Μπορεί να μην έχετε ακούσει τη λέξη NEETS, αλλά μάλλον θα την ακούσετε: προέρχεται από τα αγγλικά, και σημαίνει Not in Education, Employment or Training. «Δεν βρίσκομαι σε φάση ούτε Επιμόρφωσης, ούτε Απασχόλησης, ούτε Εκπαίδευσης»: αυτό δηλώνουν περί τους 564.000 νέους ηλικίας 15-24 ετών, όπως καταγράφηκαν στη Γερμανία (στην προτεσταντική, μεθοδική, εργατική Γερμανία!) από την Eurostat για το 2022 –τη χρονική στιγμή, δηλαδή, που χιλιάδες επιχειρήσεις δεν μπορούν να καλύψουν δεκάδες χιλιάδες θέσεις μαθητείας και εργασίας. Μια γενιά (χοντρικά, η generation Z) που βίωσε μεταξύ άλλων το λοκντάουν του κορωνοϊού, την έκρηξη της κλιματικής αλλαγής και την εισβολή στην Ουκρανία, αποφασίζει – να μην αποφασίσει. Να απέχει. Να μη συμμετέχει πουθενά. Να παίρνει, ίσως, βαθιές ανάσες.
Μιλάμε για ένα νέο είδος τεμπελιάς; Και αν ναι, πειράζει;
Η οκνηρία, τέταρτο κατά σειρά θανάσιμο αμάρτημα κατά τους θεολόγους, είναι μια απόδοση της ελληνικής «ακηδίας» (κήδομαι, δηλαδή φροντίζω) και σημαίνει την αθυμία, την ανορεξία, την απροθυμία για οτιδήποτε. Με τη θεολογική έννοια η ακηδία γίνεται πρόξενος πολλών και φοβερών κακών: προκαλεί παραλυσία του νου αλλά και της ψυχής· κάνει τον οκνηρό να δυσκολεύεται στον κάθε πνευματικό αγώνα που (οφείλει να) δίνει για την επίτευξη των απαραίτητων αρετών, και αυτό με τη σειρά του τον οδηγεί στην απώλεια κάθε ελπίδας σωτηρίας, και στην απόγνωση. Για τους ευσεβείς, λοιπόν, η οκνηρία απομακρύνει από τον Θεό, αλλά πηγαίνοντας και πολύ πιο πίσω στον χρόνο, πάντα η τεμπελιά αντιμετωπιζόταν ως μέγα ολίσθημα: «Οκνηρός δεν είναι μόνον όποιος δεν κάνει τίποτα αλλά κι όποιος μπορεί να κάνει κάτι καλύτερα και δεν το κάνει» (Σωκράτης), «Κανένας κοιμισμένος δεν είναι άξιος για τίποτε» (Πλάτων), «Αδύνατον τον μηδέν πράττοντα πράττειν ευ» (Αριστοτέλης), «Θεός τοις αργούσιν ου παρίσταται» (Σοφοκλής). Και λοιπά.
ΟΜΠΛΟΜΟΦΙΣΜΟΣ Ή ΟΜΠΛΟΜΟΦΙΤΙΔΑ
Το 1859 ο Ιβάν Γκοντσαρόφ δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα του οποίου ο ήρωας έμελλε να γίνει η εμβληματική φιγούρα του τεμπέλη. Ο νεαρός Ομπλόμοφ, προνομιούχος Ρώσος γαιοκτήμονας του 19ου αιώνα, δεν κάνει ποτέ απολύτως τίποτα. Περνάει τις μέρες του στο κρεβάτι ή στον καναπέ. Είναι άκακος: γενναιόδωρος και ήπιος, δεν βλάπτει ούτε ωφελεί κανέναν, και το μόνο που ζητάει είναι να μην πρέπει να παίρνει αποφάσεις και να πράττει –δεν βλέπει τον λόγο γιατί πρέπει «να κάνει πράγματα». Περνάει τη ζωή του έτσι και τίποτα δεν είναι ικανό να τον ξεκουνήσει, ούτε καν ο έρωτας. Επιλέγει την παραμονή στην ασφάλεια και γαλήνη μιας αέναης μήτρας, μόνος, απαθής, με τη φροντίδα της νταντάς του που ξέρει ποια φαγητά του αρέσουν, και πεθαίνει στον ύπνο του επιτυγχάνοντας αυτό που πάντα ήθελε: την αιώνια ανάπαυση. Πεθαίνει από «Ομπλομοφίτιδα» ή «Ομπλομοφισμό», όρο που εισήγαγε ο κριτικός Νικολάι Ντομπρολιούμποβ με άρθρο του στο οποίο σκιαγραφούσε τη σωματική και ψυχική νωθρότητα των οπισθοδρομικών ευγενών της ρωσικής επαρχίας.
Το Ομπλόμοφ είναι σπουδαία λογοτεχνία, κι επομένως ξεπέρασε τα χρονικά και κοινωνικοπολιτικά όρια της εποχής που γράφτηκε. Ειπώθηκαν πολλά για το τι πραγματεύεται: πρόκειται για τη Βίβλο της Οκνηρίας; Υπονοεί μια νίκη των μικρών απολαύσεων επί των μεγαλεπήβολων και μακρόπνοων θριάμβων των φιλόδοξων και δραστήριων; Εκφράζει μήπως την άποψη ότι ένας άνθρωπος μπορεί να διατηρήσει την απόλυτη αξιοπρέπειά του μόνο σε κατάσταση ανάπαυσης; Μήπως δηλαδή όσο πιο ενεργοί και δραστήριοι γινόμαστε τόσο πιο πολύ χάνουμε κάτι από τον αληθινό, βαθύτερο εαυτό μας; Και μήπως είναι παρεμφερείς οι προβληματισμοί που ακινητοποιούν τους NEETS και τις νεότερες γενεές γενικότερα, που όλο και συχνότερα παίρνουν αποστάσεις από την προσπάθεια για εκπαίδευση και εργασία δηλώνοντας πως αρνούνται να ζουν για να δουλεύουν;
Στη Δύση η εργασία, και μάλιστα η κοπιώδης, υπήρξε περίπου συνώνυμη του κάθε αγώνα που (οφείλει να) δίνει ο σύγχρονος άνθρωπος για την επίτευξη των απαραίτητων αρετών της εποχής μας: για να έχει αναγνώριση, επιβράβευση, επιτυχία. Η ενεργητικότητα, η δράση, η εμπλοκή σε όσα μας περιτριγυρίζουν, η ακάματη διαρκής προσπάθεια θεωρούνται το αντίδοτο για όσα δεινά επιφέρει η τεμπελιά. Στη «ράθυμη Ανατολή» πάλι, υποτίθεται ότι ίσχυε το αντίθετο: το θερμό κλίμα, λέγεται, επιβραδύνει τα πάντα. Προθέσεις, διαθέσεις, διεκδικήσεις μπαίνουν στο ρελαντί. Ίσως και ο ρυθμός της σκέψης επιβραδύνεται –αλλά άλλο είναι ο ρυθμός και άλλο το βάθος. Χαμηλώνοντας ταχύτητα κάποιες αισθήσεις μας οξύνονται: προλαβαίνουμε ν’ ακούσουμε κρυμμένους ήχους, να προσέξουμε λεπτομέρειες, να αποθηκεύσουμε. Υπάρχει συχνά μια βύθιση σε άλλα επίπεδα αντίληψης και σκέψης και από όλα αυτά συχνά αναδύεται κάτι άλλο, που για πολλούς μπορεί και να σημαίνει έναν νέο τρόπο ευδαιμονίας.
ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΙΣΟΝ ΤΕΜΠΕΛΙΑ;
Στα κελιά των παλαιών ησυχαστών ο μεγαλύτερος εχθρός, έλεγαν, ήταν η ακηδία. Στην απομόνωση και ησυχία η οκνηρία έβρισκε γόνιμο έδαφος, και περισσότερο από τη μοναξιά, τους φόβους, τις αμφιβολίες, αυτήν πολεμούσαν. Οι τρομερές ώρες που ο άνθρωπος βρίσκεται μόνος με τον εαυτό του: για τις σύγχρονες γενεές, η πρωτόγνωρη εμπειρία που πέρασαν με τα λοκντάουν (με διαφορετικές για τον καθένα αντιδράσεις) δεν έχει ακόμα δείξει τις πραγματικές της επιπτώσεις. Βέβαια, το να είσαι μόνος «μη κάνοντας τίποτα» δεν σημαίνει πια απομόνωση, αφού με το διαδίκτυο είμαστε «συνδεδεμένοι» παντού και πάντα. Η απραξία, δηλαδή, δεν σημαίνει πια το ίδιο: κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου μπορούμε να επικοινωνούμε, να πληροφορούμαστε, να συμμετέχουμε –βάζοντας ή όχι στις λέξεις εισαγωγικά, καθώς αυτή είναι άλλου είδους συζήτηση.
Παρατηρώντας τους σημερινούς εφήβους που μοιάζει να μη σηκώνουν ποτέ τα μάτια τους από τις οθόνες τους, εύκολα μπορούμε να πέσουμε στην πλάνη ότι «δεν κάνουν τίποτα». Κάνουν. Μπορεί να μη βρίσκονται σε φάση Επιμόρφωσης, Απασχόλησης, Εκπαίδευσης, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αθυμία, έλλειψη περιέργειας, έλλειψη επιθυμιών και οραμάτων. Καθώς όλα αλλάζουν, αλλάζουν και τα μέσα και οι τρόποι με τους οποίους επιδιώκονται οι στόχοι, και φυσικά αλλάζουν και οι ίδιοι οι στόχοι. Το να θέλεις να εργάζεσαι χαλαρά, εξ αποστάσεως, κάτω ίσως από ένα δέντρο ή με τα πόδια στο νερό δεν σημαίνει ότι αποσύρεσαι από την αγορά εργασίας· μπορεί απλώς να επιδιώκεις να αλλάξεις τους όρους αυτής της αγοράς. Και μπορεί πολύ καλά να κάνεις. Οι παλαιότεροι τουλάχιστον ξέρουμε πόσες πολλές, πόσες πάρα πολλές ώρες χάνονται στους «χώρους εργασίας», στα ατέλειωτα «μίτινγκ», στις συσκέψεις που ξεκινούν με το φως του ήλιου και τελειώνουν νύχτα –ώρες που δεν μεταφράζονται ούτε σε χρήμα ούτε σε αποτελεσματικότητα.
… ΚΑΙ ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΙΣΟΝ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ;
Αλλά οι διαχωριστικές γραμμές είναι λεπτές. Ο κανόνας «όσα περισσότερα κάνεις, τόσα περισσότερα κάνεις» σε γενικές γραμμές ισχύει. Και το ανάποδο. Αν δεν κάνεις τίποτα, το να κάνεις οτιδήποτε φαντάζει όλο και πιο δύσκολο. «Το μυστικό για να προοδεύσεις σε κάτι, είναι το να το ξεκινήσεις», έγραψε ο Μαρκ Τουέην (του οποίου ο Τομ Σόγιερ είναι πιο διασκεδαστικός από τον Ομπλόμοφ, αφού ξέρει πώς να πείθει άλλους να κάνουν όσα δεν θέλει να κάνει ο ίδιος.) Ο θανάσιμος κίνδυνος της τεμπελιάς, με σημερινούς όρους, είναι η παραίτηση. «Γιατί να προσπαθώ, αφού δεν γίνεται τίποτα;» Τα εμπόδια, οι δυσκολίες, οι αδικίες του γύρω κόσμου γίνονται (ειδικά στην αντίληψη των νέων) βουνά τεράστια κι απροσπέλαστα. Γιατί να προσπαθήσεις σε έναν κόσμο όπου όλα είναι σικέ, όπου τίποτε δεν είναι με το μέρος σου, όπου η προσπάθεια δεν έχει νόημα; Δεν είναι καλύτερο, καλύτερο για την ψυχή σου, να κουλάρεις στο δωμάτιό σου, να σκρολάρεις, να μιλήσεις με τους κολλητούς σου, να παίξεις με το σκυλί σου;
Παραίτηση ή γενναιότητα; Σήμερα το να δηλώσεις ότι δεν θέλεις να κάνεις τίποτα, ότι επιλέγεις να απέχεις, είναι από τα πιο θαρραλέα outings. Οι δυτικές κοινωνίες τουλάχιστον δεν συγχωρούν τέτοιου είδους εκτροπές και η λέξη «τεμπελιά» παραμένει μεγάλος λεκές. Ίσως γιατί η υπεράσπιση μιας τέτοιας συνειδητής επιλογής είναι πολύ δύσκολη. Είναι πάντως μεγάλος ο πειρασμός να μιλήσει κανείς για κάποιες στιγμές που έχουμε όλοι, μα όλοι, στη μνήμη μας και που είναι, ακριβώς, στιγμές που «δεν κάναμε τίποτα». Αναμνήσεις που μοιάζουν με κινηματογραφικό στοπ-καρέ: η εικόνα παγώνει, οι ήχοι σταματούν κι ακούγεται η αναπνοή μας σαν ένα ήρεμο, ήσυχο ποτάμι –και τελικά κάτι έγινε. Κάποια σκέψη ή συναίσθημα ξεπήδησε, που μας ακολούθησε σε όλη μας τη ζωή· κάτι ασήμαντο, που όμως ήταν αυτό που μας κάνει να λέμε «εκείνη ήταν η στιγμή». Η στιγμή που ήρθε γιατί της δώσαμε τον ελεύθερο χρόνο και χώρο, μέσα μας, για να έρθει.
…Ή ΜΗΠΩΣ ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΙΣΟΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ;
Είναι γνωστή (αν και όχι επαληθευμένη) η δήλωση του Μπιλ Γκέιτς πως «για μια δύσκολη δουλειά θα διαλέξω έναν τεμπέλη. Γιατί ένας τεμπέλης θα βρει τον πιο εύκολο τρόπο να την κάνει». Μέχρι τα 40 του πάντως, ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της Microsoft δούλευε τόσο σκληρά που, όπως έχει πει, ανταγωνιζόταν με τους συνεργάτες του για το ποιος θα κοιμηθεί λιγότερο. «“Κοιμάμαι μόνο έξι ώρες” τους έλεγα, κι εκείνοι έλεγαν “εγώ κοιμάμαι μόνο πέντε”, και κάποιοι άλλοι “εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου”, και τότε σκεφτόμουνα “ουάου, αυτοί οι τύποι είναι φοβεροί, πρέπει να προσπαθήσω κι εγώ να κοιμάμαι λιγότερο γιατί ο ύπνος δεν χρησιμεύει σε τίποτα, είναι τεμπελιά”». Ως προς τη χρησιμότητα του ύπνου, ο Γκέιτς άλλαξε άποψη όταν διαγνώστηκε ο πατέρας του με Αλτσχάιμερ: τότε έψαξε, είπε, να μάθει για την υγεία του εγκεφάλου και τις ωφέλειες του καλού ύπνου –ο οποίος, εννοείται, δεν ισοδυναμεί με τεμπελιά.
Ψυχολόγοι και λοιποί έχουν πράγματι ισχυριστεί κατά καιρούς πως οι «τεμπέληδες» είναι εκείνοι που ξέρουν καλύτερα να επικεντρώνονται σ’ αυτό που τους είναι ευκολότερο, και άρα ο Μπιλ Γκέιτς μπορεί να έχει δίκιο. Είναι θέμα προοπτικής: αν περιτριγυρίζεσαι από άτομα ανταγωνιστικά, αγχωμένα, υπερδραστήρια, μια τέτοια λογική μοιάζει ελκυστική. Αν πάλι ζεις σε μια χώρα όπου σχεδόν καθημερινά αποδεικνύεται πως η «ευκολία» δεν ισοδυναμεί με το επιθυμητό αποτέλεσμα (φερ’ ειπείν, στα καθ’ ημάς), μάλλον προτιμάς τους φιλόδοξους, ακούραστους τελειομανείς. Αν περπατάς σε έναν δρόμο στο επαγγελματικό κέντρο της Νέας Υόρκης και είσαι ο μόνος που περπατάς γιατί όλοι οι άλλοι γύρω σου σχεδόν τρέχουν, πιθανόν να εύχεσαι να πατούσε κάποιος ένα μαγικό κουμπί slow motion· αν βρίσκεσαι σε μια πόλη του Νότου και παρακολουθείς έργα ασφαλτόστρωσης (το πρώτο συνεργείο ασφαλτοστρώνει 3 μέρες, το δεύτερο συνεργείο σκάβει για να βάλει τα καλώδια που έπρεπε να περαστούν από κάτω άλλες 3 μέρες, το τρίτο ασφαλτοστρώνει ξανά… ) μπορεί να ήθελες να πατήσεις ένα κουμπί άλλου είδους.
Θανάσιμα αμαρτήματα είναι εκείνα που βλάπτουν εμάς και/ή τους γύρω μας. Παύουν να είναι, αν δεν βλάπτουν κανέναν. Στην περίπτωση της τεμπελιάς εκεί, πιστεύω, βρίσκεται η σωτηρία.

