερα από όσο δείχνουν οι επιμέρους της εκδηλώσεις. Και τότε το ζητούμενο δεν είναι απλώς να περιγράψουμε την κρίση, αλλά να ανακτήσουμε ξανά την ικανότητα να τη βλέπουμε.

