Σωτήρης Γκορίτσας

«Σαράντα χρόνια αυτοσχεδιάζω»

Αγάπησα τον κινηματογράφο από τις ταινίες που έβλεπα πιτσιρικάς στα θερινά «Πλανήτης» και «Βιολέτα» στη Βούλα. Δεν ήξερα τότε τη λέξη «σκηνοθέτης», ήταν απλά ο τελευταίος από τους τίτλους που ανυπομονούσα να τελειώσουν και να αρχίσει επιτέλους «το έργο». Ηθοποιούς θαύμαζα, όχι σκηνοθέτες, Ντελόν, Μπελμοντό, Πήτερ Σέλλερς, Λουί Ντε Φινές, Μπριζίτ Μπαρντό. Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι τα «έργα» εκείνα κάποιος τα είχε ενορχηστρώσει. Αφότου το κατάλαβα, το πρώτο σοκ από σκηνοθέτη ήταν στο «Στούντιο» στην Πλατεία Αμερικής όταν είδα τη Ρόμα του Φεντερίκο Φελίνι. Έκατσα και την είδα ξανά δεύτερη φορά και μετά περπάτησα μες στη νύχτα δέκα χιλιόμετρα με τις εικόνες της να με πλημμυρίζουν. Από τότε πολλοί ακόμα σκηνοθέτες συντήρησαν τον αρχικό εκείνο έρωτα…

Οι πρώτες ελληνικές ταινίες που είδα, με κάτι ναύτες να χορεύουν σε ταράτσες, με απώθησαν. Ο μοναδικός λόγος που τις έβλεπα ήταν για «μάτι» στη Μάρθα Καραγιάννη με το μαγιό ή τη Ζωή Λάσκαρη στο αναμορφωτήριο. Αργότερα εκτίμησα Ορέστη Μακρή, Βασιλειάδου, Φωτόπουλο, Σταυρίδη και τους λοιπούς. Η αντίστοιχη πάντως με τη Ρόμα πρώτη ελληνική ταινία που με συγκλόνισε –χωρίς να καταλάβω τον λόγο– ήταν η Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού. Εντυπωσιάστηκα ακόμη, όπως όλοι τότε από τον Θίασο του Θ. Αγγελόπουλου, νομίζω όμως ότι ήταν κυρίως για πολιτικούς λόγους της εποχής εκείνης, όχι κινηματογραφικούς. Πιο άνετα ένιωθα με άλλες ελληνικές ταινίες, όπως, Το προξενιό της Άννας ή το Χάππυ Νταίη του Παντελή Βούλγαρη. Όμως η ταινία που πραγματικά αγαπώ, ζηλεύω και χαίρομαι βλέποντάς την ξανά και ξανά είναι το Ας περιμένουν οι γυναίκες του Σταύρου Τσιώλη. Και ευτυχώς πρόλαβα να του το πω πριν μας αφήσει…

Δεν είναι μια η ταινία που αποτυπώνει παγκόσμια το πνεύμα του 21ου αιώνα. Τέτοιοι γιγαντιαίοι στόχοι συνήθως οδηγούν σε πομπώδη ναυάγια. Νομίζω ότι ο αιώνας μας αποτυπώνεται από ένα κολάζ ταινιών. Από διαφορετικές χώρες και διαφορετικού ύφους. Από τους αδελφούς Νταρντέν ως τις Ασιάτικες ταινίες, από τον Κεν Λόουτς ως τον Γούντυ Άλλεν και από το Δανέζικο έως το Ρουμάνικο σινεμά όλοι βάζουν την πινελιά τους στον παγκόσμιο πίνακα…

Οι άνθρωποι είναι που πάντα με ενδιέφεραν, όχι τόσο το φως, ο τόπος, η φύση. Για αυτούς και τις ιστορίες τους ασχολήθηκα με τον κινηματογράφο και με αυτούς είναι το στοίχημά μου. Αν δηλαδή θα καταφέρω να φωτίσω κάτι λίγο βαθύτερο μέσα τους, ακόμα και αν οι ίδιοι το αγνοούν. Αν θα βοηθήσω στο να απαλλαγούμε από τα κλισέ που έχουμε για τους εαυτούς μας. Μοιάζει με διαδικασία ψυχανάλυσης, αλλά ειδικά σήμερα επείγει βλέποντας τι τέρατα γεννά η κοινωνία μας. Όχι, δεν αγνοώ την ιστορία, τη γλώσσα, την πολιτική, προσπαθώ να τα πάω λίγο παρακάτω για να φτάσω πιο κοντά σε σκοτάδια αλλά και μεγαλεία που κουβαλά η ψυχή μας…

Δεν έχω μάθει σινεμά, σαράντα χρόνια αυτοσχεδιάζω. Παλεύω κάθε φορά να φέρω βόλτα ιδέες, αγάπες, ανθρώπους, χρήματα, τεχνολογία και κάτι ψιλά για να πω αυτό που θέλω. Και να μη χάσω μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα κατασκευής μιας ταινίας το πρωταρχικό μου εκείνο συναίσθημα, όταν είπα «αυτό θέλω να το κάνω ταινία». Αυτός είναι πάντα ο οδηγός μου. Και επειδή η πορεία είναι γεμάτη παγίδες, κάποιες μάλιστα άθελά μου τις βάζω ο ίδιος στον εαυτό μου, υπάρχουν ευτυχώς κοντινοί μου άνθρωποι που με συνεφέρνουν υπενθυμίζοντάς μου τον λόγο για τον οποίο ξεκίνησα την ταινία. Τότε ηρεμώ. Προσωρινά βέβαια…

Ούτε ξέρω αν έχω κινηματογραφική ταυτότητα, δηλαδή αν κάποιος δει μια σκηνή να καταλάβει ότι είναι από δική μου ταινία. Θα προτιμούσα να μην έχω. Να ξεγελαστεί δηλαδή και να νομίσει ότι βλέπει Μπέργκμαν ή έστω Γούντυ Άλλεν. Πού τέτοια τύχη όμως. Η αλήθεια πάντως είναι ότι κανείς δεν αποχωρίζεται εύκολα τη μανιέρα του. Αυτό δηλαδή που με κόπο απέκτησε. Τότε όμως η μανιέρα αυτή, η «ταυτότητα» που λέμε, ίσως να είναι και το καμπανάκι για να την αποχωριστείς.

Η έναρξη κάθε ταινίας είναι πάντα ένας άνθρωπος, ένας χαρακτήρας. Κάποιος που τα διλήμματα και οι αντιφάσεις του με ενδιαφέρουν, δεν τον βαριέμαι, κάποιος που θα μπορούσα ακόμα και να κάνουμε παρέα. Είναι πολλά τα τρία μίνιμουμ χρόνια που παίρνει στη χώρα μας η πραγματοποίηση μια ταινίας, για να τα περάσω με έναν –«μαλάκα» ήρωα ήθελα να πω, αλλά θα μας κυνηγήσουν οι correct– ας πω «αδιάφορο χαρακτήρα» να ’μαι και «πολιτικά ορθός». Ιστορίες θαύμαζα μικρός, ιστορίες διάβαζα μεγαλύτερος, ιστορίες αφηγούμαι σήμερα σε παρέες. Όταν λοιπόν σε σχολή κινηματογράφου στην Αγγλία άκουσα επιτέλους ότι σκοπός του σινεμά είναι «to tell a story» αυτό ήταν! Αποενοχοποιήθηκα πλήρως και απαλλάχτηκα από το βάρος που με είχαν φορτώσει Έλληνες κριτικοί, περιοδικά και σινεφίλ αναλύσεις στη χώρα μας, ότι για να κάνεις μια ταινία θα πρέπει περίπου να είσαι ένας συνδυασμός φιλόσοφου, κοινωνιολόγου, ψυχαναλυτή, ποιητή. Και εννοείται πάνω από όλα «Αριστερός» και «Προοδευτικός». Όχι ότι σήμερα έχουμε απομακρυνθεί πολύ από τέτοια γελοία καλούπια.

Ο πρώτος θεατής που με απασχολεί είναι ο εαυτός μου. Αν δηλαδή το πλάνο, η σκηνή, ο ηθοποιός, ο διάλογος που έχω γράψει θα μου άρεσε σε μια άγνωστή μου ταινία. Ο δεύτερος θεατής είναι οι λίγοι φίλοι που εκτιμώ τη γνώμη τους. Εάν αρέσει σε εκείνους και σε μένα, τότε σίγουρα υπάρχουν και άλλοι, ασχέτως πόσοι. Κατά τη δημιουργία της ταινίας δεν με απασχολεί κανείς άλλος. Ούτε το «πλατύ» κοινό, ούτε οι βραβεύοντες, οι επιτροπές, τα φεστιβάλ, οι σινεφίλ ή κάποιο διεθνές κοινό. Ο εαυτός μου και οι άνθρωποι που εκτιμώ είναι οι θεατές που έχω στο νου μου…

Με τις «οραματικές» ταινίες, όπως και με τα περισσότερα «οράματα», συνήθως πλήττω. Πριν από τον αρχιτέκτονα της πολυκατοικίας που έχει όραμά του π.χ. την «πράσινη ανάπτυξη», με ενδιαφέρει περισσότερο αν ο υδραυλικός ξέρει τη δουλειά του ώστε να μη στάζουν οι βρύσες…

Εκτός από την πάγια έλλειψή μας στο σενάριο, η μεγαλύτερη αδυναμία αλλά και συγχρόνως δύναμη του ελληνικού κινηματογράφου είναι ότι είναι εντελώς, μα εντελώς ελληνικός. Μπορείς δηλαδή μέσα του να διακρίνεις και τις κακοδαιμονίες αλλά και τα καλά που μας χαρακτηρίζουν. Από τις πρόσφατες εμπορικές επιτυχίες με ρετρό πάντα θέματα που αρέσουν σε κάθε συντηρητική κοινωνία έως τους ανατρεπτικούς αντιπάλους αυτού του σινεμά, οι οποίοι νιώθουν «ανατροπή» το να έχουν αδύναμο σενάριο, να γέρνει η κάμερα ή να κινείται σαν παρτσακλό ή κάποιες φορές να παραμένει ακίνητη σαν ο καμεραμάν να έπαθε εγκεφαλικό. Όλα εκεί είναι, σε αυτό που λέμε ελληνικό σινεμά. Μεγάλη δύναμή του, ότι εξακολουθεί και υπάρχει.

Το πάγιο δίλημμα του ελληνικού σινεμά ήταν περισσότερο «κράτος ή ιδιώτες;» Οι μεν συνδικαλιστές –για τους ευνόητους και σεβαστούς λόγους σίτισης– ζητούσαν πάντα «περισσότερο κράτος». Οι δε ιδιώτες παραγωγοί –για τους ίδιους πάλι λόγους– περισσότερα «κίνητρα». Έχω υπάρξει και με τις δυο πλευρές, καμία τους όμως δεν απαντά στο βασικό δίλημμα: αν δηλαδή η ταινία θα στοχεύει σε φεστιβάλ και διεθνή «μπράβο» ή στο ελληνικό «κοινό», δηλαδή το ταμείο, με «πιασάρικο» θέμα που υπαγορεύει η εκάστοτε εγχώρια μόδα. Παρότι μου λένε ότι κάτι κατάφερα και στις δυο αυτές ερήμους, παραμένουν αμφότερες Σκύλα και Χάρυβδη για εμένα. Το ζητούμενό μου τόσα χρόνια είναι η «μεσαία» ταινία, όπως λέγαμε κάποτε οι συμπαθείς «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», τότε που προσπαθήσαμε να απαλλαγούμε και απ’ τα δύο και αποτύχαμε βέβαια, όπως αποτυγχάνει καθετί «μεσαίο» σε αυτή τη χώρα. Μια πιο ριζοσπαστική λύση –όπως έγινε στη Δανία το ’90– θα ήταν να κλείσει για ένα διάστημα το «μαγαζί»! Τα χρήματα να πάνε όλα στο να οργανωθεί εξαρχής ο κινηματογράφος μας με διαφορετικά κίνητρα σε παραγωγούς, σεναριογράφους, σκηνοθέτες, ηθοποιούς και διανομή. Και να ελπίσουμε ότι σε δέκα χρόνια θα συμβεί και σε εμάς το θαύμα του σημερινού Δανέζικου κινηματογράφου όπου μια χώρα έξι εκατομμυρίων σαρώνει σε φεστιβάλ, αίθουσες, πλατφόρμες. Θυμηθείτε όμως «τα κάγκελα της ΕΡΤ» και φανταστείτε την αντίδραση όλων των ομοτέχνων μου σε μια τέτοια πρόταση…

Τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο «διεθνοποιημένος ελληνικός κινηματογράφος»; Αν εννοούμε ότι έχουμε γίνει ένα ωραιότατο και φτηνό πλατώ ξένων παραγωγών ή ότι δημιουργείται επιπλέον εισόδημα σε τεχνικούς, ξενοδοχεία, εστιατόρια, μεταφορείς, κομμώσεις κ.λπ., ή ότι η διαφήμιση της χώρας θα φέρει και άλλο τουριστικό εισόδημα, τότε μάλιστα, είμαστε «εντελώς διεθνοποιημένοι» και μπράβο μας. Μόνο που αυτή η «διεθνοποίηση» δεν απαντά στο διαζύγιο των Ελλήνων από την αξιόλογη Ελληνική ταινία. Δεν εννοώ τις ταινίες-μνημόσυνα που σπεύδει και αγκαλιάζει η βαθιά συντηρητική κοινωνία του «υπαρκτού σουρεαλισμού». Εννοώ εκείνες τις ταινίες που με ελάχιστα συνήθως μέσα προσπαθούν να μιλήσουν γι’ αυτό που συμβαίνει στη σύγχρονη ζωή μας. Τίποτα διαφορετικό δηλαδή από αυτό που κάνουν όλες οι ξένες κινηματογραφίες. Η δική μας σύγχρονη ζωή έχει παραχωρηθεί στις καρικατούρες ζωής που βλέπουμε στα ελληνικά σήριαλ. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί να νομίζουν ότι αυτή είναι η ζωή τους αφού «το είπε η τηλεόραση». Αλλά από την άλλη και το λεγόμενο weird cinema, Θεός σχωρέσ’ το, μου φάνηκε εξαρχής πολύ αφελής πόζα που είχε ανάγκη εκκεντρικό περιτύλιγμα. Πόζα, την οποία ως συνήθως αλλοδαποί αποθέωσαν ως άλλη μια «ελληνική ιδιαιτερότητα» και εμείς δεχτήκαμε. Παρότι κάτι αντίστοιχες «ιδιαιτερότητες» τις πληρώσαμε με χρεοκοπία, παραμένουμε αδούλωτοι και πάντα έτοιμοι να τις επαναλάβουμε…

Δεν διακρίνω νέες αφηγηματικές ή αισθητικές τάσεις σε Ευρώπη ή Ελλάδα, διακρίνω το διαχρονικό δίλημμα αν τον πρώτο λόγο έχει το σενάριο ή η σκηνοθεσία. Και ευτυχώς βλέπω κάποιους δημιουργούς να καταφέρνουν να τα ισορροπούν εξαιρετικά. Αυτές είναι οι ταινίες που με ενδιαφέρουν. Στην πρωτοπόρα χώρα μας βέβαια τα τελευταία πενήντα χρόνια πρωτεύει πάντα η σκηνοθεσία, σκηνοθέτες γνωρίζουμε, γνωρίζετε εσείς κάποιον σεναριογράφο; Δυστυχώς δεν ευτυχήσαμε να έχουμε π.χ. έναν Πωλ Λάβερτυ στο σενάριο με έναν Κεν Λόουτς στη σκηνοθεσία. Ίσως κάποιο ρόλο παίζει το ότι ποτέ δεν αποκτήσαμε «σχολή» σεναρίου…

Οι πλατφόρμες και οι ξένες σειρές τους κυριαρχούνται προς το παρόν από, ας το πω κομψά, «σκουπίδια». Όμως οι λίγες που ξεχωρίζουν είναι επιτεύγματα που με αφήνουν άφωνο από τον συνδυασμό που πετυχαίνουν μεταξύ σεναρίου, ηθοποιών και παραγωγής. Για αυτό και όλοι συζητάμε για τη «σειρά» και τους ηθοποιούς της, όχι για τον σκηνοθέτη της. Μου θυμίζει τον κινηματογράφο που έλεγα στην αρχή ότι αγάπησα μικρός, τότε που αγνοούσα αν πίσω από την ταινία ήταν ο Τζων Φορντ, ο Χάουαρντ Χωκς, ο Νίκολας Ρέη ή ο Φριτς Λανγκ. Έτσι κι αλλιώς, η καλή σκηνοθεσία πάντα θα είναι «αόρατη» στον θεατή. Ο κινηματογράφος σίγουρα έχει να χάσει από τις πλατφόρμες. Οδεύει νομίζω στη μικρή αίθουσα για σινεφίλ και φεστιβαλικές ταινίες. Και σύντομα θα αντιμετωπίσει ό,τι αυτό σημαίνει οικονομικά. Με τη σημερινή του δηλαδή μορφή, το μέλλον του δεν μου φαίνεται πολύ ευοίωνο…

Μου είναι αδύνατον να προβλέψω εάν τον 21ο αιώνα ο κινηματογράφος θα παραμείνει εν ζωή όπως τον γνωρίσαμε, «ρεαλιστικός», «μαγικός», «φαντασίας» κ.λπ. Ίσως προκύψουν νέα είδη. Ακόμα και για πιθανότητα διάδρασης –«interaction» που λένε– μεταξύ οθόνης και κοινού άκουσα. Ίσως έτσι αποδειχτεί και προφητικός ο Γούντυ Άλλεν όπου στις Ημέρες Ραδιοφώνου, αν θυμάμαι καλά, ο ήρωας ζωντάνευε και κατέβαινε από την οθόνη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα βρεθούν οι νέες εκείνες φόρμες που θα εξυπηρετούν τη μόνιμη ανάγκη μας να βγούμε από το σπίτι και να μοιραστούμε με άγνωστους ένα κοινό θέαμα, ένα κοινό βίωμα…

Τα επόμενα χρόνια θα ήθελα παράλληλα με τις πλατφόρμες, κυρίως οι νέοι, να έχουν και ένα μάτι στραμμένο στην ελληνική ταινία που ασχολείται με το σήμερα. Και η ταινία να έχει με τη σειρά της τα μάτια της στραμμένα στη σύγχρονη ζωή μας. Χωρίς βέβαια να μας βγάζει τα μάτια…

Κύλιση στην κορυφή