Μετάφραση: Γιάννης Τζώρτζης
ΤΟ ΔΙΧΤΥ
Κατά το βράδι ο άνεμος αλλάζει. Βάρκες
που ξέμειναν στην προκυμαία βγαίνουν
στην ακτή. Ένας κουλοχέρης άντρας
κάθεται στην καρίνα ενός σάπιου σκαριού,
παλεύει μ’ ένα σκισμένο δίχτυ.
Σηκώνει το βλέμμα του. Τραβάει κάτι
με τα δόντια του, δαγκώνοντας γερά.
Προσπερνάω αμίλητος.
Μέσα σε σύγχυση
μ’ αυτόν τον άστατο καιρό, με τις
απιθανότητες της καρδιάς μου. Συνεχίζω
το δρόμο μου. Όταν γυρίζω να κοιτάξω,
είμαι πια πολύ μακριά για να δω
αυτόν τον άνθρωπο που πιάστηκε στο δίχτυ.
❧
ΗΣΥΧΕΣ ΝΥΧΤΕΣ
Πέφτω για ύπνο σε μιαν ακτή,
ξυπνάω σε μιαν άλλη.
Η βάρκα καλά αρματωμένη
δεμένη γερά στο σκοινί της.
❧
ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Καθώς γράφει, χωρίς να κοιτάζει τη θάλασσα,
νιώθει τη μύτη απ’ το μολύβι του να τρέμει.
Η παλίρροια σβήνει στα βότσαλα της παραλίας.
Αλλά δεν είναι αυτό. Όχι,
είναι γιατί διάλεξε τούτη τη στιγμή
να μπει στο δωμάτιο δίχως ρούχο πάνω της.
Νυσταγμένη, χωρίς να ξέρει καλά καλά πού βρίσκεται
για μια στιγμή. Τραβάει τα μαλλιά απ’ το μέτωπό της.
Κάθεται στη λεκάνη με μάτια κλειστά,
το κεφάλι κάτω. Πόδια τεντωμένα. Τη βλέπει
απ’ το άνοιγμα της πόρτας. Ίσως τώρα να θυμάται
τι συνέβη κείνο το πρωί. Γιατί
μετά από λίγο, ανοίγει το ’να μάτι και τον κοιτάζει.
Χαμογελάει γλυκά.
❧
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ
Η γυναίκα μου πήρε τα ρούχα της κι εξαφανίστηκε.
Άφησε πίσω της δυο νάιλον κάλτσες,
μια βούρτσα πεσμένη πίσω απ’ το κρεβάτι.
Θα ’θελα να δώσετε λίγη προσοχή
σ’ αυτές τις τορνευτές κάλτσες, στις σκληρές
σκούρες τρίχες μπλεγμένες στα δόντια της βούρτσας.
Πετάω τις κάλτσες στα σκουπίδια. Τη βούρτσα
θα την κρατήσω, θα πιάσει τόπο. Το κρεβάτι μονάχα
είναι που μοιάζει αλλόκοτο κι αδύνατο να εξηγήσεις.
❧
Η ΣΟΦΙΤΑ
Το μυαλό της είναι μια σοφίτα όπου πράγματα
σωρεύονταν με τα χρόνια.
Κάπου κάπου το πρόσωπό της εμφανίζεται
στα στενά παράθυρα κοντά στη στέγη.
Το θλιμμένο πρόσωπο κάποιου που κλειδώθηκε εκεί
και ξεχάστηκε μετά.
❧
ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ
Σε μια ατμόσφαιρα βαριά
απ’ τη μυρωδιά των κρόκων,
την αισθησιακή μυρωδιά των κρόκων,
βλέπω τον φωτεινό ήλιο να σβήνει,
τη θάλασσα ν’ αλλάζει το γαλάζιο της
στο μαύρο της ελιάς.
Βλέπω την αστραπή να χύνεται απ’ την Ασία
καθώς κοιμάμαι,
η αγάπη μου στριφογυρνά, ανασαίνει και
το κόβει ξανά στον ύπνο,
μέρος του κόσμου αυτού κι όμως
μέρος του άλλου.
❧
ΔΩΡΟ
Μια μέρα τόσο ευτυχισμένη.
Νωρίς σηκώθηκε η ομίχλη, δούλεψα στον κήπο.
Το αγιόκλημα γεμάτο σουσουράδες.
Τίποτα δεν πεθυμούσα να κατέχω.
Κανείς δεν άξιζε το φθόνο μου.
Ό,τι και να υπόφερα, το ’χα ξεχάσει.
Η σκέψη πως ήμουν κάποτε ο ίδιος, δε μ’ ενοχλούσε.
Στο κορμί μου δεν ένιωθα πόνο.
Τεντώθηκα, κι είδα τον γαλανό ουρανό και τα κατάρτια.
❧
ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ ΜΟΥ
Ένα κοράκι ήρθε στο δέντρο έξω απ’ το παράθυρό μου.
Δεν ήταν του Τεντ Χιουζ το κοράκι ή του Γκάλγουεϊ το κοράκι.
Ή του Φροστ, ή του Πάστερνακ, ή του Λόρκα το κοράκι.
Ή κάποιο απ’ του Ομήρου τα κοράκια, χορτασμένο αίμα
πηχτό μετά τη μάχη. Το δικό μου ήταν απλώς ένα κοράκι.
Που ποτέ στη ζωή του δε χώρεσε κάπου,
ούτε έκανε κάτι που ν’ αξίζει τον κόπο.
Κάθισε εκεί στο κλαδί για λίγα λεπτά
κι ύστερα τα μάζεψε και πέταξε όμορφα
έξω απ’ τη ζωή μου.
❧
ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ
Πίσω στον ξενώνα, κοιτώντας τη να λύνει, ύστερα να
βουρτσίζει τα ρούσα της μαλλιά μπροστά στο παράθυρο,
χαμένη ολότελα σε σκέψεις, το βλέμμα κάπου αλλού,
μου έρχονται κάπως στο νου εκείνοι οι Λακεδαιμόνιοι
που αναφέρει ο Ηρόδοτος, ταγμένοι να φυλάγουν
Θερμοπύλες απέναντι στον Περσικό στρατό. Όπως κι
έγινε. Για τέσσερις μέρες. Αν και στην αρχή, κάτω απ’
τα δύσπιστα μάτια του ίδιου του Ξέρξη, οι Έλληνες οπλίτες
είχαν ξαπλώσει ανέμελοι έξω απ’ τα ξύλινα οχυρά τους,
τα όπλα σε μιαν άκρη, χτενίζοντας και ξαναχτενίζοντας
τα μακριά τους μαλλιά, σα να ’ταν απλώς άλλη μια μέρα
σε μιαν ασήμαντη εκστρατεία. Όταν ο Ξέρξης ζήτησε
να μάθει τι σήμαινε μια τέτοια πόζα, του είπαν, Όταν
αυτοί οι άντρες ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν τη ζωή,
φροντίζουν πρώτα την ομορφιά της κεφαλής τους.
Αφήνει κάτω την κοκάλινη χτένα της και πλησιάζει
στο παράθυρο και στο λιγοστό φως του δειλινού. Κάτι,
κάποιο τυχαίο τρίξιμο από κάτω, τραβάει την προσοχή
της. Μια ματιά, κι έπειτα μόνη πάλι.
❧
ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΡΑΔY
Κάνε τα πράγματα γύρω σου να πιάσουν τόπο.
Αυτή την ψιλή βροχή
Έξω απ’ το παράθυρο, ας πούμε.
Το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά μου,
Τα πόδια αυτά στον καναπέ.
Τον αχνό ήχο του ροκ εν ρολ,
την κόκκινη Φεράρι του μυαλού μου.
Τη γυναίκα που σκουντουφλάει
Μεθυσμένη στην κουζίνα…
Βάλ’ τα όλα μέσα σου,
Να πιάσουν τόπο.
❧
ΒΡΟΧΗ
Ξύπνησα τούτο το πρωί με μια τρομερή
επιθυμία να μείνω όλη μέρα στο κρεβάτι
διαβάζοντας. Αντιστάθηκα για λίγο σ’ αυτή τη σκέψη.
Ύστερα κοίταξα έξω απ’ το παράθυρό μου τη βροχή.
Κι αφέθηκα. Δόθηκα ολότελα
στην ξεγνοιασιά αυτού του βροχερού πρωινού.
Θα μπορούσα άραγε να ξαναζήσω τη ζωή μου;
Να κάνω τα ίδια ασυγχώρητα λάθη;
Ναι, ας είχα και μισή έστω ευκαιρία.
Ναι.
❧
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΣΙΑ
Πάνω που είχε πάψει να σκέφτεται
αν θα ξανάγραφε ποτέ έστω κι ένα στίχο,
τη βλέπει να βουρτσίζει τα μαλλιά της.
Και να τραγουδάει ʼκείνο το παλιό ιρλανδικό τραγούδι
που τόσο πολύ του άρεσε.
Εκείνο για τον Ναπολέοντα κι
«ω, το ολάνθιστο μπουκέτο ρόδων!»
❧
ΓΥΝΑΙΚΑ ΛΟΥΟΜΕΝΗ
Ποταμός Νάτσες. Κάτω απ’ τους καταρράκτες.
Η κοντινότερη πόλη, είκοσι μίλια. Μέρα
λουσμένη στον ήλιο,
βαριά απ’ τη μυρωδιά του έρωτα.
Πόσο μας μένει ακόμα;
Ήδη το κορμί σου, με μια οξύτητα Πικάσο,
αρχίζει να στεγνώνει
στον αέρα των υψιπέδων.
Σκουπίζω τη μέση σου και τους γοφούς σου
με τη φανέλα μου.
Ο χρόνος είναι ένα βουνίσιο λιοντάρι.
Γελάμε με το παραμικρό,
κι όταν αγγίζω τα στήθη σου,
ακόμα κι οι χαμοσκίουροι
σαστίζουν.
❧
ΣΟΥΣΟΥΡΑΔΑ
Για την Τεςς
Πες ότι λέω καλοκαίρι,
γράφω τη λέξη «σουσουράδα»,
τη βάζω σ’ ένα φάκελο,
την πάω μέχρι το κουτί, στην παρυφή
του λόφου. Όταν ανοίξεις
το γράμμα μου θα θυμηθείς
τις μέρες εκείνες και πόσο πολύ,
ναι, πόσο πολύ σ’ αγαπάω.
❧
ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ
Βλέπω μια άδεια θέση στο τραπέζι.
Για ποιον; Ποιον άλλο; Ποιον κοροϊδεύω;
Η βάρκα περιμένει. Δεν χρειάζονται κουπιά,
ούτε αέρας. Το κλειδί είναι
στο ίδιο μέρος. Ξέρεις πού.
Να με θυμάσαι, κι όσα ζήσαμε μαζί.
Έλα, σφίξε με γερά. Έτσι. Φίλα με
δυνατά στο στόμα. Αυτό είναι. Τώρα
άφησέ με, γλυκιά μου. Άφησέ με.
Δεν θ’ ανταμώσουμε ξανά σε τούτη τη ζωή,
αποχαιρέτησέ με λοιπόν τώρα. Έλα, φίλα με ξανά.
Και πάλι. Έτσι. Εντάξει, φτάνει.
Και τώρα, γλυκιά μου, άφησέ με.
Είν’ ώρα να πηγαίνω.
❧
ΚΑΚΟ ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ
«Έχω ένα κακό προαίσθημα …. Ένα παράξενο και σκοτεινό
προαίσθημα με πνίγει. Σα να με περίμενε
ο χαμός ενός αγαπημένου».
«Είστε παντρεμένος, γιατρέ; Έχετε οικογένεια;»
«Ούτε ψυχή. Είμαι μόνος, δεν έχω καν φίλους.
Πείτε μου, κυρία, πιστεύετε στα κακά προαισθήματα;»
«Α, ναι, πιστεύω».
Anton Chekhov, “Perpetuum Mobile”
❧
ΣΤΙΣ ΦΥΛΛΩΣΙΕΣ
Έξω απ’ το παράθυρο, στη βεράντα, κάτι δύστυχα
πουλιά μαζεύονται στην ταΐστρα. Τα ίδια πουλιά, νομίζω,
που έρχονται κάθε μέρα να φάνε και να μαλώσουν μεταξύ τους.
Μια φορά κι έναν καιρό, μια φορά κι έναν καιρό, φωνάζουν
και ρίχνονται το ένα στο άλλο. Είναι σχεδόν καιρός, ναι.
Ο ουρανός μένει όλη μέρα σκοτεινός, ο άνεμος φυσάει πουνέντες
και δε λέει να κοπάσει …. Δώσ’ μου λίγο το χέρι σου. Κράτα
κι εσύ το δικό μου. Έτσι μπράβο. Σφίξε γερά. Μια φορά
κι έναν καιρό νομίζαμε ο χρόνος ήταν όλος δικός μας.
Μια φορά κι έναν καιρό, μια φορά κι έναν καιρό,
τα δύστυχα πουλιά φωνάζουν.
❧
Η ΛΕΞΗ ΑΥΤΗ ΑΓΑΠΗ
Δεν θα πάω όταν με καλέσει
ακόμα κι αν πει σ’ αγαπάω,
αυτό ειδικά,
ακόμα κι αν παίρνει όρκους
και υπόσχεται αγάπη
και μόνο αγάπη.
Το φως στο δωμάτιο
καλύπτει δίκαια
τα πάντα﮲
ούτε απ’ το χέρι μου δεν πέφτει σκιά,
το φως κι αυτή ακόμα τη σβήνει.
Όμως η λέξη αγάπη –
αυτή η λέξη γίνεται τώρα σκοτεινή, γίνεται
αβάσταχτη, δονείται, αρχίζει
να τρώει, να τρέμει και να συσπάται
στο πέρασμά της μέσ’ από τούτο το χαρτί,
ώσπου κι εμείς οι ίδιοι να σβήσουμε
μες στο διάφανο λαιμό της, κι όμως ακόμα
σπαράζουμε, αστράφτουμε, γλουτοί και μπούτια,
τα λυτά σου μαλλιά που δισταγμό
δε γνωρίζουν.
❧
ΑΣ ΒΡΥΧΗΘΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ, ΥΨΗΛΟΤΑΤΕ
Αν ουρλιάξεις από πόνο, αν κλάψεις, αν καλέσεις
σε βοήθεια, γενικά, αν φωνάξεις – για όλ’ αυτά
λένε εδώ «βρυχάται». Στη Σιβηρία δεν βρυχώνται
μόνο οι αρκούδες, αλλά και τα σπουργίτια και τα
ποντίκια ακόμα. «Η γάτα το άρπαξε κι αυτό
βρυχάται» λένε για το ποντίκι.
❧
ΑΠΕΙΛΗ
Σήμερα μια γυναίκα με χαιρέτησε εβραϊκά.
Ύστερα ξερίζωσε τα μαλλιά της, τα καταβρόχθισε
και χάθηκε από μπροστά μου. Όταν γύρισα σπίτι,
ταραγμένος, τρεις άμαξες στέκονταν στην πόρτα μου,
νύχια ξεπρόβαλλαν μέσ’ από σάκους βρόμης.
❧
ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ
Ξέχνα όσες εμπειρίες έχουν να κάνουν με σκιρτήματα.
Κι ό,τι έχει σχέση με μουσική δωματίου. Μουσεία,
τα βροχερά απογεύματα της Κυριακής και τα λοιπά.
Τους παλιούς δασκάλους. Όλ’ αυτά.
Ξέχνα τα νεαρά κορίτσια. Προσπάθησε να ξεχάσεις.
Τα νεαρά κορίτσια. Κι όλ’ αυτά.
❧
ΑΝΑΛΑΜΠΗ
Έρχεται το μούχρωμα του δειλινού. Μια μικρή βροχή
είχε πέσει νωρίτερα. Ανοίγεις ένα συρτάρι και βρίσκεις
τη φωτογραφία του άντρα, ξέροντας πως έχει μονάχα
δυο χρόνια να ζήσει ακόμα. Αυτό δεν το γνωρίζει, βέβαια,
γι’ αυτό και ψάχνει την κάμερα. Ποιος ξέρει τι έχει
στο κεφάλι του εκείνη τη στιγμή; Αν κοιτάξεις δεξιά,
μέσ’ από φυλλωσιές και κορμούς δέντρων, μπορείς
να δεις τις μαβιές πινελιές στην τελευταία αναλαμπή
του ήλιου. Όχι σκιές, όχι ημίφωτα. Όλα βουβά
και ήρεμα… Ο άντρας συνεχίζει να ψάχνει. Βάζω
ξανά τη φωτογραφία στη θέση της μαζί με τις άλλες
και στρέφω τώρα την προσοχή μου στην τελευταία
αναλαμπή στην πιο απόμακρη βουνοκορφή,
χρυσές ανταύγειες στα ρόδα του κήπου.
Ύστερα, πώς αλλιώς, ρίχνω άλλη μια ματιά
στη φωτογραφία. Το βλεφάρισμα, το πλατύ χαμόγελο,
η ξέγνοιαστη κλίση του τσιγάρου.
❧
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΡΑΨΑ
Αυτό είν’ το ποίημα που θα ’γραφα
νωρίτερα, μα δεν το έγραψα
γιατί σ’ άκουσα να στριφογυρίζεις στο κρεβάτι.
Σκεφτόμουν ξανά
κείνο το πρώτο πρωινό μας στη Ζυρίχη.
Που σηκωθήκαμε προτού χαράξει.
Προς στιγμή χαμένοι. Κι ωστόσο βγήκαμε
στο μπαλκόνι που έβλεπε
στο ποτάμι και την παλιά πόλη.
Κι απλά σταθήκαμε αμίλητοι εκεί.
Γυμνοί. Βλέποντας τον ουρανό να χαράζει.
Μαγεμένοι κι ευτυχισμένοι. Σα να
μας φύτεψαν εκεί
ακριβώς εκείνη τη στιγμή.
❧
ΣΕ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ
Ο Χριστός δεσπόζει πάνω μας
καθώς σχολιάζεις εκείνο και τ’ άλλο.
Η φωνή σου
ταξιδεύει μέσα σε τούτα τ’ άδεια κελιά.
Έμπλεος πόθου, ακολουθώ κι εγώ έξω
όπου παρατηρούμε με θαυμασμό
ερειπωμένους τοίχους. Ο άνεμος
σηκώνεται προϋπαντώντας το δείλι.
Άνεμε, άργησες πολύ.
Άνεμε, άσε με να σ’ αγγίξω.
Δειλινό, κράτησέ μας και σκέπασέ μας.
Και το δείλι έρχεται επιτέλους.
Κι ο άνεμος διατρέχει κάθε γωνιά του κορμιού μας.
Κι οι τοίχοι πέφτουν.
Κι ο Χριστός δεσπόζει πάνω μας.
❧
ΟΦΕΛΟΣ
Καμιά άλλη λέξη δεν ταιριάζει. Γιατί αυτό ήταν. Όφελος.
Όφελος, αυτά τα τελευταία δέκα χρόνια.
Ζωντανός, νηφάλιος, ενεργός, ν’ αγαπάς και
ν’ αγαπιέσαι από μια καλή γυναίκα. Έντεκα χρόνια
πριν του είπαν πως είχε έξι μήνες ζωής μονάχα
με τον ρυθμό που πήγαινε. Και δεν πήγαινε
παρά στον πάτο. Κι έτσι άλλαξε κάπως
τον ρυθμό του. Σταμάτησε να πίνει! Και μετά;
Μετά, όλα ήταν όφελος, η παραμικρή στιγμή,
Μέχρι ακόμα και τότε που του το είπαν,
τότε που μες στο κεφάλι του ήρθαν όλα
τα πάνω κάτω. «Μην κλαίτε για μένα» είπε
στους φίλους του. «Είμαι τυχερός. Είχα δέκα επιπλέον
χρόνια απ’ όσα εγώ ή κάποιος άλλος προσδοκούσε.
Καθαρό όφελος. Μην το ξεχνάτε».
❧
ΣΤΕΡΝΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Και δε μου λες, πήρες αυτό
που ήθελες απ’ τη ζωή, έστω κι έτσι;
Το πήρα.
Και τι ήταν αυτό που ήθελες;
Να λέω πως μ’ αγάπησαν,
να νιώθω πως μ’ έχουν αγαπήσει.

