Οι τοίχοι του δωματίου ήταν λευκοί, το ίδιο κι οι μακριές κουρτίνες που ακουμπούσαν κάτω στο πάτωμα, το ίδιο και το φως που έμπαινε λοξά. Ακουγόταν μόνο ο ήχος του ανεμιστήρα, μα αν οι τοίχοι ήταν σκαρί, οι κουρτίνες πανιά κι αν οι ανταύγειες του ήλιου φύκια, αυτός ο ήχος ίσως και να ήταν η θάλασσα. Η αναπνοή του δεν ακουγόταν, δεν ακουγόταν καθόλου, κι έτσι κι η ίδια προσπαθούσε να κρατάει τη δική της, όχι μόνο για να μην τον ξυπνήσει, αλλά και για να μη διακόψει αυτό, δεν μπορούσε να το περιγράψει ακριβώς, δεν μπορούσε να το περιγράψει καθόλου, αυτό που απλώς συνέβαινε. Και πρώτα απ’ όλα το ότι είχε κοιμηθεί ολόκληρη τη νύχτα χωρίς διακοπή, χωρίς να νιώθει να τη γδέρνουν τα σεντόνια και να την πιέζουν τα μαξιλάρια και να τη στενεύει το σώμα της, είχε κοιμηθεί μια ολόκληρη νύχτα όπως κοιμούνται τα παιδιά, χωρίς αγωνία. Άπλωσε τα πόδια της μπροστά και λύγισε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι, το ταβάνι ήταν κι εκείνο λευκό κι η λάμπα που κρεμόταν γυμνή σαν φεγγάρι. Δεν θυμόταν αν είχαν ανάψει το φως, αν το έσβησαν μετά, δεν ήξερε τι ώρα ήταν, δεν ήξερε τι μέρα, πόσος καιρός στ’ αλήθεια είχε περάσει.
«Σε πεινάω», της είπε, κι ύστερα το μόνο που θυμόταν ήταν τα χείλη του να την ρουφούν και παντού ζουμιά, όπως πετάγονται από το στόμα στην πρώτη λαίμαργη δαγκωνιά φέτας καρπούζι και πιτσιλούν τα μάτια και τρέχουν στα μάγουλα και κυλούν στο πηγούνι και κολλούν στον λαιμό, στη σχισμή στο στήθος, στη σχισμή ανάμεσα στους μηρούς, στα δάχτυλα. Ένιωσε χαμηλά στην κοιλιά της να ξετυλίγεται ένα γουργουρητό κι έφερε γρήγορα το χέρι της εκεί, πιέζοντας το. Γύρισε το βλέμμα και τον κοίταξε, κοιμόταν ανάσκελα, σχεδόν δεν ανέπνεε, το σχήμα του έμοιαζε να αντανακλά το δικό της. Ήξερε πως θα μπορούσε να λιώσει μέσα στα χείλη του, να διαλυθεί, το άτομό της να διασπαστεί για πάντα στα σωματίδιά του. Μια παρατεταμένη εκπνοή σύρθηκε έξω από το στόμα της και την τρόμαξε, κι αμέσως μετά κι άλλες, κοφτές, απανωτές, από τη μύτη, αυτά δεν είναι αστεία πράγματα. Σηκώθηκε ακροπατώντας, μάζεψε τα ρούχα της, πήγε στο μπάνιο, έριξε επάνω της νερό, ντύθηκε. Έκλεισε την πόρτα σιγανά.
Στο αυτοκίνητο έβαλε ραδιόφωνο, στη Λευκωσία διαπραγματεύσεις, στην Αθήνα απεργίες, στο Παρίσι συγκρούσεις, η θερμοκρασία ψηλή, ο κίνδυνος για πυρκαγιές πολύ μεγάλος. Σταμάτησε στο βενζινάδικο, της καθάρισαν το παρμπρίζ από τις κουτσουλιές, στο φανάρι πήρε λαχνούς για οικονομική στήριξη κάποιας οργάνωσης, πέρασε από τον φούρνο για γάλα και κράκερ. Κίνηση ήδη, κόρνες, φρεναρίσματα, ελιγμοί από μηχανάκια. Στο γραφείο την περίμενε μια στοίβα φάκελοι, στο σπίτι δυο στοίβες άπλυτα, στο κομοδίνο αδιάβαστα βιβλία. Έξω από το παράθυρο περνούσαν σχισμένες γιγαντοαφίσες, βρώμικα πεζοδρόμια, διαλυμένες στάσεις λεωφορείων, κουρασμένοι άνθρωποι, πια ανέπνεε κανονικά. Ήταν επιτέλους σίγουρη πως καμιά θάλασσα δεν συνέβαινε, καμιά θάλασσα μέσα στη μέση της πόλης, όλα ήταν ξανά υπό έλεγχο. Όλα, εκτός από μια σουβλιά βαθιά στο στομάχι, πιο μέσα από το στομάχι, –τι υπάρχει πιο μέσα από το στομάχι;– μια σουβλιά που τη μοίραζε. Πεινούσε.
/λαιμαργία + λαγνεία

