Ζαχαρίας Μαυροειδής

Συνοδοιπόροι

Η δημιουργία μιας κινηματογραφικής ταινίας στην Ελλάδα σήμερα είναι μια διαδικασία που απλώνεται σε βάθος χρόνου. Με εξαίρεση μετρημένες εμπορικές παραγωγές που χρηματοδοτούνται από ιδιωτικά κεφάλαια και diy ταινίες που γίνονται με ελάχιστους πόρους, η μέση ελληνική ταινία χρειάζεται τουλάχιστον μία πενταετία πριν συναντήσει το κοινό της.

Το σενάριο του Ξεναγού, της diy πρώτης ταινίας μου, γεννήθηκε το φθινόπωρο του 2007, σ’ ένα λεωφορείο καθ’ οδόν για τα δυτικά προάστια, διαβάζοντας ένα δοκίμιο περί αρχιτεκτονικής και κινηματογράφου. Η ταινία έκανε πρεμιέρα τρία χρόνια αργότερα. Η ιδέα του Απόστρατου με βρήκε το 2013 βλέποντας μια θεατρική παράσταση με θέμα την ελληνική μετανάστευση στη Γερμανία και βγήκε στις αίθουσες το 2020. Το καλοκαίρι της Κάρμεν γεννήθηκε –καθόλου τυχαία– σε μια παραλία της Αττικής το καλοκαίρι του 2017, για να κάνει πρεμιέρα το 2023.

Η ίδια η παραγωγή της ταινίας δεν διαρκεί παρά λίγους μήνες, τα δε γυρίσματα κατά μέσο όρο 5 με 7 βδομάδες. Όλος ο υπόλοιπος χρόνος αφορά αιτήσεις για χρηματοδότηση και αναμονή απαντήσεων. Και εντωμεταξύ εμπνέεσαι νέες ιστορίες που ελπίζεις να υλοποιήσεις κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν και αν ολοκληρώσεις την τρέχουσα ταινία. Γιατί, αν μη τι άλλο, το να σκέφτεσαι ένα νέο σενάριο είναι κάτι δημιουργικό. Και κάπως έτσι συσσωρεύονται οι ιδέες σε ηλεκτρονικά αρχεία και σημειωματάρια, φερέλπιδες συνοδοιπόροι εφεξής.

Η έμπνευση μιας ιδέας μοιάζει, εκ πρώτης, με δημιουργικό κεραυνό εν αιθρία. Στην πραγματικότητα όμως αυτές οι στιγμές επιφοίτησης είναι εξωστρεφείς εκλάμψεις μιας, κατά τ’ άλλα, μακρόπνοης και σε μεγάλο βαθμό ακούσιας εσωτερικής διεργασίας.

Η παράσταση κατά τη διάρκεια της οποίας εμπνεύστηκα τον Απόστρατο λεγόταν Τηλέμαχος, should I stay or should I go. Ένας από τους χαρακτήρες αφηγούνταν πώς μετά από παρατεταμένη περίοδο ανεργίας αποφάσισε να μετακομίσει στη Γερμανία. Ένα σχόλιο για τη συνθήκη της ανεργίας χτύπησε νεύρο μέσα μου: το μεγαλύτερο ζόρι δεν ήταν η ανέχεια αλλά η σταδιακή αλλοίωση του κοινωνικού του κύκλου καθώς, όπως υποστήριζε, κάθε άνεργος νομοτελειακά καταλήγει να συναναστρέφεται με ανθρώπους που βιώνουν αντίστοιχο αδιέξοδο.

Ξεκίνησα το γράψιμο και πολύ σύντομα ξεδιπλώθηκε η ιστορία ενός τριαντάρη εντερπρενέρ που επιστρέφει χρεωκοπημένος στο πατρικό του αναζητώντας τρόπο να κάνει νέα αρχή στη ζωή του. Πέρασαν μήνες συγγραφής πριν συνειδητοποιήσω ότι ο Απόστρατος είχε «κλέψει» αμέτρητα δραματουργικά στοιχεία από ένα παλαιότερο σενάριό μου για έναν άνδρα που επιστρέφει ηττημένος στη γενέτειρά του και εκεί ξανασμίγει με παλιούς φίλους, εξίσου ή περισσότερο αποτυχημένους από αυτόν. Αυτό ήταν το νεύρο που χτύπησε η θεατρική παράσταση: το λησμονημένο σενάριο με τον παράδοξο τίτλο «Η μικρή επανάσταση του Συμεών Κομποθέκλα», το οποίο καραδοκούσε για μια δεύτερη ευκαιρία για πάνω από έξι χρόνια, ταξιδεύοντας με τα υπόγεια ρεύματα της ακούσιας εσωτερικής διεργασίας που αναφέρω παραπάνω.

Αυτή η διεργασία δεν αφορά στενά την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά το ταξίδι της ζωής εν γένει. Στο δοκίμιο του Η κρίση της Αφήγησης (Εκδόσεις Opera, 2025), ο Κορεάτης φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν υποστηρίζει ότι οι αφηγήσεις δημιουργούν μαγικές σχέσεις συνάφειας που βρίσκονται πέραν της αιτιότητας. Επεκτείνοντας τον λόγο της Σούζαν Σόνταγκ, τις βαφτίζει «μορφές περάτωσης». Η αρχή και το τέλος που επιβάλουν στο ρευστό και αχανές βίωμα της ζωής, η κλειστότητα που τις χαρακτηρίζει, τις καθιστά παυσίπονο απέναντι στην υπαρξιακή αγωνία για νόημα. Υπό αυτή την έννοια, οι ιδέες συνεχίζουν να ταξιδεύουν μαζί μας εφόσον διατηρούν την ικανότητά τους να νοηματοδοτούν τα βιώματά μας.

Σε μια πρόσφατη «ανασκαφή» στα αρχεία του υπολογιστή μου αποφάσισα να διατρέξω τον φάκελο «stock house» όπου φυλάω ιδέες που έμειναν στο ράφι. Κάποιες τις θυμόμουν αμυδρά. Άλλες όμως δεν μου θύμιζαν απολύτως τίποτα. Σενάρια με ανεπτυγμένους χαρακτήρες και πλοκή και έκταση πολλών σελίδων που είχαν καταποντιστεί στην άβυσσο της λήθης. Αναρωτιέμαι αν κάποια μελλοντική ιδέα θα μπορούσε να νεκραναστήσει και αυτές τις ιδέες, όπως συνέβη με την περιπέτεια του Συμεών Κομποθέκλα.

Στον αντίποδα, υπάρχει μία ιστορία που με συντροφεύει καρτερικά στο μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου. Είναι η ιστορία δύο αγοριών και ενός κοριτσιού που μεγάλωσαν στην ίδια πολυκατοικία, βιώνοντας ένα αδιέξοδο ερωτικό τρίγωνο στην εφηβεία τους.

Ξεκίνησα να τη γράφω το 2006 ως τηλεοπτική σειρά με τον τίτλο Ύστερα. Υπήρχε μάλιστα η πρόθεση το ομώνυμο τραγούδι της αγαπημένης Μαρινέλλας να παίζει στους τίτλους αρχής. Ο τίτλος προέκυψε από τη χρονική τοποθέτηση της ιστορίας στο εγγύς μέλλον, συγκεκριμένα στο 2025, όταν οι τρεις, ενήλικες πια, ήρωες ξαναενώνουν τις ζωές τους με αφορμή τον θάνατο ενός οικείου τους. Σύντομα ήρθε η ιδέα του Ξεναγού να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μου για τουλάχιστον τρία χρόνια. Το ίδιο συνέβη και με όσα έργα ακολούθησαν. Παρ’ όλ’ αυτά, σε κάθε «μαύρη τρύπα» από ταινία σε ταινία επέστρεφα στην ιστορία των τριών παιδιών για να την πάω ένα βήμα παρακάτω.

Η πρώτη σημαντική αλλαγή ήταν η μετατροπή της σειράς σε ταινία. Μετά έφυγε το μελλοντολογικό στοιχείο και η δράση μεταφέρθηκε στο Βερολίνο των αρχών της δεκαετίας του 2010. Κατόπιν η δράση διανθίστηκε με μικρά flash back στην εφηβεία των τριών ηρώων στην Αθήνα τη δεκαετία του ʼ90, ύστερα αυτά τα flash back γίνανε κανονικές σκηνές που καταλάμβαναν το μισό πρώτο μέρος της ταινίας με το δεύτερο μισό να παραμένει στο Βερολίνο του 2012 για να καταλήξει –μέχρι νεωτέρας– σε μια ιστορία που τιτλοφορείται «1999» και διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου το τελευταίο καλοκαίρι της χιλιετίας, ακριβώς πάνω στην ενηλικίωση των τριών πρωταγωνιστών.

Παρά τις τόσες αλλαγές, παραμένει η ίδια ιδέα για δύο αγόρια και ένα κορίτσι που βασανίζονται από εφηβικούς πόθους στη σκιά του θανάτου ενός οικείου προσώπου. Είκοσι χρόνια από την αφετηρία αυτού του συγγραφικού μαραθώνιου, η ιστορία αυτή εξακολουθεί να με κινητοποιεί να την αφηγηθώ. Πιστή συνοδοιπόρος στην προσωπική μου διαδρομή, παραμένει ικανή να περατώσει υπαρξιακά ανοιχτά μέτωπα και να προσφέρει νέες απαντήσεις σε διαχρονικά ερωτήματα.

Κύλιση στην κορυφή