Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Καρολίνα Μέρμηγκα

Σαρξ εκ της σαρκός

«Το σύμπαν θα αλλάξει αλλά εγώ όχι,
σκέφτηκα με μελαγχολική ματαιοδοξία».
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το Άλεφ».

Δεν ξέρω γιατί κατά καιρούς ανοίγω και ξαναδιαβάζω το «Άλεφ» του Μπόρχες. Ή μάλλον ξέρω: γιατί κάθε φορά είναι σαν να το διαβάζω για πρώτη φορά· σαν να διαβάζω κάτι άλλο. Αυτό οφείλεται στο ότι μέσα στις ελάχιστες σελίδες του βρίσκονται πολλά, πάρα πολλά διηγήματα και μυθιστορήματα αλλά και στο ότι, όπως όλα τα αριστουργήματα, λειτουργεί ως μια μικρή άμεση απάντηση σε κατά καιρούς τελείως διαφορετικά ερωτήματα. Το Άλεφ είναι, θυμίζω, «ένα από τα σημεία του διαστήματος που περιέχει όλα τα σημεία (…). Όπου συνευρίσκονται, χωρίς να συγχέονται, όλα τα μέρη του σύμπαντος ειδωμένα από όλες τις πλευρές του». Μπορεί συνεπώς να είναι η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα –και στο ερώτημα τού αν έχουν νόημα τα ερωτήματα. Ο αφηγητής του διηγήματος καταφέρνει μια μέρα, κάτω από τη σκάλα ενός υπογείου, να το δει: να δει τον κόσμο όλο, σε παρόν και μέλλον. Πώς να το περιγράψει κανείς, αναρωτιέται ο Μπόρχες, αφού «κάθε γλώσσα είναι ένα αλφάβητο συμβόλων των οποίων η χρήση προϋποθέτει ένα παρελθόν που οι συνομιλητές μοιράζονται;» Και πώς να μεταδόσεις σε άλλους το απέραντο, άπειρο Άλεφ; Πώς να εξηγήσεις «μάτια κοντινά κι ατέλειωτα που κοιτιούνται μέσα μου όπως σαν μέσα από έναν καθρέφτη;»

Ένας τρόπος, είναι να το ονομάσεις «τεχνητή νοημοσύνη». Είναι ένας όρος σαν όλους τους άλλους, εξυπηρετικός στον βαθμό που χρησιμεύει για μια πρώτη συνεννόηση μεταξύ μας. Μάτια κοντινά κι ατέλειωτα μιας νοημοσύνης που κοιτιέται μέσα μας ως καθρέφτης αφού δική μας είναι, από εμάς προέρχεται κι εμάς αντανακλά –κι εμάς ξεπερνά. Γιατί είναι μέρος της φύσης μας, να ξεπερνάμε τον εαυτό μας. Να φτιάχνουμε κάτι και μετά να το βλέπουμε να μας προσπερνά και να φεύγει μακριά, προς ένα μέλλον που θα διαφεντεύει χωρίς εμείς να ξέρουμε ούτε αν θα το καταλαβαίνουμε ούτε αν θα το ελέγχουμε. Οι ανθρώπινες επινοήσεις εξαρτώνται από τον τρόπο χρήσης τους από τους εμπνευστές-δημιουργούς της –εμάς. Κι εμείς, οι απλοί «εμείς», πώς θα ελέγξουμε την καλή ή καλή χρήση τους (π.χ. της ατομικής βόμβας ή των αντιβιοτικών, της κλωνοποίησης ή του 3D) και κατά συνέπεια την ευεργετική ή ολέθρια επίδρασή τους στο μέλλον μας; Εφευρέθηκαν για καλό ή για κακό; Μάλλον, απλώς εφευρέθηκαν. Γιατί το ανθρώπινο μυαλό έχει κι αυτό το γνώρισμα: σκάβει μέσα από τα λαγούμια της θνητής του ύπαρξης τυφλά και προς όλες τις κατευθύνσεις, με άγνωστο προορισμό και ασαφές (ή αδιάφορο) ηθικό πρόταγμα. Σκάβει, σκάβει, είτε για καλό είτε για κακό. Σαν την παροιμία του σκορπιού με τον βάτραχο, είναι στη φύση μας.

            «Θεωρώ την τεχνητή νοημοσύνη ως την πιο βαθυστόχαστη τεχνολογία πάνω στην οποία εργάστηκε ποτέ η ανθρωπότητα», είπε ο 50χρονος CEO της Google και της θυγατρικής της Alphabet, Σούνταρ Πιτσάι, στην εκπομπή «60 minutes» του CBS, στα μέσα Απριλίου. Και ο δημοσιογράφος της εκπομπής, Scott Pelley, στον οποίο έγινε επίδειξη κάποιων δυνατοτήτων αυτής της τεχνολογίας, δήλωσε εμβρόντητος: «Είχα την αίσθηση ότι συναντούσα μια νοημοσύνη που ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι μπορεί να υπάρξει. Μια νοημοσύνη που είμαι σίγουρος ότι ποτέ δεν θα καταλάβω. Μια αλληλεπίδραση με κάτι που, κάπως, αντικατοπτρίζει όλη την ανθρωπότητα.»

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι τόσο τεχνητή όσο το τηλέφωνο, το ίντερνετ, ο γάμος, οι εκλογές και οι φόροι, το μπότοξ και τα μοχίτο. Απολύτως ανθρώπινη. Πώς να οραματιστούμε ένα μέλλον με αυτήν; Πώς να οραματιστούμε ένα μέλλον χωρίς αυτήν; Σαρξ εκ της σαρκός, καθρέφτες μέσα σε καθρέφτες μέσα στις ανθρώπινες ματιές μας. Ιστορίες μέσα σε ιστορίες μέσα από τις ανθρώπινες μνήμες μας που καθρεφτίστηκαν μεταξύ τους έτσι ώστε να γίνει μια μνήμη, συλλογική κι απύθμενη. Και μετά, όπως πάντα, η μνήμη γίνεται μέλλον, γιατί δεν υπάρχει μέλλον που να μην την εμπεριέχει. Μια λίμνη απύθμενη το μέλλον μας λοιπόν, μέσα στην οποία δεν θα πατώνουμε: θα κολυμπήσουμε ή θα βυθιστούμε; Κι είτε γίνει το ένα είτε το άλλο, καθώς θα παίρνουμε καινούργιες ανάσες ή θα χανόμαστε στα βάθη της, θα ξέρουμε να αναγνωρίσουμε ότι επιπλέουμε ή πνιγόμαστε στα δικά μας υλικά;

Το «Άλεφ», όπως είπα, μπορεί να δώσει μια μικρή απάντηση στα πιο περίεργα ερωτήματα. Ο Μπόρχες ήξερε να βλέπει τον κόσμο και σε 3D, ήξερε τις κρυμμένες πτυχώσεις και κουφόπιετες της Ιστορίας, το παρελθόν και τα πλοκάμια του στο μέλλον. Ήξερε ότι κάποια μέρα θα μπορούμε να κοιτάμε ένα σημείο που θα περιέχει όλα τα σημεία μας –θα μπορούμε δηλαδή να κοιτάμε τον εαυτό μας. Με δέος, με τρόμο, με ελπίδα, με θάρρος; Με ό,τι θα έχουμε καταφέρει να δαμάσουμε, τις ήττες και τους θριάμβους μας. Και τελικά είναι απλό: κάθε καθρέφτης, ένα μόνο πράγμα ξέρει να κάνει.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή