Ρε, είχαμε μια συμμαθήτρια στο φροντιστήριο, τη Νέλλη, τη θυμάσαι; Καθόταν δίπλα σ’ εκείνο το αγόρι που ίδρωνε. Ίδρωνε πολύ. Νομίζω πως με γούσταρε. Όχι αυτός, η Νέλλη ρε. Που έπαιζε τένις, η ξανθιά, δεν μίλαγε πολύ, θυμάσαι; Είχε μακρύ μαλλί και φόραγε συνέχεια άσπρα. Άσπρα, ναι. Πουλόβερ άσπρο, φούστα, κάτι Ρίμποκ ολοκάθαρα, δεν είχαν ούτε σκόνη ρε, θυμάσαι; Έμενε κάπου δυτικά, Αγίους Αναργύρους ή Πετρούπολη. Μπορεί και Ζωφριά, δεν έχω ιδέα από κει κάτω. Την είδα, πάνε μέρες τώρα. Ναι ρε, αυτή ήτανε, βάζω το χέρι στη φωτιά. Όχι, δεν φόραγε άσπρα. Ένα φόρεμα μακρύ, όχι πολύ, να, μέχρι εδώ. Καλόγρια; Ρε γάμησέ με τώρα, όχι. Ένα φουστάνι λουλουδάτο, σαν εκείνα που ‘χε η μάνα μου το ενενήντα. Χόντρυνε, έχω να σου πω. Όχι πολύ. Αλλά χόντρυνε. Μπράτσα γεμάτα, κώλος, μπούτια. Γυρνούσα απ’ τη δουλειά νωρίς το απόγευμα, διέσχιζα την Πατησίων. Αυτή έβγαινε από ένα σουπερμάρκετ. Κρατούσε δυο σακούλες κι ένα σκατόπαιδο κρεμόταν απ’ το χέρι της. Μαλακισμένο. Φώναζε ρε, ούρλιαζε μες στον δρόμο, ούτε να τό ‘σφαζαν. Το πρόσωπό της ρε, το είδα, το ‘σκιζε ένα χαμόγελο πλατύ. Το δέρμα της γυαλιστερό, ίσιο, σεντόνι σιδερωμένο, μυρωδάτο. Ρε η Νέλλη, ρε. Μαμά η Νέλλη. Τους ακολούθησα. Ναι, αυτήν και το σκατόπαιδο. Τα χέρια της ωραία, οι φλέβες ζωντανές, τα δάχτυλα. Ωραία δάχτυλα. Και τα καπούλια της πηγαίναν πάνω κάτω, λεπτό το φόρεμα. Λεπτό ρε, διάφανο, πώς το λένε; Και το βρακί της έβλεπα, θεέ μου, η Νέλλη. Ούρλιαζε το σκατόπαιδο, το χτικιασμένο, μα εκείνη περπατούσε ατάραχη, στητή, οι σακούλες να τσιτώνουν τους μύες της, κάθε τόσο να τις σηκώνει λίγο πιο ψηλά, να φουσκώνουν οι δικέφαλοι, φόρχαντ και μπακ φλιπ, γκραντ σλαμ, σερβίς και πόιντ και μπρέηκ και Φέντερερ και Τσιτσιπάς. Η Νέλλη ρε, η Νέλλη σαραντάρα. ‘Ίδρωνα σαν το σκυλί και τους ακολουθούσα. Ρε, δεν μπορείς να φανταστείς. Μου ‘ρθε να κλάψω απ’ την απελπισία. Το μόμολο η Νέλλη είχε φτιάξει μια ζωή. Το μόμολο. Που δεν μιλούσε σε κανένα, τσιμουδιά δεν έβγαζε, θυμάσαι; Μπήκαν σε κάποια φάση σ’ ένα πετ-σοπ. Είχαν και σκύλο, άρα. Μπορεί και γάτα. Όλο το πακέτο. Ρε, έφυγα. Έφυγα, γύρισα τρέχοντας στο σπίτι. Σαν να χεζόμουν έτρεχα. Έδωσα μια κλωτσιά στην πόρτα, η κυρά Πόπη έφριξε. Γαμώ το Χριστό σου, εσύ φταις. Της το ΄πα ρε. Είκοσι χρόνια πέρασαν, αλλά της το ‘πα. Επιτέλους. Καργιόλα, όλα δικά σου τα ΄θελες. Να πάω Νομική, να πάρω το γραφείο, να είμαι με το σεις και με το σας, διαζύγια και νομές, χρησικτησίες και δόλος ενδεχόμενος και αμέλεια και κύριε συνήγορε, χαρτόσημα και πούτσες μπλε, καργιόλα. Ρε, τα ΄σπασα όλα σου λέω. Έδωσα μια στο τραπεζάκι, φωτογραφίες, βάζα, όλα τα σκατά που ‘χε στολίσει στο σαλόνι από γάμους και βαφτίσια έφυγαν στο πάτωμα. Επέμενες, καργιόλα. Να με τώρα, μια αποτυχία σκέτη, έτσι της είπα. Κλείστηκα στο δωμάτιο και σκρόλαρα στο ίνσταγκραμ βυζιά. Ούρλιαζα κι έτρεμα, ρε, έτρεμα. Έδωσα μια μπουνιά στον τοίχο και δεν πόνεσα. Καθόταν αυτή απέξω, έκλαιγε. Ησύχασε, μωρό μου και ηρέμησε και τέτοια. Η Νέλλη, ρε. Έχει παιδί, σκυλί, χαμογελάει. Στην Πατησίων, ρε μαλάκα.
/ οργή

