Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Μαρία Κουγιουμτζή

Πτωχοκομείο καλλιτεχνών

Ως και οι διάδρομοι του Πτωχοκομείου ήταν γεμάτοι κόσμο, που πηγαινοερχόταν θαυμάζοντας τις γυάλινες προθήκες με τα εκθέματα και τους τεράστιους πίνακες ζωγραφικής. Το πολύχρωμο πλήθος με τις τουαλέτες και τις γούνες πάνω στους γυμνούς ώμους, τα μαύρα κουστούμια με το άνθος στη μπουτονιέρα, ήταν κι αυτά ένας πίνακας εν κινήσει.

Το Πτωχοκομείο ήταν δωρεά του κόμη Φρίξου, στη μνήμη της αδικοχαμένης γυναίκας του, διφορούμενης αξίας συνθέτρια κλασικής μουσικής. Το κτήριο ήταν πρώην μέγαρο του πρώην υπουργού εξωτερικών που καταδικάστηκε για διαφθορά, οίκημα εξαίρετης αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής κομψότητας έως τη χλιδή.

Δεν άλλαξαν τίποτα, μάρμαρα, χαλιά, βιτρίνες, αίθρια, όλα παρέμειναν στο ακέραιο, πρόσθεσαν μόνο τους κοιτώνες, τα κρεβάτια, τα λουτρά και τις κουζίνες για τους νέους ενοίκους. Εξακολουθούσαν να περιποιούνται τους κήπους σε τακτά χρονικά διαστήματα, όπου έκαναν τη βόλτα τους οι καλλιτέχνες, με τη μόνη απαίτηση να είναι «ευπρεπώς ενδεδυμένοι και να μην περιφέρονται σαν επαίτες». Στη μεγάλη κυκλική αίθουσα με τα κρυστάλλινα παράθυρα που είχαν θέα στους κήπους, υπάρχει η επιγραφή «χώρος επέκτασης της καλλιτεχνικής έκφρασης». Εκεί κάθε πρωί στέκονται στην ουρά οι τρόφιμοι και παραλαμβάνουν, όπως οι ασθενείς σε ψυχιατρείο, με ανοιχτό το στόμα τις έξι σταγόνες από τον ορό της έμπνευσης.

Υποτίθεται πως εκτός από τη σίτισή τους θα γινόταν προβολή των παλαιών και νεότερων έργων τους, αλλά αυτό ξεχάστηκε και το ίδρυμα λειτουργούσε κυρίως ως αίθουσα παραστάσεων, όπου διάσημοι και πλούσιοι καλλιτέχνες από το εξωτερικό έδιναν μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, απαγγελίες πρόσφατων ποιημάτων τους –σ’ αυτές συμμετείχαν ως κομπάρσοι και οι παροπλισμένοι καλλιτέχνες–, όπου τα έσοδα πήγαιναν στα έξοδα του πτωχοκομείου.

Η κόρη του κόμη, η Μερσέντες είχε πάθος με το βιολί, έπαιζε από τεσσάρων χρονών και στα δώδεκά της είχε λάβει όλες τις διακρίσεις και τα βραβεία. Ήταν ισχυρογνώμων και προκλητική στις απόψεις της.

 Ο κόμης είχε γράψει πρόσφατα ένα έργο αφιερωμένο στη μέλλουσα σύζυγό του, την κόμισα Αραδέλα, εξίσου σπουδαία βιολίστρια με τη Μερσέντες, η μητέρα της οποίας είχε πνιγεί πριν έξι χρόνια. Η Μερσέντες όταν είχε δει το πτώμα είχε πει πως αυτή δεν ήταν η μητέρα της και την περίμενε να γυρίσει από κει που κατά τη γνώμη της είχε κρυφτεί για να αποφύγει τη βίαιη συμπεριφορά του κόμη.

Ανακοινώθηκε πως στο πτωχοκομείο, το Σάββατο κατά τις οκτώ η κόμισα Αραδέλα θα έπαιζε το έργο του κόμη μαζί με τη μικρή.

Η Μερσέντες εξασκούνταν μέρα νύχτα τρεις μήνες για να ξεπεράσει τη μελλοντική της μητριά, την οποία μισούσε. Ο κόμης άνοιγε την πόρτα του δωματίου της και την έβλεπε να παίζει με μανία, μερικές φορές μέχρι λιποθυμίας, έτσι που την παρακάλεσε να αναβάλει την παρουσία της για άλλη φορά. Παίζοντας η κοπέλα πλησίασε και με το πόδι της έκλεισε την πόρτα στα μούτρα του.

Το μεσημέρι, σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός υπηρέτη που είχε χτυπήσει επανειλημμένα την πόρτα της Μερσέντες χωρίς να πάρει απάντηση, την άνοιξε τη στιγμή που η νέα βρισκόταν στη διαδικασία αυτοανάφλεξης. Κοκαλωμένος είδε πως είχε πάρει φωτιά το δοξάρι και το βιολί, τα χέρια της να εξακολουθούν να ανεβοκατεβαίνουν σαν ένα φλεγόμενο ποτάμι, αφήνοντας πάνω στα ρούχα της πυρωμένες γλώσσες και κατόπιν να φλέγεται ολόκληρη, ώσπου έμεινε στη θέση της μια μικρή λιμνούλα λίπους.

 Η παράσταση δεν αναβλήθηκε, το γεγονός της ανάφλεξης της Μερσέντες αποσιωπήθηκε, διαδόθηκε πως έπαθε νευρικό κλονισμό και πως μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε σανατόριο της Ουρινίας.

Όλοι παρατήρησαν τη χλωμάδα του κόμη, ο οποίος δεν ήξερε αν έπρεπε να περιφρονήσει τον εαυτό του ή όχι, αλλά η Αραδέλα έπαιξε τέλεια τη σύνθεσή του και τα χειροκροτήματα έπεσαν βροχή, έτσι ανέβαλε την περιφρόνηση του για το μέλλον. Επιτέλους το κοινό της χώρας απόλαυσε ένα έργο του. Έπρεπε να είναι ευχαριστημένος, ευτυχισμένος έλεγαν μερικοί, αλλά η ξαφνική κατάρρευση της κόρης του δεν τον άφησε να χαρεί.

Τη συναυλία παρακολούθησαν οι άποροι καλλιτέχνες, καθισμένοι αρκετά πίσω, στολισμένοι, κρατώντας στο χέρι τα όργανά τους, τα ποιήματά τους, τους θεατρικούς διαλόγους και μονολόγους, οι γυναίκες με μακριά φορέματα και άνθη στα μαλλιά, ακόμα μερικές και μερικοί καλοστεκούμενοι φορούσαν στολές μπαλέτου, έτοιμοι για κάθε ζήτηση που δεν έγινε ποτέ.

Ενώ ο κόσμος πηγαινοερχόταν σφίγγοντας το χέρι του, ο κόμης αφού το σκέφτηκε καλά, λιποθύμησε κι όταν συνήλθε αποχώρησε ζητώντας συγνώμη και παρότρυνε το πλήθος να συνεχίσει την διασκέδασή του. Όταν η Αραδέλα τον ακολούθησε, τη σταμάτησε με ένα αυστηρό βλέμμα και με την ανοιχτή παλάμη του πάνω στο στέρνο της.

Την επομένη ζήτησε από τους καλλιτέχνες του Πτωχοκομείου, εκείνους που ήταν κάποτε διάσημοι γλύπτες, να φτιάξουν το άγαλμα της κόρης του, αλλά κανένας δεν μπόρεσε να δεχτεί τη μεγάλη τιμή, ισχυριζόμενοι πως δεν θυμούνταν πώς ήταν η Μερσέντες. Δεν μπορούσαν να περιγράψουν τα χαρακτηριστικά της πέρα από το ότι ήταν ένα μικρό, αδύνατο, πανύψηλο κορίτσι. Δεν υπήρχε κανένα πορτρέτο της για να βοηθηθούν, παρά μόνο ένας πίνακας με τον κόμη, τη γυναίκα του και τη Μερσέντες μικρή, τεσσάρων χρονών, που κρατούσε σφιχτά στο χέρι της ένα βιολί. Το πόδι της με την άσπρη κάλτσα και το μαύρο μοκασίνι με τα στρας κλωτσούσε το αγαπημένο σκυλάκι του μπαμπά της.

Ο κόμης στρώθηκε και συνέθεσε ένα μεγάλο έργο, μία σύνθεση μουσικής, θεάτρου και σκηνικών που θύμιζε κατάβαση στον Άδη, όπου την παράσταση εκτέλεσαν όλοι σχεδόν οι τρόφιμοι του πτωχοκομείου με μεγάλη φαντασία, πείρα και αίσθημα, με καταπληκτική επιτυχία, παρ’ όλο που μερικά δρώμενα ήταν σχεδόν ακατανόητα, εξωφρενικά και άτεχνα, αλλά στο σύνολο οι θεατές ένιωσαν τη γεύση του Φρίξου-Ορφέα όταν έχασε την Ευρυδίκη-Μερσέντες.

Την άλλη μέρα ο κόμης συζητώντας με τον αδερφό του, πάστορα της ενορίας, του είπε: «Ξέρω πως συμφωνείς ότι η εκμετάλλευση των ανόητων άπορων καλλιτεχνών δεν είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρα, εντούτοις δεν παύει να είναι ένα ευφάνταστο επάγγελμα. Απορώ πώς όλοι αυτοί δεν ορμούν πάνω μας να μας κρεμάσουν ή να βάλουν φωτιά στο Ίδρυμα. Ακόμα και μερικές γλώσσες μας, παρ’ όλη τη χυδαιότητά τους, θα μπορούσαν να γίνουν εξαίσια πηγή φωτός βουτηγμένες στο λάδι των κρυστάλλινων καντηλιών. Πριν γίνει κάτι δυσάρεστο, πρέπει ν’ αλλάξω τακτική στοχεύοντας στην υστεροφημία μου.

»Σκέπτομαι να παρουσιάσω την ιδέα μου αυτή σε παράσταση. Φυσικά χωρίς αίματα και προστυχιές. Ένα ποιητικό δράμα».

Η παράσταση δόθηκε όπως την περιέγραψε ο κόμης, έπαιξε μάλιστα και ο ίδιος. Στο τέλος της θεατρικής βραδιάς, αφού είχε σταυρωθεί σύμφωνα με το σενάριο, αφού χειροκροτήθηκε με μεγάλη θέρμη και η αυλαία έκλεινε και άνοιγε για να επαναλαμβάνει συγκινημένος τις υποκλίσεις του, παρέδωσε ενώπιον του κοινού τα δικαιώματα του Πτωχοκομείου στους τρόφιμους καλλιτέχνες.

Από κει και πέρα δίνονταν θαυμάσιες παραστάσεις, εκτελέσεις έργων, τυπώνονταν βιβλία και υπήρχαν εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής διαρκώς. Το Ίδρυμα πλέον δεν ονομαζόταν Πτωχοκομείο Καλλιτεχνών, αλλά Σπίτι της Τέχνης. Κάποιοι έλεγαν πως από τότε που αποσύρθηκε ο κόμης δεν ανέβηκαν παρά ανοησίες, μίζερες επαναλήψεις και ρομαντικές σάχλες. Το στόμα της Κριτικής ήταν βουλωμένο γιατί το Σπίτι της Τέχνης είχε απαγορέψει την είσοδό τους και όχι μόνο. Πρόβαλλε δικούς της κριτικούς που εκθείαζαν τα πάντα. Ο κόσμος πλημμύριζε τις αίθουσες περισσότερο για να επιδειχθεί, να κουτσομπολέψει, παρά για να απολαύσει την παράσταση.

Μερικοί ισχυρίζονται πως στην εκδήλωση της παράδοσης του πτωχοκομείου παραβρέθηκε και η «νεκρή» γυναίκα του κόμη μεταμφιεσμένη, κρατώντας απ’ το χέρι ένα κορίτσι στην ηλικία περίπου της Μερσέντες. Περνώντας να χαιρετήσει το σταυρωμένο επί σκηνής πτώμα, το έφτυσε στο πρόσωπο.

Φυσικά υπήρχαν και οι απόψεις τρυφερότητας πως στις μετά της θητείας του παραστάσεις, ο κόμης αθέατος για άλλους και θεατός για κάποιους υποδεχόταν το κοινό με μια μικρή υπόκλιση. Πίσω του η σκιά της νεαρής Μερσέντες υποκλινόταν και κείνη.

 Η δικαστική μάχη που έδωσε ο αδερφός του κόμη, ο πάστορας, για να σπάσει τη σύμβαση και να περιέλθει το μέγαρο του Πτωχοκομείου στα χέρια του κράτησε δύο χρόνια και τελικά την κέρδισε. Πέταξε έξω όλους τους καλλιτέχνες και μετέτρεψε το μέγαρο σε φιλόπτωχο ανύπαρκτων φτωχών, δίνοντας χορούς μετά προσφορών όχι μόνο χρηματικών αλλά και ακινήτων, αποκτώντας τεράστια κέρδη και περιουσία. Κάθε εβδομάδα τα φώτα του μεγάρου φεγγοβολούσαν και συχνά έσκαζαν στον ουρανό πυροτεχνήματα.

Ο πάστορας με το φαλακρό του κεφάλι και το ίσιο στομάχι έμοιαζε πιο πολύ με αρχηγό κάποιας αίρεσης παρά με καθολικό. «Προτεστάντης είμαι», σκύβει και μου λέει, «μη με αναφέρετε λανθασμένα στην ιστορία σας».

«Το όλο θέμα είχε να κάνει με την εντιμότητα», είπε ο πάστορας, «όμως η εντιμότητα ανήκει στον Θεό και όχι στους ανθρώπους». Και το πίστευε. Άσχετα αν ένα πυροτέχνημα έσκασε δίπλα του και του ξερίζωσε το μάτι καρφώνοντάς το στον θυρεό του μεγάρου. Φυσικά όχι από το χέρι του Θεού.

Η βλάβη αποκαταστάθηκε σύντομα και τοποθετήθηκε ένα γυάλινο στη θέση του.

Μια παρέα δύο ποιητών, δύο ζωγράφων κι ενός μουσικού, παρατηρούσαν το γυάλινο μάτι του πάστορα, που περνούσε εκείνη την ώρα μπροστά από το καφενείο όπου κάθονταν οι καλλιτέχνες πίνοντας το μοναδικό καραφάκι ποτού που δεκάρα δεκάρα είχαν συμπληρώσει για να το πληρώσουν.

«Για δείτε», λέει κοιτώντας τον ο ένας γέρος ποιητής, «έχει το γυάλινο μάτι της εξουσίας».

«Έτσι πρέπει να είναι η εξουσία για να μπορεί να είναι εκτός ουσίας», λέει ειρωνικά ο νεαρός μουσικός.

«Κανονικά», λέει ο ποιητής, «βγαίνει έξω από την ουσία αφού έχει βουτήξει το πρόσωπό της μέσα της, για να την περιέχει, να μπορεί να τη διδάξει, να την επιβάλει στους εκτός».

«Αν είχε πρόσωπο ίσως», γέλασε ο μουσικός.

«Κάποτε θα αυτοκαταργηθεί, θα ξεχαστεί η ύπαρξή της, όπως τώρα έχει εξαφανιστεί η έννοια του σεβασμού», είπε ο ζωγράφος.

«Ο σεβασμός είχε ηθικό έρεισμα», αντίκρουσε ο άλλος.

«Πέρα από το ήθος, έχει κάτι το πολύ φασιστικό, αφού τον απαιτεί, χωρίς απαραιτήτως να τον δικαιούται», είπε ο προηγούμενος.

«Αιωνία η μνήμη, λοιπόν, της εξουσίας», είπαν γελώντας. «Πότε με το καλό η κηδεία;»

«Μερικοί από μας την έχουμε ήδη κηδέψει», είπε ο ποιητής.

«Έτσι νομίζετε», ξαναείπε ο νέος, «τώρα που είναι πάμπτωχες όλες οι αξίες, δεν τις θέλει κανείς. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο καταργηθεί και η εξουσία, φίλε, κι όχι από αυτογνωσία. Το κάλπικο θα τις καταστρέψει, η πτώση των αξιών είναι ο τάφος όλων μας».

Ο γέρο ποιητής, δεν άκουσε τα τελευταία λόγια, είχε γύρει το κεφάλι στο στήθος του. Ήταν ήδη νεκρός.

Ο άλλος ποιητής του έκλεισε τα μάτια λέγοντας: «Για να ησυχάσει ο άνθρωπος πρέπει να δει τον κόσμο, τις ιδέες, τις τέχνες, τον εαυτό του, τους άλλους, μέσα από το πρίσμα της αιωνιότητας. Κι αυτό δυστυχώς, μπορεί να το κάνει μόνο ένας νεκρός».

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή