Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Ούρσουλα Φωσκόλου

Συναντήσεις με το Αλλόκοτο

1

Στάλες ιδρώτα κυλούν από το μέτωπο και φτάνουν μέχρι την κοιλιά μου, που είναι μεγάλη και σε περιέχει. Ξαπλώνω και φαντάζομαι ότι μέσα της φωλιάζει η δροσιά, εκείνος ο φρέσκος αέρας που ακούγεται από μακριά και δυναμώνει, μα ποτέ δεν έρχεται. Μέσα σε τούτη τη δερμάτινη γυάλα φωλιάζει μια δόση θάλασσα, κάθε τόσο τα κύματά της σκάνε στα τοιχώματά μου. Μια εδώ, την άλλη εκεί, πολλές φορές ένα πελώριο κύμα σηκώνεται μέσα μου και με ζαλίζει, με σπρώχνει στο πάτωμα. Τώρα, καργιόλα, θα καθίσεις.

Το Αλλόκοτο, που όλα τα ξέρει, με περιμένει υπομειδιώντας να σηκώσω τα μάτια. Σίχαμα, ψιθυρίζω. Εσύ τα κάνεις όλα αυτά;

2

Από τον μάρσιπο του σκοταδιού ξεπροβάλλει το κεφάλι του Αλλόκοτου. Βλέπω το ασπράδι των ματιών του και στο κέντρο δυο πυρακτωμένα κάρβουνα. Σηκώνομαι με κόπο και κάθομαι στα πόδια του κρεβατιού. Ένα φως αχνό μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο, σμήνη κουνουπιών γραπωμένα από τις σήτες περιμένουν την πρώτη ευκαιρία να εφορμήσουν στη σάρκα μου. Στη φτερωτή του ανεμιστήρα έχουν σκαλώσει τρίχες. Με κάθε ρεύμα χλιαρού αέρα φτάνει ως τ’ αφτιά μου και μια μικρή απόκοσμη κραυγή. Έλα, πλησίασε. Δεν σε φοβάμαι. Παραμερίζοντας το σκοτάδι σαν κουρτίνα, το Αλλόκοτο μού αποκαλύπτεται. Έχει ντυθεί το σώμα της πρώτης μου δασκάλας. Φοράει φούστα κι εμπριμέ πουκάμισο με βάτες. Κάθεται σε μια καρέκλα από φορμάικα. Κάτι κρύβει στον κόρφο της. Έλα, λοιπόν. Τι περιμένεις; Ανοίγει τα μπράτσα και μου δείχνει. Ένα νεογέννητο τυφλό κουνέλι τρέμει μέσα στις χούφτες της.

3

Είναι κάποιες μέρες τώρα που τα μεσημέρια αποκοιμιέμαι στον καναπέ. Με την τηλεόραση να παίζει, αφού έχω φάει λαίμαργα, όρθια στην κουζίνα, πολλές φορές μπροστά στο ανοιχτό ψυγείο τυρί και φέτες ζαμπόν γαλοπούλας, κάθομαι κι ούτε που το καταλαβαίνω πώς, αλλά βυθίζομαι. Κλείνουν τα μάτια μου και το κεφάλι πέφτει στο πλάι ή μπροστά. Κάτι με πιάνει απ’ τις μασχάλες σαν μωρό και με αφαιρεί από το κορμί μου. Επιστρέφω πια όταν αρχίζει να σουρουπώνει. Η τηλεόραση έχει κλείσει και μια πορτοκαλιά ανταύγεια από τον ήλιο που δύει καθρεφτίζεται στο σκονισμένο της γυαλί. Αν κοιτάξω πιο προσεκτικά, το βλέπω. Το Αλλόκοτο είναι εκεί και περιμένει. Σε λίγα λεπτά, όταν η θάλασσα θα έχει καταπιεί και το τελευταίο φως, όταν κι οι τελευταίοι θερμοσίφωνες σκοτεινιάσουν, θα μου φανερωθεί στο μεγαλείο του.

4

Πάνω από το κρεβάτι κρέμεται μια φωτογραφία: ο παππούς, μ’ένα σκεπάρνι στο χέρι, ποζάρει γονατιστός μπροστά από τούτο εδώ το σπίτι. Χώμα στα παπούτσια και στο παντελόνι του, δίπλα του ξεριζωμένα χόρτα. Στο βάθος, από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας, το κεφάλι της γιαγιάς. Όποτε μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα το βλέμμα μου πέφτει εκεί. Είναι καλοκαίρι. Η φαλάκρα του παππού γυαλίζει από τον ιδρώτα, οι μπαλκονόπορτες ορθάνοιχτες. Ο τόπος γύρω ακόμα πράσινος. Δυο λεμονιές, μια αγγελική, κάτι άλλοι θάμνοι. Ένα πελώριο κυπαρίσσι λογχίζει τον ουρανό. Τίποτα δεν υπάρχει πια, εκτός απ’ το τσιμέντο και τη ζέστη. Και το Αλλόκοτο, που αν μισοκλείσω τα μάτια, φαίνεται εκεί μέσα, σαν μια θολούρα του φακού, σαν την κηλίδα από καμμένο φιλμ.

⸙⸙⸙

[Απόσπασμα ευρύτερης, ανολοκλήρωτης προς το παρόν, σύνθεσης.]

Κύλιση στην κορυφή