Βασίλης Μαζωμένος

«Τα εις εαυτόν»

Θυμάμαι πότε ακριβώς αγάπησα τον κινηματογράφο. Τα Σαββατοκύριακα στο Σινεάκ της Πανεπιστημίου (εκεί όπου σήμερα στεγάζεται η παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου). Η θεία μου, η Φάνια, με πήγαινε ανελλιπώς να δω ταινίες του βωβού κινηματογράφου και μέχρι τα έντεκα είχα ήδη δει Τσάπλιν, Μπάστερ Κίτον, Χάρολντ Λόιντ, Χοντρό – Λιγνό. Μαγικά χρόνια. Ταυτόχρονα, ο θείος μου Λάκης Κομνηνός με είχε πάρει σε κάποια γυρίσματα μαζί του. Σε μία ταινία, μάλιστα, κάναμε Ανάσταση στο πλατό.

Από εκείνη την ηλικία αισθάνθηκα ότι οι ταινίες δεν είναι παραμύθια ή απλή αφήγηση ιστοριών, αλλά τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Στα εφηβικά μου χρόνια, χάρη στον νονό μου, διευθυντή της Ταινιοθήκης, τον Θόδωρο Αδαμόπουλο, ανακάλυψα τους μεγάλους δημιουργούς. Εκεί, στην Κανάρη 1 κάθε βράδυ. Ατέλειωτα βράδια. Και βγαίνοντας ένα από αυτά, στα δεκαέξι μου, από τον Καθρέφτη του Ταρκόφσκι, συνειδητοποίησα ότι κάποιες ταινίες και κάποιοι δημιουργοί δεν σε διασκεδάζουν, δεν σε καθησυχάζουν· σου αλλάζουν το βλέμμα. Σε αναγκάζουν να ξαναδείς την πραγματικότητα όχι όπως είναι, αλλά όπως πάλλεται κάτω από την επιφάνειά της.

Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι τα δεκαεννιά μου χρόνια αναζητούσα το χέρι που θα με έπαιρνε και θα με πήγαινε πιο πέρα. Μου το πρόσφερε απλόχερα ο μεγάλος πρωτοποριακός δημιουργός Κώστας Σφήκας. Τον γνώρισα τυχαία και για χρόνια δίπλα του δεν θήτευσα απλώς· άνοιξαν οι ορίζοντές μου. Ποίηση, λιτότητα, αφαίρεση: οι τρεις λέξεις-κλειδιά με τις οποίες ο αείμνηστος Σφήκας μου πιπίλιζε το μυαλό. Για δύο χρόνια μου κοκκίνιζε με το στυλό ένα σενάριο μικρού μήκους που προσπαθούσα να γράψω. Το διόρθωνε, το ξανακοκκίνιζε και στο τέλος το έσκιζε. Εγώ έκλαιγα, πείσμωνα και ξαναπροσπαθούσα. Όχι για να με αποθαρρύνει, αλλά για να το κάνω καλύτερα.

Κατά τη διάρκεια αυτών των πρώτων χρόνων μύησης συνάντησα το σινεμά του Κούνδουρου, του Δαμιανού, του Κανελλόπουλου, του Κώστα Μανουσάκη. Εκεί όπου αισθάνθηκα ότι για μένα δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από τον κινηματογράφο ως πνευματική και ιστορική έκφραση ήταν το έργο του Αγγελόπουλου, μέχρι και τον Μεγαλέξανδρο. Μετά, δεν νιώθω ότι το σινεμά του με συγκινεί παρά μόνο αποσπασματικά. Αυτές όμως οι πρώτες ταινίες του είναι αριστουργήματα.

Συναντώντας τον Σφήκα, τον Τορνέ, τον Δαμιανό (από τα παιδικά μου χρόνια στην Εύβοια), τον Θέο, τον Παναγιωτόπουλο, τον Κούνδουρο, τον Τσιώλη (που ήταν θείος μου), τον Παπαστάθη, τον Βαφέα, τον Βακαλόπουλο και άλλους, πήρα την απόφαση να γίνω σκηνοθέτης, να δημιουργήσω το δικό μου ύφος: εμπνεόμενος από τους μεγάλους και ρισκάροντας να συντριβώ, πέφτοντας κατακέφαλα.

Έτσι δεν έμαθα σινεμά μέσα από σχολές με τη στενή έννοια. Θήτευσα ως βοηθός ή ως παρατηρητής δίπλα σε αυτούς τους σπουδαίους καλλιτέχνες, ρουφώντας κάθε γνώση που προέκυπτε στο πλατό ή στο μοντάζ. Γυρίσματα, μελέτη βιβλίων και ταινιών, μέχρι εξάντλησης.

Εκεί συνειδητοποίησα ότι η κινηματογραφική ταυτότητα δεν βρίσκεται· χτίζεται αργά, συχνά κόντρα στις επιταγές της αγοράς, των μοδών ή της ευκολίας. Το σινεμά είναι μαραθώνιος και όχι αγώνας ταχύτητας. Το έμαθα δοκιμάζοντας, αποτυγχάνοντας, επιμένοντας. Μαθαίνοντας να εμπιστεύομαι την εικόνα περισσότερο από την εξήγηση. Άφηνα τον χρόνο να λειτουργεί μέσα στο πλάνο. Αποδεχόμουν τη σιωπή ως δραματουργικό εργαλείο και όχι ως έλλειμμα.

Οι ιστορίες που με απασχολούν, από τα πρώτα μου βήματα, δεν ξεκινούν ποτέ από την πλοκή. Ξεκινούν από ένα ερώτημα: υπαρξιακό, ιστορικό, πολιτικό. Από μια εικόνα που επιμένει. Από έναν άνθρωπο που κουβαλά κάτι άρρητο. Ο κινηματογράφος, για μένα, δεν είναι απάντηση αλλά διαδικασία αναζήτησης. Αν μια ταινία εξηγεί τα πάντα, κάτι έχει χαθεί. Το προφανές έχει κάτι το βίαιο· είναι σαν να σου πετά ο άλλος στο πρόσωπο την αφιλτράριστη σκέψη του.

Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει ξεχωριστά ταλέντα και συνεχίζει να γεννά νεότερους δημιουργούς. Το ζήτημα που δεν μπορώ να μην αποτυπώσω είναι ότι, ενώ τεχνικά και αισθητικά έχουν γίνει άλματα προόδου, σε αρκετές περιπτώσεις το πνευματικό διακύβευμα δεν φαίνεται να ακολουθεί στον ίδιο βαθμό. Πολλοί νεότεροι μοιάζουν παγιδευμένοι στην επιδίωξη μιας θέσης στη βιομηχανία του θεάματος, παρά στον αστερισμό των Δημιουργών.

Κάτι τέτοιο, βέβαια, συμβαίνει και στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Πόσοι ακολουθούν πραγματικά τους δασκάλους που μας «γέννησαν»; Ελάχιστοι. Ένας από αυτούς είναι ο μαθητής του μακαρίτη Μπέλα Ταρ, Λάζλο Νέμες, ο οποίος το 2015 μας πρόσφερε τον Γιο του Σαούλ. Είναι σπάνιες οι φορές που στον κινηματογράφο φόρμα και περιεχόμενο είναι αδιαίρετα. Για αυτή την ταινία, η λέξη «αριστούργημα» είναι ακριβής.

Τέτοια ταύτιση φόρμας και περιεχομένου είχα να νιώσω από το Πέρσι στο Μάριενμπαντ του Αλέν Ρενέ, την ταινία που μου «άλλαξε τα μυαλά».

Ο παγκόσμιος κινηματογράφος που με διαμόρφωσε δεν ήταν ποτέ γεωγραφία, αλλά στάση. Δεν με ενδιέφεραν οι «σχολές» ούτε οι εθνικές ταμπέλες, αλλά εκείνες οι ταινίες, από όπου κι αν προέρχονταν, στις οποίες η φόρμα δεν υπηρετούσε την αφήγηση, αλλά την ύπαρξη ως εμπειρία. Ταινίες που δεν εξηγούσαν τον κόσμο, αλλά τον άφηναν να αναπνέει μέσα στο κάδρο.

Επέλεξα να δημιουργήσω στην Ελλάδα. Όχι από ήττα τυχόν φιλοδοξιών, αλλά από συνειδητή επιλογή. Ο ίδιος ο τόπος, η γλώσσα και οι εν εξελίξει ανθρώπινες τραγωδίες ήταν οι κολόνες πάνω στις οποίες στήριξα το κινηματογραφικό μου οικοδόμημα. Γνώριζα εξαρχής ότι μεγάλωσα κινηματογραφικά σε μια χώρα όπου το φως δεν είναι απλώς φυσικό φαινόμενο, αλλά πολιτισμικό βάρος. Το ελληνικό φως δεν κολακεύει πάντα· συχνά απογυμνώνει. Ο τόπος, η φύση, τα βουνά, τα χωριά, τα εγκαταλελειμμένα τοπία κουβαλούν μνήμη. Και η μνήμη, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι πολιτική πράξη. Δεν υπάρχει εικόνα αθώα. Κάθε κάδρο κουβαλά ιστορία, γλώσσα, απουσία, ήττα, επιβίωση.

Πόση αγωνία νιώθει κανείς όταν σκέφτεται πως από μια έννοια πρέπει να γεννηθεί μια ιστορία. Και πόση ηδονή ταυτόχρονα, γνωρίζοντας ότι όπως οι φωνές του καθενός είναι διαφορετικές, έτσι και οι αφηγήσεις. Αλλοίμονο στα τυποποιημένα εγχειρίδια σεναρίου. Και στους «διορθωτές» που αλλοιώνουν και συσκοτίζουν αντί να αφαιρούν. Η δύναμη του νεανικού νου να γεννά δεν πρέπει να ευνουχίζεται, αλλά να πειθαρχεί. Τα εργαλεία τα μαθαίνεις. Το όραμα ή το έχεις ή όχι.

Ο ελληνικός κινηματογράφος σήμερα έχει μια μεγάλη δύναμη και μια μεγάλη αδυναμία. Η δύναμή του είναι ότι συνεχίζει να γεννά φωνές, παρά τις αντιξοότητες, τις ελλείψεις, την υποχρηματοδότηση. Η αδυναμία του, όμως, είναι ότι συχνά εγκλωβίζεται σε σχήματα που θεωρούνται «εξαγώγιμα». Άλλο πράγμα η διεθνοποίηση και άλλο η προσαρμογή σε μια προσδοκία ξένου βλέμματος. Το ερώτημα δεν είναι αν μας καταλαβαίνουν έξω, αλλά αν εμείς έχουμε κάτι αληθινό να πούμε.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βαπτισμένο από την Εσπερία «weird wave». Οι σύγχρονες αγορές πάντα αναζητούσαν άλλοθι για να αποδείξουν ότι δεν είναι ολοκληρωτικά εξαρτημένες από τις μεγάλες εταιρείες του θεάματος. Τέτοια υπήρξαν κατά καιρούς το σινεμά της Άπω Ανατολής, το ιρανικό, το ελληνικό. Αλλά ας μην παρασυρόμαστε. Συχνά είμαστε το γλυκό που σερβίρεται μετά το χορταστικό, σε ποσότητα, δείπνο. Αν μας καλέσουν σε αυτό.

Προσωπικά, εξακολουθώ να πιστεύω, ίσως δονκιχωτικά, σε έναν κινηματογράφο που δεν είναι αισθητικό ή τεχνικό τέχνασμα, αλλά στάση ζωής. Η πραγματικότητα, ειδικά η ελληνική, είναι ήδη φορτισμένη με μύθους και τραύματα. Το ζητούμενο είναι πώς θα την αφουγκραστείς χωρίς να τη φολκλοροποιήσεις.

Ο κινηματογράφος είναι επικοινωνία. Και η έννοια του «θεατή» μου είναι ολότελα απεχθής, καθώς με σπρώχνει σε κάτι παθητικό, συγγενές με την κατανάλωση. Εκείνος που διαβαίνει την αίθουσα με απασχολεί ως συνομιλητής. Γι’ αυτό για μένα δεν υπάρχει «κοινό». Υπάρχουν πολίτες που είναι διατεθειμένοι να αφεθούν. Άλλωστε η έννοια του κοινού μου θυμίζει την «κοινή γνώμη», μια κατασκευασμένη έννοια στα χέρια δημοσκόπων και opinion makers.

Αν μια ταινία είναι ειλικρινής, θα βρει τον δρόμο της. Όχι απαραίτητα μαζικά, αλλά ουσιαστικά. Γιατί ο κινηματογράφος, σήμερα όπως και πάντα, όταν δεν αφορά παραγγελίες, εκφράζει κυρίως ατομικά οράματα. Το συλλογικό προκύπτει εκ των υστέρων, όταν τα ατομικά βλέμματα συναντηθούν.

Γιατί, τελικά, ο κινηματογράφος δεν είναι προϊόν. Είναι μνήμη σε κίνηση.

Υ.Γ. Για μας

Αν κάτι θα ήθελα να έχει αλλάξει τα επόμενα χρόνια στο ελληνικό σινεμά, είναι η αυτοπεποίθησή του. Να μη φοβάται την ήττα, γιατί συχνά αυτή οδηγεί στην επίγνωση. Να μη ζητά διαρκώς άδεια να υπάρξει από θεσμούς, χρηματοδοτικούς μηχανισμούς και αγορές που λειτουργούν ως μηχανισμοί συμμόρφωσης. Γιατί ποιος έχει το δικαίωμα να γίνει νταβατζής ονείρων;

Η Πολιτεία, αν ήθελε πράγματι να στηρίξει τον κινηματογράφο, θα έπρεπε πρώτα να τον εμπιστευτεί. Όχι να τον διαχειρίζεται γραφειοκρατικά ή επικοινωνιακά, αλλά να τον αντιμετωπίζει ως πολιτισμικό κεφάλαιο μακράς πνοής. Ο κινηματογράφος δεν αποδίδει με όρους τετραμήνου ή δελτίου Τύπου. Θέλει χρόνο, συνέχεια, μνήμη.

Κύλιση στην κορυφή