Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Παντελής Μπουκάλας

«Σα φάει, πεινάει χειρότερα από πρώτας!»
Η απληστία σαν μηχανή παραγωγής πάσης κακίας

Υπάρχει από παλιά ένα πρόβλημα με τους καταλόγους, τις λίστες, όπως συνηθέστερα τις λέμε: ο αυστηρός αριθμητικός τίτλος που τους δίνουμε χάριν συνεννοήσεως, σπανίως συμφωνεί με το καθαυτό περιεχόμενό τους, χαλαρό, αυξομειούμενο, ελαστικό –ο καθείς και ο χαρακτηρισμός του.

Για παράδειγμα, οι Εφτά Σοφοί της Αρχαίας Ελλάδας, αν αποδελτιώσουμε όλες τις πηγές, ποιητικές και πεζές, αριθμούνται τριπλάσιοι και κάτι παραπάνω. Στους «κλασικούς», αυτούς που απομνημονεύαμε στα παιδικοσχολικά μας χρόνια (Θαλής ο Μιλήσιος, Σόλων ο Αθηναίος, Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, Κλεόβουλος ο Ρόδιος, Περίανδρος ο Κορίνθιος, Πιττακός ο Μυτιληναίος, Βίας ο Πριηνεύς) προστίθενται από κυμαινόμενης αξιοπιστίας και φήμης αρχαίους συγγραφείς και σχολιαστές ποικίλες μορφές της ιστορίας αλλά και του θρύλου: ο Ορφέας, ο Λίνος, ο Επιμενίδης ο Κρης, ο Φερεκύδης από τη Σύρο, ο Πυγαθόρας ο Σάμιος, ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, ο Πεισίστρατος ο Αθηναίος, ο Ακουσίλαος από το Άργος κ.ά. Ξεχωριστής σημασίας προσθήκες δύο ξένοι σοφοί: ο Ζωροάστρης, ένας από τους πρωταγωνιστές του 6ου αιώνα π.Χ., του λεγόμενου «αιώνα των αξόνων», και ο Ανάχαρσις ο Σκύθης, επισκέπτης των Αθηνών και γνώριμος του Σόλωνα.

Επίσης διχασμένες είναι οι πηγές για τη γενέτειρα του Ομήρου. «Επτά εριδμαίνουσι πόλεις διά ρίζαν Ομήρου· / Κύμη, Σμύρνα, Χίος, Κολοφών, Πύλος, Άργος, Αθήνα», μας βεβαιώνει ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας. Από άλλα επιγράμματα όμως, καθώς και από τη Σούδα, προκύπτει μία επιπλέον ντουζίνα πιθανών γενέθλιων τόπων: Ιθάκη, Ίος, Κύπρος, Άργος, Μυκήνες, Κνωσός, Θεσσαλία, Ρόδος, Μυκήνες, αλλά και Τροία και Αίγυπτος και Ιταλία.

Και τα Εφτά Θαύματα του Κόσμου, κάθε άλλο παρά εφτά είναι. Στον κατάλογο που αποδίδεται στον ποιητή Αντίπατρο (αλλά σε ποιον από τους δύο; τον Σιδώνιο, του 2ου αιώνα π.Χ., ή τον Θεσσαλονικέα, των αρχών του 1ου αιώνα μ.Χ.;), συνυπάρχουν η μεγάλη πυραμίδα του Χέοπος, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, ο ναός της Άρτεμης στην Έφεσο, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ο Φάρος της Αλεξάνδρειας και ο Κολοσσός της Ρόδου. Άλλοι όμως προσθέτουν τον ναό του Σολομώντα (οι δε χριστιανοί συγγραφείς την Αγια-Σοφιά), τον Λαβύρινθο, τον ναό της Αφροδίτης στην Πάφο, το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα, το Κολοσσαίο και κάμποσα ακόμα.

Οι κάπως παλαιότεροι πάντως θυμούνται ότι το καλοκαίρι του 1987 είχαμε ανακαλύψει τη γροθιά του Κολοσσού στα νερά του λιμανιού της Ρόδου, κατόπιν υποδείξεων Ολλανδής «οραματίστριας». Για να αποδειχθεί, μετά τη θριαμβική ανάσυρση, ότι επρόκειτο για μπάζα που τα είχε σμιλέψει λεπταίσθητα η δαγκάνα κάποιου γερανού και τα είχε πετάξει ανέμελα στη θάλασσα η περίφημη ελληνική λεβεντιά, σε μια από τις πρωιμότερες φιλοπεριβαλλοντικές εκδηλώσεις της.

Ρευστά είναι τα πράγματα και με τα Εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, ο κατάλογος των οποίων, όσο ξέρω, ουδέποτε απασχόλησε στα σοβαρά το ορθόδοξο ποίμνιο. Στα χρόνια του υποχρεωτικού κατηχητικού, σε μία αμαρτία επέμεναν οι διδάχοι μας, σ’ «εκείνη που κουφαίνει». Κι ας το ’βλεπαν αμέσως ότι εμείς, προεφηβάκια αλλοτινών εποχών, κλειστών, δεν είχαμε ιδέα για το έγκλημα.

Στα Ευαγγέλια δεν γίνεται κανένας ταξινομικός ή αξιολογικός λόγος περί των αμαρτιών. Τα σπέρματα της αμαρτολογικής εξειδίκευσης και αξιολόγησης πρέπει να τα αναζητήσουμε σε άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης, που γράφτηκαν όταν άρχισε να διευρύνεται το πλήρωμα και χρειάζονταν ειδικότερες οδηγίες προς τους νεοπροσήλυτους. Λίγα στοιχεία:

Στην Α΄ Επιστολή του ο ευαγγελιστής Ιωάννης διαχωρίζει τις «προς θάνατον» αμαρτίες από τις «ου προς θάνατον». Και ο Ιωάννης κηρύσσει βεβαίως ότι ουδείς τυγχάνει αναμάρτητος: «εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν» (1,8). Ενστερνίζεται δηλαδή το σχήμα περί της μεταπτωτικής φύσεως της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς και την παρόμοια πίστη του Ιώβ (14,4): «Τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου; Αλλ’ ουδείς, εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης».

Μολαταύτα, ο διαχωρισμός που επιχειρεί ο Ιωάννης, ανάμεσα στα θανάσιμα αμαρτήματα και τα συγγνωστά, δεν είναι απλώς παραμυθητικός. Είναι εξαιρετικά φιλάνθρωπος, αν σκεφτεί κανείς ότι αρκετοί από τους πρώτους χριστιανούς, απολύτως βέβαιοι πως η ίδια η ύπαρξη, η ζωή, είναι αμαρτία βαριά, προέκριναν τον αυτοχειριασμό σαν τη μέθοδο που θα τους οδηγούσε ασφαλώς και μια ώρα αρχύτερα στις αιώνιες μονές. Και δυστυχώς, ακούς ακόμα θεολόγους, προβεβλημένους μάλιστα, τηλεοπτικής περιωπής, να διατείνονται πως «είναι στ’ αλήθεια τυχεροί όσοι πεθαίνουν νέοι», επειδή λέει έτσι φτάνουν στις αγκάλες του Θεού πιο γρήγορα απ’ όσους έχουν την ατυχία να βραδυπορούν ζώντας. Δεν υβρίζει τάχα ο ισχυρισμός αυτός τη ζωή, το «πολύτιμο δώρο του Θεού», το σολωμικό «μέγα καλό και πρώτο»;

Λέει, λοιπόν, στα «αγαπητά παιδία/τεκνία» του ο Ιωάννης, με πνεύμα όντως πατρικό (5,16-17): «Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση. Πάσα αδικία αμαρτία εστίν· και έστιν αμαρτία ου προς θάνατον».

Και στην επίσημη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας:

«Αν, λοιπόν, δει κανείς τον αδερφό του να διαπράττει αμαρτία που δεν οδηγεί στον θάνατο, να παρακαλέσει τον Θεό, κι ο Θεός θα δώσει στον αδερφό τη ζωή. Αυτό το λέω για όσους διαπράττουν αμαρτίες που δεν οδηγούν στον θάνατο. Γιατί υπάρχει και αμαρτία που οδηγεί στον θάνατο. Δε λέω να παρακαλέσει για κείνη. Κάθε άδικη πράξη είναι αμαρτία· υπάρχουν όμως αμαρτίες που δεν οδηγούν στον θάνατο».[1]

Πότε μια αμαρτία γίνεται θανάσιμη; Όταν «αποτελεστεί», λέει ο αδελφόθεος Ιάκωβος στη δική του επιστολή προς «τις δώδεκα φυλές». Όταν συντελεστεί δηλαδή, όταν φύγει από το πεδίο της σκέψης («θα τον σκοτώσω») και της γλώσσας («θα σε σκοτώσω ρε») και πραγματοποιηθεί: «τον σκότωσα». Τα σχετικά χωρία (1,13-15), στη μετάφρασή τους (σ. 457):

«Κανένας απ’ αυτούς που μπαίνουν σε πειρασμό να μη λέει: “Ο Θεός με βάζει σε πειρασμό”. Γιατί ο Θεός ούτε μπαίνει σε πειρασμό από το κακό ούτε βάζει σε πειρασμό κανέναν. Καθένας μπαίνει σε πειρασμό από τη δική του επιθυμία. Αυτή τον παρασύρει και τον εξαπατάει· έπειτα η αμαρτία αυτή συλλαμβάνει το κακό και γεννάει την αμαρτία· κι η αμαρτία, όταν ολοκληρωθεί, φέρνει το θάνατο» (όπου θάνατος η πλήρης ρήξη των σχέσεων του αμαρτήσαντος με τον Θεό).

Και στην ελληνιστική κοινή: «Είτα η επιθυμία συλλαβούσα τίκτει αμαρτίαν, η δε αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον».  

Ένας από τους πρώτους προσδιορισμούς των αμαρτημάτων απαντά στην Προς Γαλάτας επιστολή του αποστόλου Παύλου (5.19-21), που θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε και Λένιν του χριστιανισμού:

«Φανερά δε έστι τα έργα της σαρκός, άτινά εστι μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθραι, έρεις, ζήλοι, θυμοί, εριθείαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κώμοι και τα όμοια τούτοις».

Και επισήμως μεταφρασμένο (σ. 378), μια και τα περίφημα «γλωσσικά γονίδια», που υποτίθεται ότι μας ψιθυρίζουν την αυτόματη μετάφρασή τους στο ψυχικό αυτί μας, μόνο οι ελληνοκάπηλοι τα εμπιστεύονται:

«Είναι ολοφάνερο ποια είναι τα αμαρτωλά έργα: Είναι η μοιχεία, η πορνεία, η ηθική ακαθαρσία, η αισχρότητα, η ειδωλολατρία, η μαγεία, οι έχθρες, οι φιλονικείες, οι ζήλιες, οι θυμοί, οι διαπληκτισμοί, οι διχόνοιες, τα σχίσματα, οι φθόνοι, οι μέθες, οι ασωτίες και τα παρόμοια».

Σε άλλη επιστολή του, την Προς Ρωμαίους (1.28-31), ο Παύλος καταχερίζει λεκτικά όσους ποιούν «τα μη καθήκοντα», τα ανάρμοστα, οδηγημένοι από τη μωρία τους, τον «αδόκιμον νουν» τους. Απευθείας στη μετάφραση (σ. 300):

«Είναι γεμάτοι από κάθε είδους αδικία, πορνεία, πονηρία, πλεονεξία, κακία. Είναι γεμάτοι φθόνο, φόνο, φιλονικία, απάτη και κακοήθεια. Κακολογούν και κατηγορούν ο ένας τον άλλο, μισούν το Θεό, είναι κακοποιοί, υπερήφανοι, αλαζόνες, σκέφτονται μόνο πώς θα βλάψουν τους άλλους, είναι ανυπάκουοι στους γονείς τους. Άνθρωποι χωρίς σύνεση, δεν κρατούν τον λόγο τους, δεν έχουν στοργή, διαλλακτικότητα και έλεος».

Η τρίτη γεωγράφηση των κριμάτων από τον Παύλο εντοπίζεται στην Α΄ Προς Κορινθίους επιστολή του (5,9-10, σ. 334): «Μην έχετε αυταπάτες· στη βασιλεία του Θεού δε θα έχουν θέση ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτρες ούτε μοιχοί ούτε θηλυπρεπείς ούτε αρσενοκοίτες ούτε κλέφτες ούτε πλεονέκτες ούτε μέθυσοι ούτε υβριστές ούτε άρπαγες». Ιδιαίτερη εδώ η έγνοια για τα σεξουαλικά ανομήματα,[2] σταθερά παρούσα πάντως η πλεονεξία ως σοβαρότατο αμάρτημα.

Τον 4ο αιώνα πια, ο μοναχός Ευάγριος ο Ποντικός (Ίβηρα Πόντου, 345 ή 347 – Αίγυπτος, 399 μ.Χ.), στην προς Ανατόλιον επιστολή του, με τον τίτλο Περί των οκτώ λογισμών (Patrologia Graeca, 40, 1972 κ.ε.), τιθασεύει το «πλήθος των ανομημάτων», αριθμώντας τα οχτώ βαρύτερα. Ορισμένα από αυτά, σημειωτέον, δεν τα είχε κατονομάσει ο Παύλος, λόγου χάρη τη γαστριμαργία, τη λύπη και την ακηδία. Παραθέτω από την Ελληνική Πατρολογία που απάρτισε ο Ζακ Πωλ Μιν:

«Οκτώ εισιν πάντες οι γενικώτατοι λογισμοί, εν οις περιέχεται πας λογισμός. Πρώτος ο της γαστριμαργίας, και μετ’ αυτόν ο της πορνείας· τρίτος ο της φιλαργυρίας· τέταρτος ο της λύπης· πέμπτος ο της οργής· έκτος ο της ακηδίας· έβδομος ο της κενοδοξίας· όγδοος ο της υπερηφανείας. Τούτους πάντας παρενοχλείν μεν τη ψυχή, ή μη παρενοχλείν, των ουκ εφ’ ημίν εστι· το δε χρονίζειν αυτούς, ή μη χρονίζειν, ή πάθη κινείν, ή μη κινείν, των εφ’ ημίν εστιν».

Δεν είναι του χεριού μας και του μυαλού μας, λέει ο Ευάγριος, η παρενόχλησή μας από πονηρούς λογισμούς. Οι δαίμονες θα τρυπώσουν οπωσδήποτε στο μυαλό μας, αφού ο κόσμος όλος, ο επίγειος, είναι του Σατανά. Του χεριού μας, ιδού η ελεύθερη βούληση, είναι να τους πολεμήσουμε· να μην τους αφήσουμε να μας παρακινήσουν στο κακό και να εγκαταστήσουν μέσα μας ακλόνητο και ισόβιο βασίλειο.

Ποια νοσήματα ταλανίζουν τον φιλάργυρο; Ο Ευάγριος προειδοποιεί: «Η φιλαργυρία, γήρας μακρόν υποβάλλει, και προς εργασίαν αδυναμίαν χειρών, λιμούς τε εσομένους, και νόσους συμβησομένας, και τα της πενίας πικρά, και ως επονείδιστον το παρ’ ετέρων λαμβάνειν τα προς την χρείαν».

Η φιλαργυρία λοιπόν. Λατινιστί avaritia, σύμφωνα με τη μετάφραση που συμπαρατίθεται στην Πατρολογία. Η οποία avaritia, κατά το Λεξικόν λατινοελληνικόν του Στέφανου Κουμανούδη, σημαίνει και πλεονεξία, απληστία, αισχροκέρδεια. «Graeci avari laudis», «οι Έλληνες φιλοτιμότατοι ερασταί δόξης», καταγράφει ο Κουμανούδης, στο λήμμα avarus, τη γνώμη του Τάκιτου.

«Φιλαργυρία πάντων εστί ρίζα των κακών» συμπεραίνει στον δικό του Περί των οκτώ πνευμάτων της πονηρίας (κατά)λογο ο όσιος Νείλος ο Ασκητής ή ο Σιναϊτης (Άγκυρα Μικράς Ασίας 390 – περ. 430 μ.Χ.), μισόν αιώνα μεταγενέστερος του Ευάγριου. Ο Νείλος, πρόδρομος του ησυχασμού, επαναλαμβάνει τον κατάλογο του Ευάγριου, απλώς θέτει τη λύπη πριν από την οργή, απευθύνεται δε πρωτίστως στους μοναχούς. Πιθανότατα γνώριζε (ή υπέθετε βασίμως) ότι ανάμεσα στους χριστιανούς που πυκνοκατοίκησαν τον 4ο αιώνα μ.Χ. τις ερήμους της Αιγύπτου και της Ιουδαίας σπάνιζαν οι σθεναροί άγιοι Αντώνιοι. Ήταν άλλωστε τόσο διευρυμένο το κίνημα του αναχωρητικού μοναχισμού ώστε να ηχεί εύλογη και δικαιωμένη η ειρωνεία με την οποία το αντιμετώπισε ο «τελευταίος εθνικός ποιητής», ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, που έζησε στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Το σχετικό επίγραμμά του (Παλατινή Ανθολογία,  ΙΑ΄ 384):

            Ει μοναχοί, τι τοσοίδε; τοσοίδε δε, πώς πάλι μούνοι;

            ω πληθύς μοναχών ψευσαμένη μονάδα.

            Μεταφράζω:

Eφόσον μοναχοί, πώς τόσοι; Kαι μόνοι πώς, εφόσον τόσοι;

A, ναι, των μοναχών το πλήθος, που κατάντησε απάτη τη μονάδα.

Από τα οχτώ αμαρτήματα κατεβήκαμε στα εφτά το 590 μ.Χ., όταν ο Πάπας Γρηγόριος ο Α΄, ο αποκληθείς Μέγας (540-604), που από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τιμάται ως άγιος, από δε την Ανατολική Ορθόδοξη ως όσιος, συγχώνευσε σε ένα τα αμαρτήματα της λύπης και της ακηδίας, για να γεννηθεί έτσι η οκνηρία, και αντικατέστησε την υπερηφάνεια με τη ζηλοφθονία. Προέκυψε ως εκ τούτου μια επτάδα κριμάτων (ανέκαθεν σαγηνευτικός ο αριθμός επτά, και στη λαϊκή και στη λόγια σκέψη), που σφράγισε τον βίο αλλά και την τέχνη των Δυτικών. Σημάδεψε τη ζωγραφική, τη γλυπτική και την ποίησή τους, αλλά και τη σχέση τους με την Εκκλησία, αν όχι και με τον Θεό: τα εμπορικής κοπής «συχωροχάρτια» και η εξομολόγηση προς απόσβεση ακόμα και βαθύτατων ηθικών ρύπων απέβησαν επιχείρηση ποικιλότροπα επικερδής και ενίσχυσαν το τύποις μεταφυσικό πλην κοσμικότατο κράτος της θρησκείας.

Στο «Καθαρτήριο» της Θεία Κωμωδίας του Δάντη, ο ποιητής-αφηγητής, ο Δάντης δηλαδή, και ο πατέρας και οδηγός του στον Άλλο Κόσμο, ο Βιργίλιος, γεωγραφούν κύκλο τον κύκλο το Όρος των Παθών και των Παθημάτων: αλαζονεία – ζηλοφθονία – οργή – οκνηρία – απληστία – λαιμαργία – λαγνεία. Η ιδέα περί της αμαρτωλής επτάδας καθιερώνεται τελσίδικα.

Σταδιακά οι εφτά θανάσιμες αμαρτίες απέκτησαν τον συνοδό δαίμονά τους: η αλαζονεία τον Αζαζήλ, η ζηλοφθονία τον Λεβιάθαν, η οργή τον Σατανά, η οκνηρία τον Βηλφεγώρ, η απληστία τον Μαμμωνά, η λαιμαργία τον Βεελζεβούλ και η λαγνεία τον Ασμοδαίο.

Απέκτησαν επίσης, διά της αλληγορικής ζωγραφικής κυρίως, τη συμβολική παρέα τους, ένα ζώο ο καθείς. Η αλαζονεία τον κόκορα, η ζηλοφθονία το φίδι, η οργή το λιοντάρι, η οκνηρία το σαλιγκάρι, η απληστία (ή πλεονεξία) τον βάτραχο, η λαιμαργία το γουρούνι και η λαγνεία τη γίδα.

Απέκτησαν, τέλος, τους αντιπάλους τους, τις Εφτά Αρετές που «εξασφαλίζουν τον παράδεισο»: ταπεινότητα, ελεημοσύνη, σωφροσύνη, νηστεία, αγάπη, μακροθυμία, προσευχή. Εφτά ή δεκαεφτά οι αρετές, και οι συναφείς εντολές, τις είχε ήδη συνοψίσει ο Ιησούς σε μία και μόνη, που την καταπατούμε πολύ πιο εύκολα κι απ’ ό,τι την απομνημονεύουμε: «αγαπάτε αλλήλους».

Σε μία και μόνη θα μπορούσε να συνοψιστούν και οι αμαρτίες: στην απληστία. Σαν αχόρταγος έρωτας για τον εαυτό μας, η πλεονεξία είναι ανθρωποφαγικός έρωτας της εξουσίας και του χρήματος. Οδηγεί έτσι αναπόφευκτα σε όλες τις υπόλοιπες αμαρτίες, όσες εμπεριέχουν ο γρηγοριανός κατάλογος και ο παλαιοδιαθηκικός δεκάλογος, αλλά και όσες δεν εμπεριέχουν. Είναι μια γεννήτρια κακίας. Μια ψυχική αρρώστια που το αψευδέστερο πορτρέτο της μάς το παραδίδει ο Δάντης ήδη στο Πρώτο Τραγούδι της «Κόλασης» και της Θείας Κωμωδίας: μια λύκαινα απληστόκορη, σύμβολο της ηθικής εξαχρείωσης:

            Τέτοιο στριμμένο, αψό το φυσικό της,

            που δεν χορταίνει αυτή ποτέ τον πόθο·

            σα φάει, πεινάει χειρότερα από πρώτας![3]

Επιστροφή στον Παύλο. Αυτή τη φορά με οδηγό το Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, έναν εξαιρετικό διάκονο αναζητήσεων. Παραθέτω από το λήμμα Αμαρτία, και ειδικότερα από το υποκεφάλαιο «Η θεολογία της αμαρτίας σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο»:

«Στην ηθική του Παύλου, η αμαρτωλή πράξη δεν κατέχει λιγότερο σημαντική θέση από ό,τι στους Συνοπτικούς, όπως δείχνουν οι κατάλογοι αμαρτιών, που απαντούμε τόσο συχνά στις επιστολές του: 1 Κορ 5,10 εξ· 6,9 εξ· 2 Κορ 12,20· Γαλ 5,19-21· Ρωμ 1,29-31· Κολ 3,5-8· Εφ 5,3· 1 Τιμ 1,9· Τιτ 3,3· 2 Τιμ 3,2-5. Όλες αυτές οι αμαρτίες αποκλείουν τον άνθρωπο από τη Βασιλεία του Θεού, όπως ρητά το λέει μερικές φορές (1 Κορ 6,9· Γαλ 5,21). Παρατηρείται ακριβώς, όπως στους καταλόγους της ΠΔ, μία συσχέτιση ανάμεσα στις σεξουαλικές ακαταστασίες, στην ειδωλολατρία και στην κοινωνική αδικία (βλ. Ρωμ 1,21-32 και τους καταλόγους των 1 Κορ, Γαλ, Κολ, Εφ). Ακόμη πρέπει να υπογραμμίσουμε τη βαρύτητα που αποδίδει ο Παύλος στην “πλεονεξία”, στο αμάρτημα αυτό που συνίσταται στην επιθυμία “να κατέχει κανείς ολοένα και περισσότερα”, κακία που οι αρχαίοι Λατίνοι ονόμαζαν avaritia και που μοιάζει πολύ μ’ αυτό που ο Δεκάλογος (Εξ 20,17) απαγόρευε με το “ουκ επιθυμήσεις” (βλ. Ρωμ 7,7). Ο Παύλος δεν αρκείται στη συσχέτιση της αμαρτίας αυτής με την ειδωλολατρία, αλλά τις συνταυτίζει: “την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία” (Κολ 3,5· βλ. Εφ 5,5)».[4]

Και λίγες αράδες από το λήμμα πλεονεξία:

«Η ελληνική λέξη πλεονεξία (από το πλέον έχειν) στους Ο΄ και την ΚΔ δηλώνει τη δίψα να κατέχει κανείς όλο και περισσότερα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τους άλλους, και μάλιστα σε βάρος τους. Η πλεονεξία συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την απληστία, διαστροφή της επιθυμίας, αλλά φαίνεται να τονίζει ορισμένα στοιχεία της: είναι μια βίαιη και σχεδόν παράφορη απληστία (Εφ 4,19), ειδικά αντίθετη στην αγάπη για τον πλησίον, ιδίως για τους φτωχούς, και που αποβλέπει πρώτιστα στα υλικά αγαθά, στα πλούτη, στο χρήμα.

»Όπως οι Έλληνες φιλόσοφοι, η Βίβλος περιγράφει τα κακά που προκαλεί η πλεονεξία, προχωρεί όμως ώς τη θρησκευτική ουσία της πλεονεξίας, και, για να την κρίνει, τοποθετείται σ’ ένα ύψος απρόσιτο για την ειδωλολατρική σκέψη: η πλεονεξία όχι μόνο πληγώνει τον πλησίον, αλλά, προσβάλλοντας το Θεό της Διαθήκης, αποτελεί πραγματική ειδωλολατρία. […]

»Ενώ ο Γιαχβέ προστάζει: “ουκ αποστέρξεις την καρδίαν σου” (Δτ 15,7), ο πλεονέκτης είναι ένας μοχθηρός με ανάλγητη καρδιά (Σειρ 14,8 εξ), ο οποίος φέρεται άσπλαχνα (27,1). Αιχμάλωτοι στο δικό τους συμφέρον οι πλεονέκτες ηγέτες, “ως λύκοι αρπάζοντες αρπάγματα”, προσφεύγουν ακόμη και στη βία, για να αυξήσουν τα κέρδη τους  […] και να διατρανώσουν τη θέλησή τους για καταδυνάστευση (Ιεζ 22,27). […]

»Ο Παύλος πάλι, έχοντας υπόψη του πιθανώς τη διήγηση της Γενέσεως, ανάγει στην ίδια εντολή [“ουκ επιθυμήσεις”] όλο τον νόμο (Ρωμ 7,7) και συνοψίζει όλες τις αμαρτίες της γενεάς της ερήμου (1 Κορ 10,6) στην απληστία».[5]

Και η γενιά της ερήμωσης, η δική μας, σε ποιαν άλλη θεά θρησκεύει παρά στην Απληστία; Οι αλλεπάλληλες γενιές μάλλον, αυτές που ερήμωσαν τον πλανήτη, καταξοδεύοντας και μολύνοντας τα νερά του, ρυπαίνοντας τον αέρα του, απομυζαίνοντας τα έγκατά του, εξοντώνοντας με τη μέθοδο του εκπολιτισμού ή και του εκχριστιανισμού δεκάδες και δεκάδες λαούς, που η «αντιπροοδευτική» ολιγάρκειά τους αρμονιζόταν σοφά με τη φύση, και αφανίζοντας αναρίθμητα από τα υπόλοιπα πλάσματα που τον μοιράζονταν κάποτε, πετούμενα, ερπετά και υδρόβια;

«Άπληστον γαρ έχουσι κακοί νόον» στιχουργούσε το πασίδηλο ο Θέογνις από τα Μέγαρα, στις Ελεγείες του, τον 5ο αιώνα π.Χ. Άπληστο μυαλό και χαλασμένη ψυχή.


[1] Η Καινή Διαθήκη, το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, Βιβλική Εταιρία, Αθήνα  1989, σ. 484. Οι επόμενες παραπομπές γίνονται εντός του κειμένου.

[2] Η εξήγηση έχει δοθεί λίγο πριν (5,1, σ. 333): «Κυκλοφορεί η φήμη ότι παρουσιάστηκαν ανάμεσά σας περιπτώσεις πορνείας, και μάλιστα τέτοιου είδους που δεν τη συναντάει κανείς ούτε στους ειδωλολάτρες, να συζεί δηλαδή κάποιος με τη μητριά του».

[3] Δάντης, Η Θεία Κωμωδία, μετάφραση Νίκος Καζαντζάκης, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1974, σ. 4, στ. 97-99.

[4]  Xavier Léon-Dufour κ.ά., Λεξικό βιβλικής θεολογίας, μεταφρασμένο από τα Γαλλικά με την εποπτεία των Σάββα Αγουρίδη, Σταύρου Βαρτανιάν και Γεωργίου Γρατσέα, Γαβριήλ Μαραγκού, Γεωργίου Ρηγόπουλου, Σεβαστιανού Φρέρη, Καίτης Χιωτέλλη, «Βιβλικό Κέντρο “Άρτος Ζωής”», Αθήνα 1980,  σ. 66.

[5] Στο ίδιο, σ. 816.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή