Νικόλας Σεβαστάκης

Ποιος θα κερδίσει τον λαχνό του μέλλοντος;

Στο όνομα της Δύσης

Εδώ και χρόνια, έχοντας μετατοπιστεί ως πολιτισμός στην ασφυκτική πρωτοκαθεδρία του παρόντος, στον παροντισμό για τον οποίο μίλησε εκτενώς ο ιστορικός Φρανσουά Αρτόγκ και πολύ πριν από αυτόν, στον «τώρα-χρόνο» [jetzt-zeit] όπως τον είχε βαφτίσει στη δική του γερμανική ο Xάιντεγκερ, για κάποιο καιρό, λοιπόν, είχαμε εναποθέσει τα σχετικά με το μέλλον στην επιστημονική φαντασία. Το «φανταστικό» ήταν η γραμματολογική και κινηματογραφική επικράτεια των μελλοντικών μας μεταμορφώσεων. Καθώς έχαναν έδαφος οι όποιες αφηγήσεις για ένα άλλο μέλλον σε μια διαφορετική κοινωνία (ήδη δεν κυκλοφορούσε στην αγορά η ιδέα περί «νέου ανθρώπου»), θα λέγαμε πως το μέλλον γινόταν σχεδόν αδιάφορο. Εννοώ, ως αντικείμενο ελπίδας, χρονότοπος εκπλήρωσης κάποιας ιστορικής παρακαταθήκης και συλλογικού πεπρωμένου. Στον αιώνα που διανύουμε θα έρθουν ωστόσο οι ανησυχίες για το κλίμα και πλέον με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις σχετικές μετασχηματιστικές εικασίες/ βεβαιότητες, θα δούμε να ανακάμπτει ένα κάποιο ενδιαφέρον για το μέλλον. Κυρίως όμως σε team ερευνητών, σε μικρούς κύκλους ανήσυχων ακτιβιστών για το κλίμα και, από την άλλη πλευρά, σε αυτό το τμήμα της επιχειρηματικής κοινότητας που έχει αναλάβει εργολαβικά την επαύξηση του homo και μαζί τον έξυπνο σχεδιασμό του μέλλοντός μας. Στο μεταξύ, με ραγδαίους ρυθμούς έχει γιγαντωθεί ένας τεχνο-προφητικός λόγος που φτάνει ως την υπέρβαση της ανθρώπινης συνθήκης από ένα νέο υβριδικό είδος. Όλες οι εκδοχές περί μετα-ανθρωπισμού δείχνουν συνεπαρμένες από το ζήτημα του μέλλοντος, το οποίο, από πολλές άλλες απόψεις, αφήνει αδιάφορο τον λαϊκό κόσμο και τους ανθρώπους που δίνουν τις καθημερινές μάχες. Παραδόξως, δηλαδή, το μέλλον φαίνεται να προκαλεί ενθουσιασμό μόνο ή κυρίως ως μη αποκλειστικά ανθρώπινο, ως μέλλον που θα δει τη μερική ακύρωση ή τον ανασχηματισμό της ανθρωπότητας.

Ο σφετερισμός της ρητορικής για το μέλλον από τους διάφορους τεχνο-προφήτες, έχει επίσης μια επιπλέον συνέπεια: το να αναρωτιόμαστε για το μέλλον γίνεται αγχωτική και άβολη υπόθεση. Αρκετές περιπλοκές έχει το παρόν μας, γιατί να βάζουμε στο κεφάλι μας μελλοντικά προβλήματα; Ακόμα και οι εικοσάχρονοι, που, λογικά, θα έπρεπε να τους αγγίζει περισσότερο το άνοιγμα στο μέλλον, αντιγράφουν ή καταναλώνουν αποσπάσματα από παλαιότερες ζωές και εμπειρίες. Τι άλλο είναι αυτή η ακμάζουσα εξορυκτική βιομηχανία με αντικείμενο εικόνες, λόγια, ιστορίες από τις δυο, τρεις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα;

Οι περισσότεροι πάντως –και οι νεότεροι– φαίνονται πλήρως απορροφημένοι-ες στη μηχανική εκάστης μέρας, στον στενό ορίζοντα μιας σεζόν, μιας επόμενης προθεσμίας. Έστω και αν το μέλλον εξακολουθεί να πωλείται ως μελλοντολογικό θρίλερ, έχει κάτι το υποτονικό και το κουραστικό όπως αυτές οι μέτριες ταινίες που βλέπει κανείς νυσταγμένα στην τηλεόραση του τουριστικού λεωφορείου ή στο σαλόνι ενός πλοίου.

Ας μιλήσουμε όμως όχι για την υποκειμενική διαίσθηση και σημασία του μέλλοντα χρόνου όσο για τη στρατηγική του θέαση. Αφήνοντας στην άκρη την υπαρξιακή του συρρίκνωση ή τις δυσφορίες που παράγει, μπορούμε να δούμε πως το μέλλον της ανθρωπότητας έχει επανέλθει σε μια ορισμένη δημόσια συζήτηση. Έχει ξανακερδίσει ένα αφηγηματικό ενδιαφέρον, κατά έναν τρόπο, ιδίως μέσα από την αναφορά στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις άλλες μετασχηματιστικές τεχνολογίες. Οι δημοφιλείς story-tellers της Καταστροφής (τύπου Χαράρι) ή οι ζοφεροί επιχειρηματίες-φιλόσοφοι (τύπου Κέρτις Γιάρβιν) εξαγγέλλουν άλματα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η προαναγγελία αλλαγών στην πολιτική, ψυχο-νοητική και έως τη βιολογική βάση τoυ homo sapiens sapiens έχει γίνει δημοφιλές ανάγνωσμα σε κάθε ιστότοπο, έντυπο, τικ τοκ γωνία του πλανήτη. Δεν είναι πια το παλαιό «φανταστικό» όσο ένα νέο μικτό είδος, αυτό των ρεαλιστικών ουτοπικών εφαρμογών και σχεδίων, κάτι μεταξύ ιδεολογικής προβολής και εξελισσόμενου πειράματος.

Το ερώτημα είναι όμως ποιες εκδοχές πιθανού μέλλοντος απομένουν που να μην είναι απλώς αυτό που θα ήθελε ο καθένας ή καθεμία να αποτελέσει το «επιθυμητό». Αν παραμερίσουμε τις ιδεολογικές και ηθικοπολιτικές προαιρέσεις μας, έχουμε το θάρρος να περιγράψουμε πραγματικά αυτό που βλέπουμε ή εικάζουμε; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μια συζήτηση για το «πού πάμε» έχει ως προϋπόθεση τη διάκριση ανάμεσα στα μέλλοντα που θα ήθελε κανείς να ισχύσουν και να εμπνεύσουν και στα σενάρια μέλλοντος που εμφανίζονται στον ορίζοντα της πραγματικής τάσης, της μεγάλης πιθανότητας να «συμβούν».

Διακρίνω δυο κύριες κατευθύνσεις που τη μία την θεωρώ τελείως ανεπαρκή και την άλλη απεχθή. Θα προσπαθήσω να περιγράψω με λίγα λόγια την ανταγωνιστική τους συνύπαρξη. Τις βλέπω τώρα ως δυο εκδοχές που ερίζουν για τις τύχες και την προοπτική αυτού που ονομάζουμε Δύση.

Δυο οράματα

Το πρώτο όραμα επιδιώκει κυρίως την αποκατάσταση μιας τραυματισμένης κανονικότητας. Θα το λέγαμε, όραμα επούλωσης με στοιχεία παλινόρθωσης.

Το δεύτερο όραμα προσβλέπει σημαντικές στροφές και επιτάχυνση μεταβολών, σχισμάτων και αποκολλήσεων. Είναι ένα όραμα ριζοσπαστικά αντιδραστικό, με στοιχεία επινόησης.

Εισάγουν έτσι δυο αποκλίνουσες στρατηγικές για τη χάραξη του οδικού χάρτη της Δύσης και ευρύτερα του σύγχρονου πολιτισμού.

Το ένα όραμα είναι μια βούληση για εξομάλυνση. Θέλει την ενσωμάτωση των τεχνολογικών, γεωπολιτικών και πολιτισμικών μεταβολών που επιταχύνονται σε μια πιο πολυμερή, διαδικαστική βάση με όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές (ΗΠΑ, Κίνα, αναδυόμενες οικονομίες του Νότου). Ονειρεύεται, αν μπορούμε να μιλήσουμε περί ονείρων για δυνάμεις που τρέφονται από έναν φιλελεύθερο πραγματισμό, μια απο-εξτρεμοποίηση των πνευμάτων, την καταλλαγή των άγριων δυναμικών απόσχισης που διαχέονται σε τμήματα των ελίτ, στις κοινωνίες, στα κρατικά και υποκρατικά συστήματα. Η βούληση για εξομάλυνση φέρει μαζί της το παλαιό ιδεώδες μιας τάξης υπό διαπραγμάτευση, μιας negotiated order. Ιδεωδώς, νοσταλγεί τους δύο «σοβαρούς» παίκτες των μεταπολεμικών συμβιβασμών: μία προοδευτική-συμπεριληπτική και μια συντηρητική-προστατευτική παράταξη με αντίστοιχη κατανομή αρμοδιοτήτων, ρόλων και κοινωνικών ακροατηρίων. Συνοδεύεται ακόμα από μια γενική προσδοκία μετριασμού των εντάσεων στην πολυπολιτισμικότητα, στον εθνικισμό, στην «απληστία» (greed), στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας.

Αυτή η βούληση εξομάλυνσης παραδόξως μπορεί να συνενώνει παίκτες από τον ευρωπαϊκό κορμό, την Κίνα, την Ινδία και άλλους. Να συνενώνει «δημοκρατικούς» και «αντιδημοκρατικούς» παράγοντες. Μιλώντας εναλλάξ τη γλώσσα του ελεύθερου εμπορίου, της επικοινωνίας και των συναινετικών πολιτικών.

Η εξομαλυντική θέαση έρχεται σε σύγκρουση με το άλλο όραμα Δύσης: με εκείνη τη βούληση που επιδιώκει την τάξη μέσω της αταξίας, την αναδόμηση του κόσμου μέσα από επεισόδια πρόκλησης, ρηξικέλευθες μετατοπίσεις και πραξικοπήματα σε επίπεδο ιδεών και εφαρμογής.

Είναι μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε πως αυτή η λογική της επιμελημένης αταξίας αφορά απλώς τον Τραμπ ή μια ομάδα κοντινών πολιτικών προσώπων του τραμπικού γαλαξία σε άλλες χώρες. Αντιθέτως, αυτό το όραμα παράγεται από αντικειμενικούς παράγοντες όχι μόνο ή απλώς από υποκειμενικές διαταραχές οπτικής και αντίληψης. Έτσι, η βούληση για «μπαχαλοποίηση» όλων των συμβολαίων βρίσκεται πολύ κοντά στο πνεύμα ενός καπιταλισμού με στοιχεία μηδενισμού και εξτρεμισμού. Εκφράζει μια βαθύτερη κίνηση απόσχισης από τη φιλελεύθερη αστική κανονικότητα για χάρη μιας νέας ιεραρχικής κατανομής ρόλων και θέσεων. Μεταφράζει, πάνω από όλα, μια διάθεση ρήξης με τον ιδεολογικό άξονα της ισότητας που υπήρξε δημιούργημα των ιστορικών κόσμων οι οποίοι γεννήθηκαν στη διαλεκτική του 1789, του 1917 και των 1968 (το οποίο ήταν επίσης ένα σχεδόν παγκόσμιο γεγονός, από το Μεξικό μέχρι το Παρίσι και την Πράγα, για να μην πούμε και το Πεκίνο).

Οι δυο βουλήσεις ορίζουν, καθεμία, μια προτιμητέα ή επιλέξιμη Δύση.

* Είτε μια Δύση πιο διαλογική, με αναδιάταξη των συσχετισμών δύναμης στα φύλα, στις φυλές, στις εθνοπολιτισμικές ομάδες (λιγότερο όμως ως προς τις ταξικές ανισότητες, οι οποίες και παραμένουν κάτι μάλλον ακατανόητο για τον φιλελευθερισμό).

* Είτε μια Δύση η οποία διεκδικεί ξανά την πολιτική, τεχνολογική και οικονομική της υπεροχή ως αγγλοαμερικανικός, κατά τεκμήριο λευκός και φυσικά καπιταλιστικός αστερισμός.

Στην πρώτη Δύση η ηγεμονία ανατίθεται σε σύνθετες διαπραγματεύσεις κλασικού τύπου, από όπου δεν απουσιάζει προφανώς η κρατική αυθαιρεσία, η αποδοχή της πορείας προς την πολεμική οικονομία μαζί με τρομαχτικές αναβολές σε κάπως πιο αποφασιστικά μέτρα για το κλίμα ή για ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, είναι η γνωστή μας ευρω-κανονιστική Δύση, μια μυθοπραγματική οντότητα ανάμεσα στα συμφέροντα, σε κληρονομημένες ιδέες και στην αναβλητικότητα κάθε γραφειοκρατικού σχηματισμού.

Στη δεύτερη Δύση η ηγεμονία εκβιάζεται με έκτακτες επιθετικές κινήσεις στο εσωτερικό (προτεραιότητα της ασφάλειας, αυταρχικά μέτρα, κάθετες επεμβάσεις στα ΜΜΕ κ.λπ.) και στο εξωτερικό, σε σχέση, για παράδειγμα, με την Κίνα και διαφόρους εχθρούς ή ενοχλητικούς παίκτες όπως τώρα με το Ιράν.

Αυτές οι δυο Δύσεις συμβιώνουν με όρους αστάθειας και άγχους για το αν το διεθνές σύστημα θα σταθεροποιηθεί κάπως ή αν θα μεγεθυνθούν οι αποκλίσεις και οι στιγμές ασυνεννοησίας. Έχει νόημα, τέλος, να φανταστούμε τους συνασπισμούς που ελκύονται από τις δύο βουλήσεις/ οράματα.

Ένας χώρος υπέρ της εξομάλυνσης έχει μαζί του την κόπωση των πολιτών από τις ποικίλες αβεβαιότητες, καθώς και τον βιωματικό συντηρητισμό των μεγαλύτερων ηλικιών που, μην ξεχνάμε, στις δυτικές χώρες έχουν πολύ σημαντικό δημογραφικό, άρα και πολιτικό βάρος. Στο ιδεώδες της εξομάλυνσης συμπίπτουν, με διαφορετικά κίνητρα και ιδιοτέλειες, κυβερνώσες ελίτ χωρών του Νότου, η Κίνα και φυσικά ένα μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο όραμα για εξομάλυνση και για ανάκτηση της κανονικότητας συρρέουν, τέλος, όλες οι ιδεολογίες που βρίσκονται σε αποδρομή ή εξασθένιση: ο κεντρώος φιλελευθερισμός, ο σοσιαλδημοκρατικός ορθολογισμός, η φιλελεύθερη ή ηπίως συντηρητική λογιοσύνη. Από εδώ κρέμονται επίσης συμφέροντα, θεσμοί και τελετουργικά που συνδέθηκαν με παλαιότερες μορφές της αστικής και καπιταλιστικής κοινωνίας.

Πλέον όμως οι δυνάμεις που ωθούν σε μια νέα τάξη μέσω της αναταραχής και της πρόκλησης έχουν πιο καλή αντιστοίχιση με το σημερινό ανώμαλο πεδίο των νέων πραγματικοτήτων. Η «ιδεολογία» τους είναι πιο μέσα στις πραγματικές αποδιαρθρώσεις των συμβολικών και πολιτικών αρχιτεκτονικών που γνωρίσαμε ως άνθρωποι του εικοστού αιώνα. Αντανακλούν έναν θρυμματισμένο κόσμο όπου η ισχύς, η απόλαυση, η διαφθορά και η ικανότητα καταστροφής θα μπορούν να ανθίσουν και να γίνουν εργαλεία βέλτιστης απόδοσης για τους ικανότερους και πιο γρήγορους παίκτες. Είναι επίσης ένας χώρος όπου συνενώνεται εκ νέου –όπως στον ιστορικό φασισμό– ο αντιδιανοουμενισμός και η αποθέωση της επιχειρησιακής και αποτελεσματικής βίας που ασκείται σε μεγάλη κλίμακα και μπορεί να στραφεί σε κάθε δυνατό πόρο, φυσικό ή ψυχικό και συνειδησιακό.

Ποια από τις δυο «προτάσεις πολιτισμού» θα κατισχύσει; Η πρώτη Δύση κουβαλά ακόμα πάνω της έγχαρτες και αναλογικές μνήμες αν και αποδέχεται και ενθαρρύνει ιδεολογικά τα ψηφιακά άλματα. Μπορεί και συσπειρώνει έναν βαθμό ορθολογισμού και κανονιστικής δυτικοφροσύνης με προοδευτικούς τόνους και ανοίγματα. Στρέφεται όμως πλέον, από φόβο ή εκλογικές αγωνίες, σε έναν αντι-μεταναστευτικό και ασφαλειοκεντρικό λόγο, χωρίς να μπορεί να εγκαταλείψει τη φιλελεύθερη ρητορική για τα δικαιώματα και τα λεγόμενα rules based σενάρια μιας επαναρυθμισμένης τάξης. Διακατέχεται από πανικό διότι έχει διευκολύνει τους μηδενιστές της «νέας τάξης» πιστεύοντας πως θα περιοριστούν στη δυσφορία του ηττημένου «λαϊκισμού» και ότι με τη μετάβαση σε νέες μορφές Δύσης θα μπορέσει να αποφύγει τα σοκ και τις διασπάσεις.

Η άλλη, πάλι, Δύση, αγγίζει κάποιες βαθύτερες χορδές. Δεν διστάζει να φτάσει ως τον πόλεμο για να δοκιμάσει την υπεροχή της, να εξορύξει τα υλικά που χρειάζεται, να δείξει τον εχθρό και να διαφημίσει το όραμα μιας ελευθερίας δίχως ισότητα, μια ελευθερία διαθέσιμη για πράξεις ηγεμονικής βίας και καταστροφής.

Φαίνεται ότι αυτή η μηδενιστική Δύση έχει ένα ρεύμα με το μέρος της. Προσελκύει τις πιο φανατικές, φιλόδοξες και ακόρεστες δυνάμεις του δεσπόζοντος τεχνοοικονομικού συστήματος, πράγμα που δεν θέλουν να το καταλάβουν οι κανονιστικοί φιλελεύθεροι και όσοι συντηρητικοί αντιδρούν ηθικά ή αισθητικά στις νεοφασιστικές τάσεις.

Θα έλεγα ότι αν επανέλθει η Δύση της βούλησης για εξομάλυνση θα πάρει κάποια αναβολή το τέλος του πλανήτη ή, έστω, μπορεί να λειανθούν κάπως ορισμένες από τις αναπόδραστες, μεγάλες κρίσεις του μέλλοντος. Ο εξομαλυντικός γραφειοκρατικός λόγος προσφέρει κάποια αγορά χρόνου και λίγη ηρεμία, σαν αυτή μιας εύθραυστης ανακωχής, μιας εφήμερης κατάπαυσης του πυρός.

Με τη Δύση η οποία δεν έχει πρόβλημα με την επιτάχυνση των ρήξεων –για να επανασχεδιάσει τον κόσμο– θα έλθει πιο κοντά μας η ανθρωπιστική, η περιβαλλοντική και η πολιτική καταστροφή. Η ταχύτερη αποσύνθεση του οίκου και του δήμου, των φυσικών και των πολιτικών μας κοινωνιών. Διότι, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, το μέλλον αυτής της μηδενιστικής Δύσης παράγει το μη μέλλον των υπολοίπων.

Μια πιθανή λύση θα ήταν η έξοδός μας τόσο από την ανεπαρκή υποκρισία όσο και από τον επιταχυντικό μηδενισμό, από αυτή τη Δύση που επιδιώκει να ανακυκλώσει τον οικείο της εαυτό (σκεπάζοντας τα δεινά και τις ευθύνες της) και από την άλλη Δύση που διεκδικεί, δίχως να κρύβεται, μια νέα αυτοκρατορική υπεροχή. Είπαμε όμως πως αυτή την παράκαμψη του στυγνού διλήμματος, δεν την επιβραβεύουν οι λογής «δημοσκοπήσεις», η τρέχουσα πολιτική και πνευματική διάθεση των εκλογικών πλειοψηφιών. Το όριο, ενδεχομένως, κάθε λόγου για τα μελλοντικά πράγματα είναι το πως διάγει και κατοικεί κανείς στο παρόν. Αυτό όμως είναι θέμα για ένα άλλο αφιέρωμα.

Κύλιση στην κορυφή