Κολάζ: Michael Augustin

Μπάρμπαρα Πογκατσνίκ

Ποιήματα

Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα

ΚΟΛΟΚΥΘΕΣ ΚΕΙΤΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ

Η κάπνα του πρωινού ανακατεύεται με τη νύχτα.
Ένα ορμητικό τρένο πονά απ’ τα καμένα μετά το καλοκαίρι χωράφια.
Κολοκύθες κείτονται γαλήνια κάτω απ’ τον ήλιο, κοκκινίζοντας στον ορίζοντα.
Σαν άπιστοι άγγελοι συνομιλούμε
κάτω απ’ τις καμάρες μέσα στο γαλανό αμάξι με την ανοιχτή οροφή.
Ανάλαφρη αύρα σπρώχνει τ’ αφράτα σύννεφα μέσα απ’ τα δάχτυλά μας.
Όταν ξαπλώνουμε στο σκληρό κρεβάτι της διαφωνίας,
τ’ αστέρια περπατούν από πάνω μας.
Η νύχτα τινάζει τη σκοτεινή χαίτη της κάτω από τις καμάρες και ξεχύνεται στους δρόμους.
Κυνηγημένη, τρώω τα μικρά πέτρινα μήλα από τις προσόψεις στη Λιουμπλιάνα
κι ο άνεμος διώχνει τα δάκρυα των αγγέλων σαν να ήταν άμμος,
για να πουληθούν στα σουπερμάρκετ.
Το βουητό της θάλασσας γύρω από
τη γυμνή σου μέση, που τόσο διστακτικά αφήνεται
ν’ αγκαλιαστεί –ας είναι έστω ένα γράμμα.
Οι κολοκύθες κείτονται στο χωράφι,
το καλοκαίρι απόθεσε τους καρπούς του στα σιωπηλά τραπεζομάντιλα,
έκρυψε τα ντροπαλά κουκούτσια σε μια σαρκώδη πανοπλία χρόνου.
Ο ήλιος με το γυμνό του χέρι αγγίζει το δάσος,
το τρένο, για μια στιγμή, γέρνει στο πλάι, εκτροχιάζεται.

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ, ΕΠΟΧΗ

Μ’ έναν ψηλό τοίχο φωτιάς, η άνοιξη
ανεπαίσθητα ρούφηξε αέρα, τον μεταμόρφωσε
σ’ αιώνια αγρυπνία. Εποχή των λευκών νυχτών,
από όλες τις εποχές αυτήν την πέρασαν οι αρκούδες σε βαθύ ύπνο.
Τα σύννεφα τα διαπερνούν πυροβολισμοί·
αποκοιμιούνται στην ανάσα ενός ώμου. Δεν υπάρχει τίποτα
σ’ αυτήν την ερειπωμένη πόλη εκτός από πουλιά και την κόκκινη
μπάλα όπου κάθομαι.
Εγώ είμαι αυτή μέσα στην μπάλα των φτερών κατηφορίζοντας τον λόφο.
Μέσα στη μπάλα το εγώ είναι ασπίδα και σπαθί, επίσης το εγώ δεν είναι εγώ.
Δηλητήριο σφυρίζει από ένα κόκκινο μπαλόνι, στάζοντας
μικροσκοπικές κάμπιες στις σιδηροτροχιές και στο χορτάρι.

ΓΛΩΣΣΑ, ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ

Είμαι δύο ξύλινες μπάμπουσκες όταν, καμωμένη
σ’ ένα υγροσκόπιο-παιχνίδι, σε παρατηρώ
Που δεν μιλάς. Μέσα μου
Ο συννεφιασμένος καιρός φουσκώνει, το χαλάζι
Που θα καταστρέψει την οργωμένη γη, όταν δεν μιλάς. Από τόσο μακριά,
Μπροστά στην ανοιχτή πόρτα, μοιάζω σαν το μοναδικό μάτι του Πολύφημου.
Το χωράφι εμφανίζεται, δεν υπάρχει απλός τρόπος
Να τεντώσει τις φωνητικές χορδές, τα πόμολα στα παράθυρα
Είναι εύθραυστα, όμως η μπογιά στις μπάμπουσκες δεν σημαίνει ότι
Δεν έχω χέρια. Όταν δεν μιλάς, νιώθω τα χορτάρια να βλασταίνουν
Στο πόδι μου, ο ορίζοντας θρυμματίζεται σαν μάτι γυάλινο,
Το μάτι της βελόνας που ξεγλιστρά απ’ την κλωστή του
Στον ελαφρύ αέρα. Μια γέννηση
Που δεν αρχίζει, μια ανάμνηση κλεμμένη. Άνοιξη,
έρχεται με σπασμούς, αντιμέτωπη με τα πουλιά, ποτισμένη με χρόνο: η σταγόνα
Που πεθαίνει στο ράμφος –η οδύνη της εποχής.
Το μόνο που δεν μπορώ να πω όταν δεν μιλάς
Είναι σαν να χάιδεψα την κοιλιά μιας τίγρης ενώ
περπατούσε, και ύστερα κατάφερα
Να ξεπηδήσω όπως τα βότανα από τις γλάστρες τους όταν δεν μιλάς·
Μικρές κουφοξυλιές αιωρούνται στον αέρα,
Σαν τούτο το ψωμί που δεν τρως.

ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ

Όταν επέστρεψα στο σπίτι, το διαμέρισμά μου αναστέναξε,
ένα υποζύγιο καταπονημένο από το βάρος.
Το δωμάτιο που είχα εγκαταλείψει είχε απομείνει μισάνοιχτο σαν ξεκούμπωτο πουκάμισο,
μια ανάσα ελαφρά ανοιχτή,
μια ανάσα από καιρό φραγμένη.
Το μπαλκόνι κρεμόταν από πάνω μας σαν μακρόσυρτο
πρωινό γεμάτο περιστρεφόμενους σιδερένιους γερανούς.
Προσπάθησα να ροκανίσω τον γκρίζο μάλλινο κόμπο στον λαιμό μου.
Η φρεσκοπλυμένη παλάμη έπεσε για μια στιγμή.
Οι γερανοί μπορούν να γκρεμίσουν τον κόσμο ή
να τον οικοδομήσουν: χτίζουν σαν να ʼταν χιλιάδες άλογα.
Η κατεδάφιση της αγάπης είναι αέναη διαδικασία.
Κάποιες φορές νιώθεις σαν να βγάζεις τα φρύδια σου,
άλλες σαν να σε χειρουργούν δίχως αναισθησία.
Το ψυγείο ασθμαίνει, το γκάζι ρίχνει
αστραπές και ο καιρός σκυθρωπιάζει.
Μια σταγόνα ακόμα κυλά στην άκρη των βρόμικων πιάτων.
Φαίνεται πως κάποιος είχε μετακομίσει στο διαμέρισμα
είχε ξαπλώσει σε τόσα πολλά σεντόνια μου ενώ εγώ ταξίδευα κι εκείνο
υπομονετικά περίμενε να επιστρέψω.
Τώρα υπάρχει ένα σπιτάκι για πουλιά εδώ και η φωτιά το καταπίνει: η γεμάτη
φλόγα, το δυνατό φτεροκόπημα που ξεχωρίζει από το νερό,
φλεγόμενοι γερανοί, διάπυροι γερανοί.

ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ

Οι θόλοι επάνω από τα πλοία μας έχουν πολλά επίπεδα.
Αγγίζουμε το βάθος και το ανάγλυφο του ουράνιου συνόρου.
Τώρα άλλοι επουράνιοι θόλοι αλλάζουν
το δέρμα τους κάτω απ’ τον ήλιο. Γαλήνια
ένας φοίνικας ακουμπά στην άκρη της θάλασσας.
Με το φιλί, ένα κεφάλι ανοίγει σαν λουλούδι
και στον κάλυκά του η γύρη του ψεύδους
διαγράφεται με φόντο νέα απεγνωσμένα σύνορα
θόλων.

ΟΤΑΝ Η ΣΙΩΠΗ ΔΕΝ ΜΙΛΑ

Η πάχνη, η πάχνη, τα λογχοειδή φύλλα
που από μέσα τους η πάχνη χτυπά και μας καλύπτει,
το όψιμο χορτάρι στο κατώφλι
και το ποτάμι των ματιών
χύνεται μέσα στην πάχνη. Πώς δεν ακούγεται η πάχνη
στον λαιμό μας ή στη λάσπη της λίμνης.
Πώς να ελαφρύνουμε την πανοπλία
της παγωμένης γης.
Πώς να στραγγίξουμε τη βαριά νύχτα
που βασανίζει την πάχνη.
Τη νύχτα όπου μπαστούνια, αιχμές δοράτων, αγκίστρια
Σφηνώνονται και φράζουν τον δρόμο, αφού η πάχνη
χέρια δεν έχει.
Η πάχνη, η πάχνη εξαφανίζεται σαν νεογέννητο πουλί,
σαν να φώλιασε μέσα στη νύχτα
για να δει τα φώτα ζωντανά
προτού κατηφορίσει στην κοιλάδα.

Κύλιση στην κορυφή