Σου λέω, όμως, αγαπητέ φίλε μου, ότι ο μεγαλύτερος εχθρός
ενός κήπου δεν είναι ο λαγός, ούτε τα ζιζάνια, ούτε ακόμα και ο παγετός,
αλλά κάθε εξωτερικός επισκέπτης.
-Άντον Τσέχοφ, Ο Μαύρος Μοναχός
Στον Δημήτρη Λαμπρόπουλο
Α.
Το καλοκαίρι του 1814, ο Γκόρντον Πίμποντι πραγματοποίησε τελικά το ταξίδι στην Ελλάδα που είχε προγραμματίσει από καιρό. Διέσχισε τα στενά της Μάγχης, αποβιβαζόμενος στο Καλαί, ξόδεψε μερικές μέρες στο απρόσμενα ήσυχο Παρίσι, και από εκεί, περνώντας από τις Άλπεις σε ιταλικό έδαφος, κατέληξε στη Γαληνοτάτη, όπου και διέμεινε, στο palazzo της κόμισσας Αλφιέρι, συζύγου του ξαδέλφου του, Άλφρεντ Πίμποντι, για περίπου έναν μήνα, τον Ιούνιο του 1814. Μέσα σε εκείνο το διάστημα ο Γκόρντον συνέχισε τις μελέτες του στον Παυσανία, στη Γεωγραφική Ακαδημία της Βενετίας, και παράλληλα ξεναγήθηκε, τόσο στο Βένετο και τη Λομβαρδία (αυστροκρατούμενες περιοχές πλέον, έπειτα από τη διάλυση του ναπολεόντειου «Κράτους της Ιταλίας», που είχε θέσει για πάνω από δέκα χρόνια τη βόρεια Ιταλία υπό τον έλεγχο της Γαλλίας) όσο και νοτιότερα, στην επικράτεια του παπισμού υπό τον Πίο τον Έβδομο, ο οποίος είχε μόλις αποκατασταθεί ως θρησκευτικός και κοσμικός κυβερνήτης, μετά τη Συνθήκη των Παρισίων.
Φυσικά ο Γκόρντον δεν άνοιξε καθόλου την κουβέντα στα πολιτικά. Ήξερε ότι τόσο ο Άλφρεντ όσο και η κόμισσα ήταν φανατικοί αντι-ναπολεοντικοί, και ότι η πρόσφατη αποκατάσταση της παλαιάς τάξης πραγμάτων (μονάχα έναν μήνα μετρούσε), εκείνης που είχε διασαλευτεί εδώ και μια τριακονταετία περίπου με τον ξεσηκωμό των αστών της Γαλλίας, τους είχε κάνει να ξαναβρούν την από χρόνια χαμένη ηρεμία τους, την πίστη στους απαρασάλευτους κανόνες της ανθρωπότητας και της θεϊκής νομοτέλειας που έμοιαζαν να έχουν κλονιστεί ανεπανόρθωτα απ’ τον μικρόσωμο σατανά, τον σιχαμερό Βοναπάρτη. Περιπλανώμενοι, ο Γκόρντον και οι δυο τους, ανάμεσα στα μεγαλοπρεπή ερείπια του ρωμαϊκού μεγαλείου, στον καταπράσινο Παλατίνο λόφο και στην Αγορά, αφήνονταν στην ευεργετική ανάσα της άνοιξης και στην ευφρόσυνη εικόνα των ρωμαϊκών αξιοθέατων, που βρίσκονταν εκεί αμετακίνητα ήδη από δύο χιλιετίες.
«Όταν κοιτάζω ετούτες τις κολόνες,» είπε κάποια στιγμή ο Άλφρεντ, λαχανιασμένος από το βάρος των πενήντα του χρόνων, κρατώντας από το χέρι την κόμισσα, η οποία, ταλαιπωρούμενη απ’ τα κουνούπια, δεν έδειχνε να συμμερίζεται την αγάπη των Άγγλων για τις αρχαιότητες, «νιώθω ότι ο κόσμος μας είναι ασφαλής. Γιατί τι άλλο μπορεί να σκεφτεί κανείς, βλέποντας ότι τα μάρμαρα τούτα υπέστησαν τόσες επιδρομές, τόσες καταστροφές από βάρβαρους και ακαλαίσθητους επήλυδες, και ωστόσο, όχι μονάχα άντεξαν, αλλά εξακολουθούν να κομίζουν το φως τους στον κόσμο;»
Αυτά τα λόγια για κάποιον λόγο έκαναν εντύπωση στον Γκόρντον, και ήταν τα πρώτα σχεδόν που του ήρθαν στον νου, όταν, μερικές μέρες αργότερα, αποβιβαζόταν από το ατμόπλοιο «Sapienza» που εκτελούσε το δρομολόγιο Βενετία-Σμύρνη, στο παλαιό λιμάνι της Γλαρέντζας, εκείνο το ερειπωμένο απομεινάρι της Φραγκοκρατίας, απ’ το οποίο είχε αντλήσει (σύμφωνα με τον θρύλο) τον τίτλο του ο Δούκας του Κλάρενς. Με το που πάτησε το πόδι του σε ελληνικό έδαφος, ο Γκόρντον ένιωσε να αναζωογονείται. Καθισμένος πάνω στον ευμεγέθη, κόκκινο μπόγο με τα πράγματά του που είχε ακουμπήσει ο Αλβανός αχθοφόρος στην ερειπωμένη προβλήτα (βιβλία και σημειώσεις στο μεγαλύτερο μέρος τους), ρούφηξε τον ξερό, θερμό αέρα χαμογελώντας πλατιά. Ήτανε λες και ολόκληρη η ζωή του –όχι και τόσο μακρά, άλλωστε, καθώς δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τα εικοσιέξι– να τον προετοίμαζε γι’ αυτή τη στιγμή.
Από μικρό παιδί ονειρευόταν να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Απ’ όταν είχε πρωτοδιαβάσει την Ιλιάδα, στα δέκα του χρόνια, στην αρκετά βαριά και βλοσυρή μετάφραση του ποιητή Ουίλιαμ Κόουπερ, μολύνθηκε ανεπανόρθωτα απ’ το ελληνικό μικρόβιο. Το πνεύμα εκείνης της ζεστής νεραϊδοχώρας που ζούσε αέναα το αρχαίο της όνειρο, ευεργετικά απομονωμένη από τη σύγχρονη τεχνολογία και τις πολιτικές της προεκτάσεις, τον κατέκτησε απόλυτα, καθιστώντας τον κάτι σαν υπό προθεσμία αιχμάλωτο επί βρετανικού εδάφους, με στόχο την τελική επιστροφή του στο ομηρικό λίκνο. Έτσι, τα χρόνια που ακολούθησαν, εξελίχθηκε περίπου σε παιδί-θαύμα, τουλάχιστον για τα δεδομένα του βόρειου Γιορκσάιρ απ’ όπου καταγόταν, μαθαίνοντας αρχαία ελληνικά προτού να κλείσει καν τα δώδεκα χρόνια του, και στη συνέχεια διαβάζοντας ό,τι μπορούσε να βρει στις βιβλιοθήκες του αρχοντικού της οικογένειάς του, προτού μετακομίσει στην Οξφόρδη, εκεί όπου, πριν συμπληρώσει τα εικοσιτρία, κατάφερε να εξασφαλίσει την επίζηλη έδρα του καθηγητή της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας. Και τώρα, έπειτα από δεκαπέντε και πλέον έτη αναμονής, το ελληνικό του όνειρο έδειχνε έτοιμο να γίνει πραγματικότητα.
Ωστόσο, υπήρχε και η απογοήτευση. Ήτανε προετοιμασμένος και γι’ αυτήν. Όσο και αν τον είχαν προειδοποιήσει οι φίλοι και οι συνάδελφοι που είχαν κάνει ήδη τον Μεγάλο Γύρο, μιλώντας του καταλεπτώς για τον απέραντο εξευτελισμό και την εξαχρείωση του ελληνικού πληθυσμού, ή ό,τι απέμενε τέλος πάντων από εκείνον, κάτω από τον ζυγό της οθωμανικής ημισελήνου, τίποτα δεν τον προετοίμασε για την επίθεση των ψύλλων και των κοριών το πρώτο βράδυ που πέρασε επί ελληνικού εδάφους, σε ένα θλιβερό χάνι χτισμένο μέσα στο Χλεμούτσι, το φράγκικο κάστρο της Γλαρέντζας, ένα πλινθόκτιστο καλύβι περιτριγυρισμένο από αναμμένους πυρσούς. Γύρω του, ξαπλωμένοι όπως-όπως σε κουρελούδες και γιδοτόμαρα, κοιμούνταν διάφοροι εξωτικοί τύποι της βαλκανικής υπαίθρου –ζωέμποροι και γυρολόγοι, πετροτεχνίτες και χτίστες, καθώς και ένας Οθωμανός χαμηλόβαθμος αξιωματούχος μαζί με τον υπασπιστή και τον γραμματικό του– ροχαλίζοντας και απευθύνοντας ηχηρές σωματικές απεκκρίσεις στον ήδη βαρύ και μολυσμένο αέρα της αποπνικτικής νύχτας του Ιουλίου, ή συζητώντας χαμηλόφωνα, προσέχοντας να μην ενοχλήσουν τον Τούρκο και τη συνοδεία του, πλάι στην αδύναμη φλόγα ενός λυχναριού που έστεκε μπηγμένο στον τοίχο. Λίγο αργότερα, την ώρα που κατάφερε να αποκοιμηθεί επιτέλους, αισθάνθηκε ένα χέρι να τον ακουμπάει απαλά. Άνοιξε νυσταγμένος τα μάτια και είδε να διαγράφεται, θολά στην αρχή, πιο καθαρά στη συνέχεια, το όμορφο, μελαμψό πρόσωπο ενός εφήβου.
«Είσαι ο κυρ-Γιώργης;» τον ρώτησε το παιδί.
«Ε; Ναι, ναι, βεβαίως,» απάντησε ο Γκόρντον με τα σπασμένα νέα ελληνικά του. (Το «Γιώργης» ήτανε ασφαλώς παραφθορά του «Γκόρντον,» το οποίο, μην έχοντας καμία σχέση με οποιοδήποτε όνομα του εορτολογίου της ανατολικής εκκλησίας, παρέμενε εντελώς ξένο στα αυτιά και στα χείλη των Ελλήνων. «Γιώργης, λοιπόν,» αναλογίστηκε ο Γκόρντον. «Και γιατί όχι;»).
«Μ’ έστειλε ο γερο-Γιαννάκης ο Λάλεζας, που τον ορμήνεψε ο Άγγλος πρόξενος των Πατρών,» είπε το παιδί. «Για την προστασία που ζητήσατε. Ελπίζω να είχατε καλό ταξίδι.»
«Πολύ καλό. Πώς σε λένε;»
«Μάνθο, κύριε. Στις διαταγές σας.»
«Σ’ ευχαριστώ, Μάνθο,» είπε ο Γκόρντον με μάτια που έκλειναν. «Πέσε να κοιμηθείς, και το πρωί θα μιλήσουμε για το ταξίδι μας.»
***
Το ταξίδι στην Ελλάδα δεν είχε μόνο συναισθηματικό ενδιαφέρον για τον Γκόρντον. Πέρα από την περιήγηση στα ιερά χώματα της Πελοποννήσου, είχε και πιο συγκεκριμένα ζητούμενα.
Η μελέτη του Παυσανία τον είχε πείσει ότι η ευρύτερη περιοχή των Πατρών έκρυβε στοιχεία σε σχέση με τη λατρεία του Διονύσου, του αρχαίου θεού της μανίας και της ένθεης μέθης, του στοιχειακού αντίπαλου του Απόλλωνα στη διεκδίκηση της συνείδησης των Ελλήνων. Η Μεσάτιδα, η αρχαία πόλη-πρόγονος της Πάτρας, λεγόταν ότι αποτελούσε γενέτειρα του Διονύσου (σε αντίθεση με την κυρίαρχη άποψη, που τον ήθελε να προέρχεται από τα βάθη της Μικράς Ασίας) και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα πάντα με τον Παυσανία, ήταν γεμάτη από τα ιερά του, τα περισσότερα απ’ τα οποία είχαν αφιερωθεί στον κορυφαίο Σειληνό της διονυσιακής ακολουθίας, τον άτυχο αυλητή Μαρσύα. (Ο μύθος του Μαρσύα ήταν απ’ τους αγαπημένους του Γκόρντον: θυμόταν ακόμα πόσο είχε σοκαριστεί, εκεί, γύρω στα δώδεκά του, όταν πρωτοδιάβασε για τον νεαρό σάτυρο, ακόλουθο του Διονύσου και εφευρέτη του αυλού, ο οποίος είχε καυχηθεί ότι μπορούσε να παίξει καλύτερα ακόμα κι από τον ίδιο τον θεό της μουσικής, τον πανέμορφο αιώνιο έφηβο Απόλλωνα. Η οργή του θεού για την προσβολή ήταν αμείλικτη: αφού προσκάλεσε τον αυλητή σε μουσικό αγώνα, στον οποίο νίκησε, τιμώρησε τον αυθάδη Σειληνό γδέρνοντάς τον ζωντανό και κρεμώντας το δέρμα του στην είσοδο ενός σπηλαίου στη Φρυγία της Μικράς Ασίας. Ο Γκόρντον είχε νιώσει μια βαθιά έξαψη να παραλύει το κορμί του, στη θέα των αγαλμάτων του Μαρσύα που είδε ζωγραφισμένα στο βιβλίο που κρατούσε, ένα παγωμένο χειμωνιάτικο πρωί στη βιβλιοθήκη του πατέρα του. Ο γενειοφόρος άνδρας εμφανιζόταν να συστρέφει το σώμα του, μοιάζοντας αιχμάλωτος ενός πόνου που προσέγγιζε το σαρκικό πάθος, προξενώντας αθέλητες, πρωτόγνωρες αντιδράσεις στα νεύρα και τους αδένες του Γκόρντον, παρόμοιες με εκείνες που είχε αισθανθεί μερικούς μήνες νωρίτερα, όταν, σε μια επίσκεψη σε κάποιο φιλικό σπίτι, αντίκρισε έναν πίνακα που απεικόνιζε το μαρτύριο του αγίου Σεβαστιανού.)
Λέγανε ότι το δέρμα του Μαρσύα είχε μεταφερθεί στην Αθήνα και ότι μπορούσε να το δει κανείς να εκτίθεται σε ένα σπήλαιο στη βάση του βράχου της Ακρόπολης. Ωστόσο υπήρχανε και άλλες εκδοχές. Άλλοι πιστεύανε ότι το λείψανο του κορυφαίου ακόλουθου του Διονύσου μεταφέρθηκε στην πόλη όπου ο θεός λατρευότανε περισσότερο, δηλαδή στην αρχαία Πάτρα, στη Μεσάτιδα. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ίσως η περιοχή της βόρειας Πελοποννήσου να άξιζε την επίσκεψη. Ωστόσο, η αφορμή για το ταξίδι του Γκόρντον ήταν ακόμα πιο παράξενη. Ήταν το γεγονός που μπορούσε να συνδέσει τους δύο κόσμους, τον κόσμο της αρχαίας Ελλάδας με τη νεότερη, φτωχή και εξαθλιωμένη εκδοχή της, καθιστώντας σχεδόν αναγκαίο το ταξίδι από τη μακρινή Οξφόρδη ως εδώ.
Το επόμενο πρωί, αφού γευμάτισαν ελαφρά με τον Μάνθο (μαύρο κρίθινο ψωμί, λίγο λευκό τυρί φέτα και μερικές ελιές) φόρτωσαν τα δύο μουλάρια που τους περίμεναν με τις αποσκευές του Γκόρντον και ξεκίνησαν για την Πάτρα. Γύρω τους έβλεπαν και άλλα καραβάνια ταξιδιωτών, που ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο, μέσα απ’ τα βαλτοτόπια της αρχαίας Ηλείας. Έμποροι και τεχνίτες που ανέβαιναν για να πουλήσουν την πραμάτεια τους στα γύρω χωριά, σε μακριές σειρές αλόγων, μουλαριών και καμήλων∙ ο Γκόρντον δεν είχε ξαναδεί καμήλα παρά μονάχα μια φορά, ως παιδί, στο ζωολογικό πάρκο του Λονδίνου, και τώρα εντυπωσιαζόταν διαπιστώνοντας ότι το ζώο αυτό της ερήμου αποτελούσε ίσως το πιο δημοφιλές μεταφορικό μέσο στην πάλαι ποτέ επικράτεια του Ομήρου και του Περικλή. Αφού συμβουλεύτηκε τον χάρτη του, ζήτησε από τον Μάνθο να κάνουνε μια παράκαμψη, επισκεπτόμενοι τον χώρο της Ολυμπίας. Ωστόσο ο Μάνθος φάνηκε κατηγορηματικά αντίθετος.
«Είναι επικίνδυνο, κυρ-Γιώργη. Εκεί είναι το λημέρι του Τάκη Μπούα, του Αρναούτη ληστή απ’ το Λάλα και του ασκεριού του. Καλύτερα να παραμείνουμε κοντά στη θάλασσα. Αν μας πιάσουνε, μπορεί να σε κρατήσουν για λύτρα.»
«Έχεις περάσει καθόλου από τα αρχαία;»
«Τις πέτρες λες;» είπε με μια αξιολάτρευτη αθωότητα ο Μάνθος. «Ναι, τις έχω δει και έχω οδηγήσει και μερικούς άλλους Φράγκους εκεί, κάτι Γάλλους. Δεν είναι τίποτις, μονάχα μερικές πέτρες μακρουλές όρθιες και κάτι άλλες ξαπλωτές. Λένε ότι κάποτε είχε εκκλησίες εκεί για τους παλιούς θεούς και άλλα μεγάλα σπίτια από μάρμαρο. Τώρα όμως δεν έχει μείνει μήτε ντουβάρι άθιχτο. Δεν αξίζει σου λέω, κυρ-Γιώργη, τριγυρνάει ο Τάκης εκεί.»
Με αρκετή πίκρα, ο Γκόρντον τελικά συγκατάνεψε. Έπειτα από ένα ταξίδι δώδεκα ωρών, μέσα απ’ τους βάλτους και τα όμορφα πευκοδάση της περιοχής, καταδιωκόμενοι από ολόκληρα νέφη άγριων εντόμων, την κύρια θέση μεταξύ των οποίων κατείχαν τα κουνούπια, το μικρό καραβάνι που συγκροτούσαν οι δυο τους έφτασε τελικά στις παρυφές της πόλης των Πατρών. Η νύχτα ετοιμαζόταν να πέσει και η κούραση από τη διαδρομή με τα μουλάρια συνόρευε πια με την εξάντληση. Στην πύλη των τειχών της πόλης, ο Γκόρντον έβγαλε τα έγγραφά του και τα έδειξε στον νυσταλέο φρουρό, ο οποίος φάνηκε να εντυπωσιάζεται, ιδίως απ’ το χαρτί με τη σφραγίδα του πρέσβη της Υψηλής Πύλης στο Λονδίνο. Έκανε ένα βήμα πίσω και επέτρεψε στους δυο τους να μπουν πανηγυρικά, τη στιγμή που ο νέγρος συνάδελφός του έκλεινε τον δρόμο με μια εντυπωσιακή χατζάρα στους χωρικούς που περίμεναν κι εκείνοι να εισέλθουν, έχοντας σχηματίσει ουρά. (Ο Γκόρντον αναρωτήθηκε μήπως ήταν σφάλμα που τριγυρνούσε ανεμίζοντας έγραφα ενδεικτικά μιας τόσο υψηλής κοινωνικής τάξης και μήπως εξέθετε τον εαυτό του στον κίνδυνο να αποτελέσει θύμα απαγωγής των διάφορων συναδέλφων του Τάκη Μπούα, που σίγουρα λυμαίνονταν την περιοχή.)
Μέχρι να φτάσουν στο βρετανικό προξενείο, στο κέντρο του λιμανιού των Πατρών, ο Γκόρντον και ο Μάνθος πέρασαν από τα ταπεινά δρομάκια της πόλης, η οποία έμοιαζε με ένα σκονισμένο, υπερτροφικό ψαροχώρι, στο κέντρο μονάχα του οποίου υψώνονταν κάποια περίπου αξιοπρεπή κτίρια, χτισμένα από πέτρα και μάρμαρο (όλα τα υπόλοιπα ήταν πλινθόκτιστα). Λίγο αργότερα, ο Γκόρντον και ο συνοδός του δειπνούσαν με τον Γκάρεθ Μπάτλερ, τον Ουαλό μεγαλέμπορο σταφίδας και πρόξενο της Βρετανίας στην περιοχή, καθώς και με τον Oθωμανό βοεβόδα της Πάτρας, Σελίμ Πασά, τον ελληνορθόδοξο μητροπολίτη με το παράξενο όνομα Παλαιών Πατρών Γερμανός, και τον Έλληνα τοπικό κοτζαμπάση, το Γιάννη Λάλεζα. Το γεύμα ήταν αρκετά καλό, περιλαμβάνοντας ορτύκια, χορταρικά και ρύζι, καθώς και μια αγγλική πουτίγκα που έσταζε πηχτό, μαύρο σιρόπι, και η οποία υποσχόταν ολονύχτια βαρυστομαχιά. Ήταν μεγάλη τιμή για τις τοπικές αρχές να δέχονται την επίσκεψη ενός καθηγητή της φημισμένης Οξφόρδης, είπε ο Οθωμανός τοποτηρητής, χρησιμοποιώντας μια απροσδιόριστη διάλεκτο ανάμεσα στα γαλλικά, τα αγγλικά και τα ελληνικά, ένας ψηλόλιγνος άνδρας με ελάχιστα δόντια και ένα χαμόγελο που ακροβατούσε ανάμεσα στην ειρωνεία και τη δουλοπρέπεια. Ο πρόξενος, έχοντας κατεβάσει σχεδόν ένα ολόκληρο μπουκάλι πορτ μονάχος του, έδειχνε να αδιαφορεί τελείως για τον Γκόρντον∙ το βλέμμα του, βλέμμα άξεστου ανθρώπου του χρήματος, μαθημένο να υπολογίζει την τιμή των πάντων, έμοιαζε αδιάψευστα καλυμμένο απ’ το αδιαφανές παραπέτασμα του αλκοολισμού. Το μόνο που είχε ψελλίσει όλο το βράδυ ήτανε μερικές κατάρες εις βάρος του Ναπολέοντα, καθώς και όσων αναρχικών είχανε επιλέξει να τον υποστηρίξουν τα προηγούμενα χρόνια, ενάντια στην αναμφισβήτητη τάξη του κόσμου, που αντιστοιχούσε στη μοναρχία, στην πίστη προς τον Θεό και την πατρίδα.
Ο Λάλεζας από την άλλη δεν έδειχνε να έχει τέτοιες ανησυχίες: όπως και για τους περισσότερους Έλληνες, ο Ναπολέων για κείνον δεν ήταν παρά μια μακρινή μορφή τυλιγμένη στο πέπλο του θρύλου, ένας δαίμονας του πραγματικού κόσμου με την ιδιότητα να εξάπτει ανεξιχνίαστα πάθη στους ξανθούς, χλωμούς άνδρες με τα στενά παντελόνια και τα σκληρά τους καπέλα. Ο Λάλεζας φάνταζε σαν μια χαρακτηριστική επιτομή όσων Ελλήνων είχε συναντήσει ο Γκόρντον ως τότε. Ένας ηλικιωμένος άντρας με τούρκικο σαρίκι, μια υπερμεγέθη κοιλιά, και δυο μαύρα ματάκια χωμένα ανάμεσα στα εύσαρκα μάγουλά του, που πετούσαν σα μύγες από στόχο σε στόχο, οσμιζόμενες τα πάντα και αρνούμενες να παραμείνουν πιστές σε οτιδήποτε για πάνω από δύο δευτερόλεπτα. Και όλα τούτα με ένα μόνιμο μειδίαμα που έδειχνε να κατανοεί και ταυτόχρονα να περιφρονεί όλο τον κόσμο. «Καλώς ήλθατε στην πατρίδα μας», είπε γέρνοντας το κεφάλι, και σήκωσε το ποτήρι του σε πρόποση. «Εύχομαι να βρείτε αυτό ακριβώς για το οποίο έχετε έρθει.» Ο τρόπος που το διατύπωσε, έκρυβε κάτι σαν υποδόρια απειλή, ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε στον επισκέπτη του. Στη συνέχεια ο Γκόρντον έπιασε κουβέντα με τον Έλληνα ιερέα. Τον ρώτησε για τον βασικό προορισμό του ταξιδιού του, για τη μονή του οσίου Μελετίου των Αιγών και για το πώς θα μπορούσε να πάει κανείς ως εκεί ευκολότερα. Ο ιερέας, ένας μεγαλόσωμος άνδρας με αυστηρά χαρακτηριστικά και αγριωπή έκφραση, που γινόταν ακόμα περισσότερο τρομακτική απ’ την εθιμική υποχρέωση να διατηρεί μια γκρίζα γενειάδα βιβλικών διαστάσεων, του απάντησε ότι σε κάθε περίπτωση καλό θα ήταν να έπαιρνε τον παραλιακό δρόμο, περνώντας απ’ τη Βοστίτσα, και από εκεί, διασχίζοντας τους ποταμούς της περιοχής, τον Βουραϊκό και τον Κράθι, και έπειτα περνώντας μέσα από το πυκνό δάσος με τις θεόρατες βελανιδιές, κάποιες απ’ τις οποίες χρονολογούνταν από την αρχαιότητα.
«Και τι αναζητάτε στη μονή, αν επιτρέπεται, αγαπητέ μου;» ρώτησε ο μητροπολίτης Γερμανός, με μια προσποιητή διακριτικότητα. Ήξερε φυσικά ότι ο Γκόρντον, ως αγγλικανός, αποκλείεται να ενδιαφερόταν για τις λατρευτικές προεκτάσεις ενός ελληνορθόδοξου μοναστηριού. Σχεδόν όλοι οι δυτικοί περιηγητές έψαχναν μανιωδώς για ελληνικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες, τις οποίες μοσχοπουλούσαν αργότερα, για να κοσμούν τα σαλόνια των πλούσιων και ισχυρών της Ευρώπης. Στα μάτια του ο Γκόρντον πρέπει να έμοιαζε ένα πολύ παράξενο δείγμα ξανθόμαλλου, βορειοευρωπαϊκού ζώου.
«Έχω την πληροφορία ότι είναι χτισμένη πάνω σ’ έναν αρχαίο ναό,» απάντησε σιβυλλικά ο Γκόρντον, «και θα ήθελα να ερευνήσω την αρχιτεκτονική του».
Το βλέμμα του μητροπολίτη στάθμευσε κάπου ανάμεσα στην αναμενόμενη απογοήτευση και τον ηθικό αποτροπιασμό.
Και φυσικά ο Γκόρντον δεν είχε πει την αλήθεια. Άλλο ήταν που τον είχε φέρει ως εκεί, στις εσχατιές του πολιτισμένου κόσμου (και μάλλον πέρα απ’ αυτές, γιατί η εικόνα της Ελλάδας μέχρι τώρα, με τις ψωραλέες πολίχνες και τα άθλια χωριά της, με τους πάμφτωχους κατοίκους –είτε Έλληνες, είτε Αλβανούς, είτε Οθωμανούς– και με τα άγρια δάση όπου ελλόχευαν εξίσου απολίτιστοι πολέμαρχοι όσο και λύκοι ή και –ποιος ξέρει;– ακόμα και ασιατικοί πάνθηρες και λιοντάρια, σίγουρα δεν αντιστοιχούσε στην ευρωπαϊκή αντίληψη περί πολιτισμού, έστω και στην πιο νότια, εξωτική εκδοχή της). Το κίνητρό του ήταν η νύξη, που είχε φτάσει στα αυτιά του από έναν συνάδελφό του στην Οξφόρδη, τον ειδικό στη μεσαιωνική και βυζαντινή παλαιογραφία σερ Άντονι Άσκουιθ, ότι στο μοναστήρι αυτό φιλοξενούνταν ένα σπανιότατο εύρημα, το μοναδικό στα χρονικά βιβλίο το οποίο ήταν φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από ανθρώπινο δέρμα, τόσο στο εξώφυλλο, όσο και στις μέσα σελίδες του.
Ήτανε μια πληροφορία που είχε αντλήσει ο σερ Άντονι από παραπάνω της μίας πηγές, τις οποίες είχε δείξει και στο νεαρό μαθητευόμενό του, δηλαδή τον Γκόρντον. Η αναφορά στο «ανθρώπινο βιβλίο» υπήρχε σε ένα παλίμψηστο που είχε βρεθεί στη βιβλιοθήκη του Βατικανού και όπου, σε μια υποσημείωση στο περιθώριο ενός βιβλίου με τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, και συγκεκριμένα στο Έκτο Βιβλίο (που περιείχε την ιστορία του Μαρσύα, το δίχως άλλο!) ο μικρογράφος, προφανώς για να αντιμετωπίσει την ανία του, είχε ζωγραφίσει το δέρμα του νεκρού Σειληνού, απεικονίζοντάς το σαν μια λευκή προβιά κρεμασμένη από μια αρχαία λύρα, και στη συνέχεια, στην επόμενη σελίδα, το είχε παραστήσει απλωμένο ως περγαμηνή, επί της οποίας συνέγραφε ένας μοναχός, κάτω από τη μορφή του οποίου υπήρχε γραμμένος ο τίτλος «Meletius Sanctus». Η δεύτερη αναφορά προερχόταν από ένα βιβλίο που υπήρχε στην ίδια τη βιβλιοθήκη της Οξφόρδης, και συγκεκριμένα τη Φιλοκαλία του μοναχού του Αγίου Όρους Απολλώνιου του Εξομολογητή, ενός υμνογράφου του 9ου αιώνα με καταγωγή απ’ τη Γεωργία, που είχε γίνει γνωστός για την ιδιαίτερα λυρική θρησκευτική ποίησή του, καθώς και για το ομώνυμο βιβλίο με τις ηθικές συμβουλές που είχε γράψει, και που αποτελούσε κάτι σαν διαδεδομένο λαϊκό ανάγνωσμα στην εποχή του, αντίστοιχο με τους βίους των αγίων. Εκεί λοιπόν, ο Απολλώνιος είχε καταγράψει και την ιστορία του Οσίου Μελετίου, ο οποίος κατά το θρύλο μαρτύρησε στη Μικρά Ασία τον 4ο αιώνα μ.Χ., στα χέρια ειδωλολατρών βαρβάρων, τους οποίους είχε προσπαθήσει να προσηλυτίσει κι εκείνοι για τιμωρία τον είχαν γδάρει ζωντανό, κρεμώντας το δέρμα του στην είσοδο της πόλης τους για παραδειγματισμό. Σύμφωνα με τον Απολλώνιο, το λείψανο του οσίου (το δέρμα του δηλαδή στην ουσία) είχε μεταφερθεί στην Ελλάδα απ’ τον πιστό σύντροφό του Ευσέβιο, αρχικά στην Αθήνα, σε ένα μετόχι που δημιουργήθηκε με στόχο να το φυλάει και στη συνέχεια, έπειτα από την οθωμανική εισβολή και τις διώξεις που ακολούθησαν, στο μοναστήρι του οσίου Μελετίου που ανεγέρθηκε στο απόκρημνο, δύσβατο φαράγγι πάνω από τις Αιγές της Αχαΐας.
Η σύμπτωση των ιστοριών του Μαρσύα και του οσίου Μελετίου ήταν απίστευτη, σκεφτόταν ο Γκόρντον. Και όλες συνέκλιναν στην περιοχή της βόρειας Πελοποννήσου που βρισκότανε τώρα, και ειδικά στο συγκεκριμένο μοναστήρι. Δεν ήξερε τι θα έκανε όταν θα έφτανε εκεί και πώς θα κατάφερνε να αποσπάσει το σπάνιο εύρημα (αν τελικά το εντόπιζε, και αν δεν ανήκε αποκλειστικά στην επικράτεια του θρησκευτικού μύθου) από τις προστατευτικές αρπάγες των ελληνορθόδοξων φυλάκων του. Αυτό ήταν κάτι που θα έπρεπε να το σκεφτεί επί τόπου.
Προς το παρόν, ωστόσο, ετούτο το υπέρλαμπρο πρωινό, καθώς διασχίζανε το υπέροχο δάσος με τις αιωνόβιες βελανιδιές (ο μητροπολίτης Γερμανός είχε δίκιο), με τη θάλασσα σαν ένα σμαραγδένιο παραπέτασμα αιωνιότητας στα αριστερά τους και το δάσος να τους περιβάλλει προστατευτικά με τον θόλο του, λες και προχωρούσαν στο εσωτερικό ενός χρυσοπράσινου κοχυλιού, το μόνο που ήταν σε θέση να σκεφτεί ο Γκόρντον (κι αυτό δεν μπορούσε παρά να το ομολογήσει με συντριβή), ήταν τα θέλγητρα του νεαρού οδηγού του.
Το είχε νιώσει από την πρώτη στιγμή που τον είχε αντικρίσει, εκείνο το φούσκωμα της ψυχής και του κορμιού που μάταια είχε προσπαθήσει να λογοκρίνει, στην εικόνα ενός σχεδόν ιδανικού Έλληνα εφήβου. Ναι, ήταν αυτό το μυστικό που κουβαλούσε από πάντα, περίπου από την ίδια εποχή που είχε ανακαλύψει τα θέλγητρα και της αρχαίας Ελλάδας, αποφασίζοντας να της αφοσιωθεί απόλυτα, καθώς έμοιαζε να αποτελεί το επιθυμητό συμπλήρωμα, περίβλημα, άλλοθι και υποκατάστατο για τούτη την ασυγχώρητη ερωτική του ανορθοδοξία. Και επιπλέον το ταξίδι αυτό αποτελούσε την κορύφωση και το έσχατο σύνορο της αρχαιολατρίας του, μιας και, όταν επέστρεφε, θα άλλαζαν όλα: το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς επρόκειτο να αρραβωνιαστεί με τη νεαρή λαίδη Έμμα Φάρινγκτον, μακρινή του ξαδέλφη απ’ το Γιορκσάιρ, και κόρη ενός ισχυρού μέλους της Βουλής των Λόρδων. Η προοπτική αυτή, όταν την αναλογιζόταν, έφερε το αδιάψευστο σημάδι του πένθους. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο για κείνον μετά τον γάμο του: έτσι κι αλλιώς, το σώμα του δεν είχε ολισθήσει μέχρι τώρα σε κανενός είδους ερωτικό ατόπημα, είτε της φυσικής είτε της αφύσικης μορφής. Ωστόσο, ένα απροσδιόριστο αγκάθι μέσα του τον έκανε να υποφέρει στο ενδεχόμενο να αρχίσει την πορεία του στις σαρκικές απολαύσεις υποκρινόμενος κάτι που δεν είχε υπάρξει ποτέ. Ήθελε, επιθυμούσε βαθιά, τουλάχιστον για μία και μόνη φορά, προτού να υποταχτεί στα κελεύσματα της χριστιανικής ηθικής και της κοινωνικής του ταυτότητας, να πραγματοποιήσει εκείνο που θα περιείχε το ανεξίτηλο σημάδι του εαυτού του, έτσι όπως ήταν καμωμένος, όσο αμαρτωλή και χυδαία κι αν ήταν η φτιάξη του. Άλλωστε ένας ολόκληρος πολιτισμός, ίσως ο σημαντικότερος στην ιστορία του κόσμου, τον είχε διδάξει ότι τίποτα το αφύσικο, το βρώμικο ή το απεχθές δεν υπήρχε στην ιδιαιτερότητα με την οποία από κάποιο καπρίτσιο της τον είχε προικίσει η φύση: τα ρωμαλέα ανδρικά αγάλματα που είχε δει στην Ιταλία και αλλού, και οι ασύγκριτοι διάλογοι που είχε μελετήσει στα ερωτικά έργα του Πλάτωνα, συνηγορούσαν σ’ αυτό.
Ευχόταν μονάχα να ήταν πιο έμπειρος, ώστε να κατάφερνε να προσηλύτιζε με κάποιον τρόπο τον Μάνθο στο ερωτικό ευαγγέλιο της δικής του πίστης. Δεν ήξερε αν υπήρχε καμιά πιθανότητα για κάτι τέτοιο. Ο νεαρός βοσκός (γιατί αυτή ήταν η δουλειά του, όταν δεν έκανε τον οδηγό σε ξένους περιηγητές για μερικά επιπλέον γρόσια) έμοιαζε πλήρως προσηλωμένος στα καθήκοντα του καθοδηγητή, προσέχοντας να μη χάσουν τον δρόμο, σταματώντας το μικρό καραβάνι τους όποτε άκουγε περίεργους θορύβους που ίσως υπαινίσσονταν την παρουσία ληστών κάπου κοντά και προσπαθώντας να βρει τον καλύτερο τρόπο για να διασχίζουν τα ποτάμια και τα ρυάκια που χύνονταν προς τη θάλασσα μέσα σε εκείνο το κατάφυτο δέλτα, και που, για καλή τους τύχη, ήτανε πλέον αρκετά αναιμικά, κάτω απ’ τον ανελέητο ήλιο του Ιουλίου. (Το προηγούμενο βράδυ είχαν φιλοξενηθεί στο σπίτι του πρόξενου, όπου ο Γκόρντον είχε πάρει το μπάνιο του –μια σπάνια δυνατότητα επί ελληνικού εδάφους, τον είχαν διαβεβαιώσει οι πάντες, που δεν θα ξανασυναντούσε παρά αρκετές εκατοντάδες μίλια μακριά, αν εξαιρούσε κανείς τα τούρκικα λουτρά, τα οποία προς το παρόν ο Γκόρντον δεν αποτολμούσε να επισκεφτεί– και στη συνέχεια είχε προσπαθήσει να πείσει τον Μάνθο να κάνει το ίδιο, αποσκοπώντας ενδεχομένως σε κάποιο ενδιαφέρον θέαμα. Ωστόσο ο νεαρός, επιβεβαιώνοντας τη φήμη των Ελλήνων ως ενός κατά βάση ρυπαρού λαού, είχε αρνηθεί κατηγορηματικά να συναντηθεί με το ζεστό νερό, γελώντας κοροϊδευτικά με το ενδεχόμενο να ξεγυμνωθεί για χάρη ενός τόσο μάταιου και παράλογου πράγματος όπως η σωματική υγιεινή.)
Και τώρα η μορφή του νεαρού Έλληνα, όπως κλυδωνιζόταν μπροστά στα μάτια του Γκόρντον, τοποθετημένη νωχελικά πάνω στα τροφαντά καπούλια του μουλαριού (με την αφράτη, υπόλευκη φουστανέλα του, ίδια με κοριτσίστικη φούστα, με το ανοιχτό πουκαμισάκι του και με το κόκκινο φέσι στο κεφάλι του φορεμένο στραβά) είχε αποκτήσει σχεδόν τις ίδιες διαστάσεις του απρόσιτου και του επιθυμητού, όπως και το βιβλίο του θρύλου, το μυθικό «ανθρώπινο βιβλίο», που για χάρη του είχε έρθει σε τούτη τη σκληρή χώρα και το οποίο ίσως να αποτελούσε αποκλειστικά κομμάτι των θρύλων που την περιέβαλλαν και συνωστίζονταν αόρατοι σαν ξωτικά μέσα στα δάση και τις ακτές της. Το μεσημέρι κάθισαν στον ίσκιο μιας βελανιδιάς, που ο κορμός της πρέπει να ξεπερνούσε τα δέκα μέτρα σε ύψος, και άνοιξαν την μπόλια με τις προμήθειες που είχανε φέρει μαζί τους από την Πάτρα. (Μερικά κομμάτια χοιρομέρι, λίγο κίτρινο τυρί, κρεμμύδια, ελιές και κάποια φρούτα, βερίκοκα και γιαρμάδες.) Καθώς έτρωγαν, προσπάθησε να ανοίξει κουβέντα στον κατά τα άλλα αινιγματικό Μάνθο.
«Πόσο λες ότι έχουμε ακόμα για το μοναστήρι;»
«Το βράδυ θα είμαστε εκεί, κυρ-Γιώργη. Τώρα βρισκόμαστε λίγο πριν την Ακράτα. Έπειτα θ’ αρχινίσουμε να ροβολάμε κατά τα νότια και πριν νυχτώσει, θα φτάσουμε στον Άη Μελέτη. Είναι καλοί οι παππούληδες εκεί πέρα. Έχουνε και μποστάνι δικό τους, θα φάμε ωραία.»
«Χαίρομαι. Πες μου, έχεις δει το αρχαίο θέατρο των Αιγών;»
«Θέα… Τι; Σαν τι είναι πάλι τούτο.»
«Θέατρο. Εκεί που κάθεσαι και παρακολουθείς έργα.»
«Έργα. Τι, εργαλεία, δηλαδή;»
«Θεατρικές παραστάσεις. Πώς λέμε… Σοφοκλής; Αισχύλος;»
«Συμπάθα με, κύρη μου, δεν είμαι εγώ γραμματιζούμενος. Δεν ξέρω απ’ αυτά τα… έργα που λες.»
«Εκεί, στις Αιγές, ο Παυσανίας λέει ότι υπάρχει ένα μαρμάρινο πράγμα, έτσι σαν μισός κύκλος, φτιαγμένο με μεγάλα πεζούλια για να κάθεται ο κόσμος. Κατάλαβες τι λέω;»
Το βλέμμα του Μάνθου φωτίστηκε. Πρώτη φορά έδειξε να καταλαβαίνει.
«Ναι, το έχω δει κι εγώ, αυτούνο που λες. Εγώ το έχω ονομάσει “φλιτζάνα”, γιατί έτσι, σαν μια τεράστια φλιτζάνα μου μοιάζει. Αρχαίο είναι κι αυτό, ε; Για κοίτα λοιπόν, που κάθε πράγμα άχρηστο και αλλόκοτο, αρχαίο βγαίνει πάντα. Γιατί συμβαίνει αυτό άραγες;»
«Συμβαίνει επειδή ο κόσμος των αρχαίων ήτανε διαφορετικός. Κι εμείς κοιτάμε τώρα να τον αναστήσουμε.»
«Και γιατί παρακαλώ; Μονάχα ο Χριστός ανεστήθη.»
«…Καλή ερώτηση. Μακάρι να μπορούσα να σου εξηγήσω. Ας πούμε ότι… το έχουμε ανάγκη. Για το πνεύμα μας.»
«Παράξενοι είσαστε εσείς οι Φράγκοι.»
«Γιατί το λες, Μάνθο;»
«Ε, να… Όλο ψάχνετε, ολοένα. Ψάχνετε αυτούνο που δε φαίνεται, αυτούνο που δεν υπάρχει. Λες και η ζωή σας δε φτάνει, λες και χρειάζεστε κι άλλες ζωές.»
«Ναι, συμβαίνει κι αυτό. Συνήθως το προξενούν τα βιβλία.»
«Το ξέρω. Όλοι οι γραμματιζούμενοι είναι παράξενοι. Αρχίζουν και παλεύουν με τα αόρατα, άπαξ και μπλέξουν με τα βιβλία. Κι εσύ για ένα βιβλίο δεν ψάχνεις στον Άη Μελέτη;»
«Πού το ξέρεις αυτό;»
«Ε, το φαντάστηκα. Άλλωστε δεν έχει και τίποτις άλλο εκεί. Μονάχα βιβλία. Δε νομίζω να έκανες τόσο δρόμο απ’ τη Φραγκιά για το μποστάνι τους, ούτε και για τη ροδοζάχαρη που φτιάνουν απ’ τα τριαντάφυλλα. Έτσι δεν είναι;»
«…Έτσι είναι. Με κατάλαβες.»
«Και τι θα κάνεις άμα το βρεις το βιβλίο αυτούνο;»
«Θέλω να το πάρω μαζί μου. Στην Αγγλία. Να το βάλω σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη, όπου θα είναι ασφαλές για πάντα. Εδώ στην Ελλάδα υπάρχουν ληστές, υπάρχουν οι Τούρκοι που δεν σέβονται τη θρησκεία σας, υπάρχουν ακόμα και οι άπληστοι Φράγκοι που κλέβουν κειμήλια και τα πουλάνε σε πλούσιους. Εγώ όμως είμαι αλλιώς, είμαι καθηγητής, και το βιβλίο θα το πάρω υπό την προστασία μου, στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου.»
«Μακάρι να ’ξερα τι είναι όλα αυτά που μου λες. Φαίνεσαι πάντως καλός άνθρωπος, κυρ-Γιωργάκη μου. Χαίρομαι που είμαι στη δούλεψή σου. Και νιος πολύ. Πότε πρόλαβες κι έγινες μέγας και τρανός του λόγου σου; Εσύ σαν συνομήλικός μου περίπου δείχνεις, με το συμπάθιο κιόλας.»
Άραγε να ήταν τούτη η κρίσιμη χαραμάδα που αναζητούσε; Αποφάσισε να κάνει το επίμαχο βήμα, όσο και να του κόστιζε αργότερα.
«Κι εσύ είσαι καλός, Μάνθο. Και όμορφος. Σαν αρχαίος θεός μοιάζεις, το ξέρεις αυτό;»
Με ένα βαθύ ρουθούνισμα ο Μάνθος αναλύθηκε σε γέλια. Ο Γκόρντον ένιωσε ένα κρύο ρίγος στην πλάτη του. Έλπιζε να μην επακολουθούσε καμιά βαριά προσβολή, γιατί δεν θα το άντεχε. Για ένα κλάσμα του δευτερόλεπτου η μνήμη του επέστρεψε στην Οξφόρδη, κάποια χρόνια πριν. Όταν, σε μια αντίστοιχη αποκάλυψη, ένα παιδί με το οποίο είχαν μοιραστεί τα πάντα, ακόμα και το ίδιο κρεβάτι μερικά αβάσταχτα, κρύα βράδια, δεν είχε διστάσει να τον χαστουκίσει με δύναμη, απειλώντας ότι θα αποκάλυπτε στους πάντες την αμαρτωλή φύση του Γκόρντον, αν τον πλησίαζε ποτέ ξανά. Από τότε είχε κλειστεί ερμητικά στον εαυτό του, καθιστώντας τα θέματα της σαρκικής φύσης του ένα αποκλειστικά εσωτερικό, απόκρυφο ζήτημα, το οποίο δεν επρόκειτο να μοιραζόταν ποτέ με κάποιον κοινωνικά και μορφωτικά ισάξιό του. Με έναν Έλληνα βοσκό, ωστόσο; Άραγε να υπήρχε κάποια ελπίδα;
«Κι εσύ, κυρ-Γιώργη,» απάντησε ο Μάνθος, ακόμα γελώντας, «μοιάζεις με άγιο. Μοιάζεις με άγιο ζωγραφισμένο σ’ εκκλησιά, το ξέρεις;»
Ο Μάνθος αποδείχθηκε και πάλι σωστός. Την ώρα που βρέθηκαν μπροστά στην πύλη του μοναστηριού, ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Είχανε κάνει αρκετές στάσεις στη διαδρομή, ώστε ο Γκόρντον να προλάβει να σκιτσάρει ένα ενδιαφέρον τοπίο ή κάποιο λουλούδι πρωτόγνωρο, όσο και για να ξεκουραστούνε, αφού το συνεχές λίκνισμα πάνω στα ακούραστα μουλάρια ήταν αρκούντως εξαντλητικό για τη μέση τους. Οι κατοικημένες περιοχές ήταν ελάχιστες. Ξεπέζεψαν μονάχα στην Ακράτα, για να πιούν νερό σε μια βρύση, στο μοναδικό κεφαλοχώρι απ’ όπου περνούσε η διαδρομή τους, ένα συνονθύλευμα από πλινθόκτιστα και ξύλινα μικρά σπίτια, όπου άνθρωποι και ζώα ζούσαν μαζί και βρωμούσαν εξίσου, δίπλα στον ποταμό Κράθι (τον οποίο ανέφερε πλειστάκις ο Παυσανίας) και τα φυσικά έλη που δημιουργούσαν οι προσχώσεις του στον Κορινθιακό Κόλπο. Περνώντας μέσα από τα χωμάτινα ή και πλακόστρωτα δρομάκια, όπου τα περισσότερα μαγαζιά για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο ήταν σιδεράδικα, ο Γκόρντον δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει για μία ακόμα φορά πόσο επιφυλακτικοί και σκυφτοί τού έμοιαζαν οι Έλληνες, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, (οι οποίες είχανε πάντα τα κεφάλια τους καλυμμένα με λευκές μαντίλες σαν μουσουλμάνες), ιδίως αν κάποιος Τούρκος ζαπτιές, δηλαδή χωροφύλακας, τύχαινε να βρίσκεται παρών· μοναδικό στοιχείο που τους συνέδεε με την ιδανική εικόνα του παρελθόντος, ήταν το βλέμμα τους, εκείνο το αστραφτερό παιχνίδισμα των ματιών που μαρτυρούσε ευστροφία, πονηριά και μια κάποια ειρωνική περιφρόνηση προς οτιδήποτε ξένο, όσο ανώτερο ή ισχυρό κι αν φάνταζε σε σχέση με τους ίδιους.
Πιο έξω απ’ το χωριό, σταμάτησαν σε ένα πλάτωμα πάνω απ’ τη θάλασσα, που το σκίαζε μια συστάδα από φουντωτά πεύκα. Ξάπλωσαν κάτω από τη σκιά, και λίγο-λίγο, με την ψιλοκουβέντα και το απαλό τραγούδι που έπιασε σιγανά ο Μάνθος (μία από εκείνες τις ελληνικές ποιμενικές μελωδίες, που στα αυτιά του Γκόρντον φάνταζαν αφόρητα ανατολίτικες, με τον τόνο να ίπταται αναποφάσιστα ανάμεσα στις νότες σαν μεθυσμένη χρυσόμυγα) ένιωσε τα μάτια του να σιγοκλείνουν. Όταν τα άνοιξε ξανά, δεν ήξερε τι ώρα είχε πάει. Από την ένταση του φωτός, μονάχα, κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να είχε αποκοιμηθεί πάνω από μισάωρο, παραμένοντας εντελώς ακίνητος, στην ίδια ανάσκελη στάση, με το δεξί του χέρι περασμένο σαν μαξιλάρι κάτω απ’ το σβέρκο του. Λίγο πιο πέρα, καθισμένος, στην άκρη των μικρών βράχων όπου γλουγλούκιζε το βαθυπράσινο κυματάκι, ο Γκόρντον διέκρινε τον Μάνθο.
Είχε καθίσει σχεδόν γυμνός, απαλλαγμένος απ’ τα βαριά του γουρουνοτσάρουχα και το πουκάμισό του, και έπλενε τα πόδια του στο χλιαρό νερό, αφαιρώντας μεθοδικά τη μάκα και τα φαιά σημάδια της χρόνιας απλυσιάς τους. Ήταν ένα μικρό χάρμα οφθαλμών. Το κορμί του, σκούρο σαν ένα καλοψημένο καρβέλι, διέθετε όλη τη λυγερότητα ενός αιλουροειδούς (τον τρόπο που η ραχοκοκαλιά στόλιζε κατά μήκος το λεπτό κορμό, εντείνοντας τον γοητευτικό, τοξωτό κυματισμό του) καθώς οι ώμοι στένευαν αποφασιστικά ως τη βάση των γλουτών, μέσα από τους οποίους, και ανάμεσα από την πύλη των ίσιων, λιγνών μηρών, φαινόταν η επίμαχη σκιά του μπροστινού του οργάνου, αποφασιστικά ευμεγέθους, ώστε η άκρη του να διακρίνεται ακόμα και από πίσω. Αμέσως ντύθηκε ωστόσο, στερώντας τον παρατηρητή απ’ τη συνέχιση της καλοκαιρινής σαγήνης. Ο Γκόρντον ένιωσε την αναστάτωση να διαπερνά το κορμί του σαν κύμα, γεμίζοντάς τον ταυτόχρονα με πόνο και γλυκιά ηδονή, το ίδιο όπως στην εφηβεία του, στην Οξφόρδη, τις νύχτες που φιλοξενούσε τον συμμαθητή του κάτω από τα δικά του σκεπάσματα: η αίσθηση ότι η ευτυχία ήταν δυνατή στον κόσμο τούτο, μετριασμένη από την πίκρα της συνειδητοποίησης του ψέματος που ενυπήρχε σε μια τέτοια σκέψη, ακριβώς όπως ένα πικρό αμύγδαλο ελλόχευε βαθιά μέσα στην καρδιά του πιο γλυκού καρπού. Αν δεν πρόσεχες, την ώρα που θα μασούσες το φρούτο, το στόμα σου θα περνούσε από τη γλύκα στην πιο ισχυρή πίκρα, δηλητηριάζοντας όλη την προηγούμενη ευφορία. Γι’ αυτό και πάντα, όπως είχε μάθει πια καλά ο Γκόρντον, η εμπειρία των ηδονών της ζωής θα έπρεπε να περιορίζεται κάπου κοντά στην επιφάνεια, στην τρυφερή σάρκα που ελλόχευε λίγο πιο κάτω απ’ τη φλούδα. Διαφορετικά η απογοήτευση δεν θα αργούσε να έρθει. (Λίγο αργότερα σηκώθηκαν και συνέχισαν το δρόμο τους. Ένα χαμόγελο του Μάνθου την ώρα που τον προσπερνούσε, πηγαίνοντας προς τα μουλάρια, έκανε τον Γκόρντον να υποπτευθεί πως ίσως και να είχε καταλάβει. Κάτι σε εκείνο το μειδίαμα, απρόσμενα παρατεταμένο και λίγο σκληρό, ίσως να υπονοούσε ότι η ώρα της κρίσης ανάμεσά τους δεν θα αργούσε πολύ.)
Και φυσικά, ανηφορίζοντας για το φαράγγι, έκαναν την προγραμματισμένη στάση στο θέατρο των Αιγών, ένα ανέλπιστα μεγάλο και καλοδιατηρημένο αρχαίο αμφιθέατρο, στην κυκλική σκηνή του οποίου περιπλανιόνταν γίδια και πρόβατα (επιβεβαιώνοντας την ονομασία της αρχαίας πόλης, τα μυκηναϊκά, παλιότερα ερείπια της οποίας πρέπει να βρίσκονταν εκεί κοντά, σύμφωνα με τον Παυσανία) και όπου, παρ’ όλη την κούρασή του, ο Γκόρντον είχε αναλάβει να απαγγείλει για χάρη του Μάνθου ένα κομμάτι από την Αντιγόνη του Σοφοκλή, εκείνο που μιλάει για τον «έρωτα τον ανίκητο στη μάχη». Το απάγγειλε στα αρχαία ελληνικά ωστόσο, και η επιπρόσθετη παρεμβολή της ερασμιακής προφοράς ήταν αρκετή για να καταστήσει το απόσπασμα εντελώς ακατανόητο στ’ αυτιά του νέου.
Το μοναστήρι ήταν σχεδόν κρεμασμένο στον βράχο που ανοιγόταν στα αριστερά της χαράδρας, χτισμένο σαν αετοφωλιά στην άκρη του γείσου που πρόσφερε μια εντυπωσιακή θέα στο ποτάμι που κυλούσε εκατοντάδες πόδια πιο κάτω, με έναν τρόπο τόσο ειδυλλιακό που θύμιζε ζωγραφισμένο σκηνικό σε κάποια ιταλική όπερα. Οι δύο ταξιδιώτες ξεπέζεψαν απ’ τα μουλάρια τους, και ο Μάνθος κούνησε δυνατά το κουδούνι που κρεμόταν στα δεξιά της πύλης, ειδοποιώντας τους καλογέρους. Λίγες στιγμές αργότερα, αντήχησε μια φωνή από ψηλά. «Ποιος είναι;» ακούστηκε να ρωτάει ο νεαρός μοναχός, ακουμπισμένος στην ξύλινη κουπαστή του μπαλκονιού που διέτρεχε τον πρώτο όροφο του κτίσματος. «Ο Μάνθος είμαι παππούλη, ο Μάνθος του Βασίλη του Γούσιου, απ’ τη Βοστίτσα. Φέρνω έναν μουσαφίρη απ’ τη Φραγκιά, έναν μεγάλο δάσκαλο που θέλει να επισκεφτεί το μοναστήρι. Θα μας αφήσετε να περάσουμε; Όλη τη μέρα βαδίζουμε, είμαστε αποσταμένοι πολύ.» Ο μοναχός δεν απάντησε, παρά αποσύρθηκε αριστερά, σε μια σκαλίτσα που πρέπει να οδηγούσε στο ισόγειο. Για λίγη ώρα δεν ακούστηκε τίποτα. Ο Γκόρντον κοίταξε ελαφρά ανήσυχος τον Μάνθο, αλλά εκείνος του αποκρίθηκε με ένα καθησυχαστικό βλέμμα. Ύστερα ακούστηκε ο καμπανιστός ήχος του μεταλλικού μάνταλου, και η πύλη του μοναστηριού άνοιξε τρίζοντας. Μπροστά τους φάνηκε ο προηγούμενος νεαρός, μαζί με έναν αρκετά ηλικιωμένο σύντροφό του, πιθανότατα τον ηγούμενο της μονής.
«Καλησπέρα, δέσποτα», έκανε χαρούμενα ο Μάνθος κι έσκυψε φιλώντας το χέρι του γέροντα μοναχού. Αυτός δεν έδειξε να συγκινείται ιδιαίτερα, παραμένοντας ανέκφραστος, παρ’ όλο που έτεινε την ανάστροφη της παλάμης του του αρκετά επιδεικτικά για το χειροφίλημα. Ο Γκόρντον μιμήθηκε το Μάνθο σε όλα, αναγνωρίζοντας στη στάση του την πιθανή αναγκαιότητα μιας εθιμοτυπίας.
«Καλησπέρα», είπε τελικά ο ηλικιωμένος, ικανοποιημένος ίσως από τις διαδοχικές τους επικύψεις. «Τι σας φέρνει εδώ πάνω;»
«Έρχομαι απ’ την Αγγλία», απάντησε ο Γκόρντον. «Κάνω περιήγηση στην Ελλάδα και ο δρόμος μου με οδήγησε ως εδώ, μαζί με το νεαρό συνοδό μου. Θα μπορούσατε να μας φιλοξενήσετε για ένα βράδυ, καθώς δεν υπάρχει άλλος χώρος για να διανυκτερεύσουμε τριγύρω;»
(Απέφυγε να του αποκαλύψει την ιδιότητά του, καθώς και το πανεπιστήμιο απ’ όπου είχε έρθει. Το βλέμμα του Μάνθου πάνω του, την ώρα που περνούσανε το κατώφλι της μονής, ακολουθώντας τον ηγούμενο και τον νεαρό βοηθό του, ήταν ενδεικτικό της ηθικής ανεπάρκειας που ενυπήρχε στην παράλειψή του. Δεν ήθελε να ρισκάρει σε τίποτα το σχέδιό του, ωστόσο, ενσπείροντας αμφιβολίες στους μοναχούς. Στο κάτω-κάτω, όσο κι αν δίσταζε να το παραδεχτεί, αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει δεν αποτελούσε παρά μια μορφή κλοπής. Το βιβλίο που αναζητούσε θα ήταν ασφαλές απ’ όλους τους κινδύνους που το απειλούσαν εδώ, σε τούτη την γωνιά της οθωμανικής Πελοποννήσου, τοποθετημένο σε μια από τις ιστορικότερες και μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου, εντούτοις το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς αν έκλεβε ένα παιδί απ’ τη φτωχή οικογένειά του για να το παραδώσει για υιοθεσία σε έναν λόρδο. Δεν υπήρχε καμιά δικαιολογία για εκείνο που σχεδίαζε να διαπράξει, και ο Μάνθος, όσο και να βαυκαλιζόταν για το αντίθετο ο Γκόρντον, γινόταν όλο και περισσότερο κοινωνός αυτής της επίγνωσης.)
Οι μοναχοί τούς πέρασαν στον μικρό περίβολο της μονής, δένοντας τα μουλάρια τους σε ένα στεγασμένο παχνί που υπήρχε αριστερά τους, όπου κοιμόντουσαν ήδη δύο γαϊδουράκια, και στη συνέχεια τους οδήγησαν στον χώρο φιλοξενίας, το λεγόμενο αρχονταρίκι. Εκεί, αφού τούς καθίσανε στο ταπεινό τραπέζι, τους σέρβιραν το φαγητό της βραδιάς (ψητό πιτσούνι με γλυκά χόρτα και μαύρο, σκληρό ψωμί) κι έπειτα μαζεύτηκαν γύρω τους, παρατηρώντας τα παράξενα όντα την ώρα που έτρωγαν το φαγητό τους. Όταν απόφαγαν, τους έφεραν για επιδόρπιο (πράγμα που συνιστούσε μια συγκινητική χειρονομία, καθώς η λιτότητα του χώρου και των προμηθειών τους ήταν έκδηλη) από ένα παράξενο μικρό ζελέ μέσα σε ένα πιατάκι, αυτό που στην Αγγλία αποκαλείται «Turkish delight». Ήταν πολύ νόστιμο, αφήνοντας μια ζαχαρένια επίγευση από τριαντάφυλλο στο στόμα.
«Ευχαριστούμε πολύ», τους είπε ο Γκόρντον, όσο μπορούσε πιο ευγενικά. «Δεν περιμέναμε τόση περιποίηση. Είσαστε όλοι εδώ;» (Μετρώντας τους παριστάμενους μοναχούς, διαπίστωσε ότι δεν ξεπερνούσαν τους είκοσι, σε όλα τα μεγέθη, τις ηλικίες και τα σχήματα, με μόνα κοινά στοιχεία τις σκούρες ή υπόγκριζες γενειάδες τους και τα μαύρα τους ράσα.)
«Ναι, αυτοί είμαστε», αποκρίθηκε ο ηλικιωμένος ηγούμενος. «Πώς ονομάζεσαι, παιδί μου;»
«Λέγομαι Γκόρντον Πίμποντι. Ταξιδεύω στην Ελλάδα για να γνωρίσω τον αρχαίο και τον σύγχρονο πολιτισμό της. Λατρεύω την Ελλάδα και τους Έλληνες.»
«Είσαι χριστιανός;»
«Βεβαίως! Όχι ορθόδοξος, βέβαια, αλλά ούτε και καθολικός. Είμαι προτεστάντης, μέλος της εκκλησίας της Αγγλίας.» (Είχε διαπιστώσει ότι αυτό καθησύχαζε τους Έλληνες. Στη συνείδησή τους, οι καθολικοί ήταν καταγεγραμμένοι ως οι βασικοί θρησκευτικοί τους αντίπαλοι. Ο προτεσταντισμός, στα μάτια τους, ήταν περίπου ανυπόστατος, λες και δεν είχανε περάσει ήδη τριακόσια χρόνια απ’ τη Μεταρρύθμιση, λες και σ’ αυτό το ιδιότυπο κουκούλι, που είχε αποτελέσει για τον βυζαντινό ελληνισμό η τουρκοκρατία, ο Λούθηρος δεν συνιστούσε παρά έναν αμελητέο νεωτερισμό, μία ακόμα πρόσφατη τρέλα της Δύσης.)
«Και; Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Είδες τι τραβάμε απ’ τους Τούρκους;»
«Ναι, ναι, είναι φριχτό», απάντησε ο Γκόρντον. Η πολιτική δεν ήταν το φόρτε του και απεχθανόταν να προβαίνει σε εύκολες δηλώσεις για δημόσια θέματα. Όλη η γενιά του, συμμαθητές, συμφοιτητές και φίλοι, διατράνωναν παντού την περιφρόνησή τους προς το κατεστημένο και τη λατρεία τους για τον μικρόσωμο διάβολο, τον ανατροπέα των σάπιων δομών της Ευρώπης, το Ναπολέοντα. Εκείνος δεν τους είχε μιμηθεί ούτε μια φορά, ούτε καν για να πικάρει τους γονείς του, σε κάποια βραδινή σύναξη όπου η μελαγχολική, χειμωνιάτικη βαρεμάρα θα άνοιγε χώρο ακόμα και για ένα κακόγουστο ανέκδοτο ή μια ανάρμοστη παρατήρηση. Ωστόσο, μιας και φιλοξενούνταν από Έλληνες στην Ελλάδα, το ένιωσε σωστό να συστρατευτεί μαζί τους στη διεκτραγώδηση των βασάνων που υφίσταντο από τους Τούρκους επικυρίαρχους. Άλλωστε ήταν κάτι που το είχε διαπιστώσει κι ο ίδιος στη διαδρομή του ως εκεί: ο τρόπος που ταπείνωναν οι Τούρκοι τους Έλληνες σε κάθε ευκαιρία, ο τρόπος που είχε δει να τους χτυπάνε ή να τους οδηγούν σιδηροδέσμιους, τον είχε κάνει να αγανακτήσει στιγμιαία. Έπειτα ωστόσο είχε σκεφτεί ότι το ίδιο περίπου συνέβαινε και στη δική του χώρα, στη βαναυσότητα με την οποία οι προνομιούχοι κρατούσαν εξανδραποδισμένους τους φτωχούς, τους ανέστιους και τους πλάνητες, στον τρόπο που ξεσπιτώνονταν με τον βούρδουλα οι χιλιάδες πρώην ακτήμονες των επαρχιών απ’ τις φτωχές τους εστίες και υποχρεώνονταν να στοιβαχτούν στις μεγάλες πόλεις, για να δουλέψουν στα καινούργια εργοστάσια των ατμομηχανών. Η ηθική σύγχυση που επακολουθούσε στη σκέψη του, έβρισκε γιατρειά μονάχα στην περιπλάνηση στα ασφαλή πεδία της αναπόλησης, ιδίως όταν αυτή αφορούσε την αρχαία Ελλάδα. (Φαίνεται τελικά ότι η καταφυγή στην κλασική αρχαιότητα αποτελούσε για την περίπτωσή του ιδανική πανάκεια, απέναντι σε όλες τις οδυνηρές αντιφάσεις του εαυτού του αλλά και του μοντέρνου κόσμου, στον οποίο τον είχε ρίξει η τύχη και η σύμπτωση.)
«Και πιστεύεις ότι θα μας βοηθήσουν οι ξένες Δυνάμεις;»
«Να σας βοηθήσουν, σε τι;»
«Αν… Αν γίνει κάτι εδώ, με τους Τούρκους, θα μας βοηθήσουν;»
«Ω, δεν γνωρίζω. Πάντως, πολλοί στην Αγγλία αγαπούν την Ελλάδα. Υπάρχουν ολόκληρα πανεπιστήμια όπου οι νέοι μαθαίνουν τη γλώσσα σας, διαβάζουν για την ιστορία και τον πολιτισμό σας.»
Ο ηγούμενος έδειχνε κατάπληκτος. Τα μάτια του ήταν σχεδόν νοτισμένα απ’ τη συγκίνηση. «…Διαβάζουν για μας; Διαβάζουν για την Ελλάδα;»
«Βεβαίως.»
«Διαβάζουν για μας…»
«…Εσείς, εδώ; Έχετε βιβλία εδώ, στο μοναστήρι;»
Αντί για απάντηση, το βλέμμα του ηγούμενου έμεινε για λίγο μετέωρο, κι έπειτα μετατράπηκε σε ένα μελαγχολικό χαμόγελο, το χαμόγελο κάποιου που δεν ήξερε τι ακριβώς να απαντήσει.
Β.
Ξύπνησα από το τράνταγμα της διείσδυσης.
Ελάχιστες στιγμές πιο πριν, κολυμπούσα στα νερά ενός συγκεχυμένου ονείρου, ωστόσο με το που εκείνος μπήκε μέσα μου, ξύπνησα απότομα και αμετάκλητα, όχι στην πραγματικότητα ωστόσο, ούτε και στο όνειρο, αλλά σε κάτι ενδιάμεσο, κάπου όπου μονάχα εκείνος μπορούσε να με οδηγήσει και όπου τώρα, με τη σταθερή του καθοδήγηση, καθώς μπαινόβγαινε δυνατά και σταθερά μέσα μου, όδευα δίχως καμιά αμφιβολία.
Γύρισα και τον είδα. Μέσα στο απόλυτο σχεδόν σκοτάδι του κελιού μας, τα μάτια του φέγγανε σαν δύο μακρινές, αναμμένες σπηλιές. Το νεανικό πρόσωπό του ήταν αυλακωμένο από μια έντονη σκληρότητα, ίδια με τη σκληρότητα που έχουν τα πρόσωπα των αρχαίων αγαλμάτων, στα οποία έχει αφαιρεθεί η ιδιότητα του βλέμματος, και πλέον τα μάτια τους κοιτάζουν προς τα μέσα και όχι προς τα έξω, σαν δύο καρποί δίχως κουκούτσι, φαγωμένοι από τα πεινασμένα πουλιά.
Μου έπαιρνε την παρθενιά κι εγώ δεν τον εμπόδιζα, ριγμένος απότομα μέσα στο πέλαγος που μέχρι χτες φοβόμουνα και ποθούσα ταυτόχρονα, και τώρα, καθώς το κύμα του με έπνιγε και με βύθιζε ολοένα και περισσότερο, εγώ βούλιαζα ως τα μαλλιά σε εκείνη την ηδονή που θύμιζε φριχτό θάνατο, την ηδονή του απόλυτου σκοταδιού η οποία, καθώς τον άκουγα να βαριανασαίνει σαν δράκοντας από πίσω μου, με την ανάσα του που μύριζε γλυκιά αποσύνθεση, έμοιαζε με την ηδονή που πρέπει να νιώθουν τα ζώα όταν καταβροχθίζονται από ένα μεγάλο σαρκοβόρο, την ηδονή του σταδιακού εκμηδενισμού, καθώς η σάρκα σου λιώνει μέσα στη σάρκα ενός ανώτερου κτήνους.
Όταν τελειώσαμε, τα μάτια μου έκαιγαν και φωτίζονταν σαν τα δικά του, τα σπλάχνα μου επίσης, ενώ τα πνευμόνια και η καρδιά μου, το όσχεο και ο πρωκτός μου ακτινοβολούσαν ερεθισμένα, λες και είχα καταπιεί ένα φωσφορούχο, καυστικό υγρό, που τώρα με είχε καταστήσει ταυτόχρονα διάφανο και ακτινοβόλο. (Άραγε το καυστικό υγρό αυτό να ήταν το σπέρμα του;) Εκείνος για λίγο με απέφευγε, έχοντας γυρισμένη την πλάτη του, συμμαζεύοντας τα φτωχά και βρώμικα ρούχα του, που είχε αποχωριστεί για να με πηδήξει, σαν ένας νεαρός, γυμνός φαύνος. Εγώ ζούσα ακόμα παγιδευμένος στην κίνησή του, γεμάτος ακόμα από εκείνον, γεμάτος από την αίσθηση ότι το σώμα μου θα παλλόταν για πάντα στον ρυθμό του, όσες μέρες, όσα χρόνια κι αν πέρναγαν, κι ότι ο ρυθμός αυτός θα ήταν από τώρα και στο εξής ο μυστικός παλμός της ύπαρξής μου.
«…Ξέρω πού βρίσκεται αυτό που ψάχνεις», είπε ο Μάνθος κάποια στιγμή. Εγώ ήμουν ακόμα παραδομένος στην ονειροπόληση.
«Δηλαδή;»
«Το βιβλίο που θέλεις. Ξέρω πού το ’χουν κλεισμένο οι καλογέροι.»
(Καθώς το μυαλό μου προσγειωνόταν και πάλι στην πραγματικότητα που το περιέβαλλε, θυμήθηκα τι είχε συμβεί. Λίγο μετά αφότου φάγαμε, ο ηγούμενος μας ξενάγησε στη μονή, κάτω από το αχνό φως ενός λυχναριού. Το κτίσμα, αποτελούμενο από τρεις ορόφους οι οποίοι ήταν κολλημένοι στα τοιχώματα του κάθετου βράχου –και που πιθανότατα είχαν προέλθει από σταδιακές προσθήκες στα πρώτα κελιά, τα ασκηταριά που πρέπει να είχαν λαξευτεί σαν μικρές τρύπες στον ίδιο βράχο από τους πρώτους ερημίτες της περιοχής– ήταν αρκετά ταπεινό, στερούμενο του επιβλητικού μεγαλείου που διαθέτουν κάποιες μονές της Ιταλίας ή της Γαλλίας. Κάποια στιγμή, βρεθήκαμε και στον χώρο της βιβλιοθήκης, εκεί όπου φυλάσσονταν τα λιγοστά κειμήλια της μονής. Με την πρώτη κιόλας ματιά, με κατέλαβε απογοήτευση. Τα κειμήλια, φυλαγμένα μέσα σε μπαουλάκια και τυλιγμένα σε λιγδερά πανιά, δεν ήταν παρά εκείνα τα αξιολύπητα «σουβενίρ των Αγίων Τόπων» που κάποτε οι επιτήδειοι πουλούσαν και στη χώρα μου, και που πλέον ακόμα και ο πιο βραδύστροφος Άγγλος διέθετε αρκετό ορθολογισμό για να σταθμίσει την αξία τους. Ήτανε ένα κομμάτι απ’ τον ιματισμό ενός Αποστόλου –δεν θυμάμαι καν ποιον μου ανέφερε ο ηγούμενος, κοιτώντας με με ένα λιγωμένο ύφος που έμοιαζε να ικετεύει το θαυμασμό– καθώς και ένα απωθητικό θραύσμα απ’ το κρανίο του οσίου Μελετίου, του αγίου του οποίου το δέρμα είχε καταστεί κάτι σαν προσωπική μου εμμονή το τελευταίο διάστημα. Όσο για τη βιβλιοθήκη την ίδια, συναγωνιζόταν το υπόλοιπο μοναστήρι σε ασημαντότητα. Ύμνοι και ελληνικές προσευχές του ανατολικού τυπικού της θείας Λειτουργίας και, κατά τα άλλα, ατελείωτοι τόμοι με κηρύγματα και βίους αγίων, από εκείνα που κάθε χριστιανικός πληθυσμός της Ανατολής, από τη Σμύρνη ως την Αντιόχεια κι απ’ την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Ιερουσαλήμ, μπορεί να βρει να πωλείται σε οποιαδήποτε κυριακάτικη λαϊκή αγορά, μαζί με λιβάνι, θυμίαμα και τους ετήσιους καζαμίες για ημιαγράμματους, φτιαγμένους από φτηνό χαρτί κατάλληλο για τύλιγμα ψαριών. Τίποτα αρχαιότερο της πεντηκονταετίας δεν υπήρχε. Η σκέψη ότι είχα μπει σε τόσο κόπο και έξοδα για να καταλήξω εκεί μέσα, σε εκείνη την ασφυκτική ποντικότρυπα, μερικές εκατοντάδες πόδια πάνω απ’ το βάραθρο, σχεδόν μου έφερε ναυτία. Ωστόσο επιφυλάχθηκα να επισκεφθώ και πάλι τον χώρο με το φως της ημέρας, ώστε να «θαυμάσω καλύτερα τους θησαυρούς του», κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησα για να κολακέψω τον κακόμοιρο ηγούμενο της μονής.)
«…Μα αφού δεν υπήρχε τίποτα. Μαζί δεν το είδαμε;»
«Δεν είναι ανόητοι να σου δείξουν τα μυστικά τους. Εγώ όμως ξέρω. Θες να σου δείξω;»
«Φυσικά. Αυτός είναι ο σκοπός μου, άλλωστε.»
«Αν είναι αυτό που ζητάς, σκοπεύεις να το κλέψεις;»
Η αμεσότητα της λέξης που χρησιμοποίησε ο Μάνθος, περισσότερο με αιφνιδίασε παρά με πρόσβαλε. Ωστόσο ο τόνος του ήταν καθαρός, απαλλαγμένος από ειρωνεία ή καταφρόνια. Ναι, αυτό σκόπευα να κάνω, δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κρύψω. Σκόπευα να γίνω ένας κλέφτης.
«…Ναι.»
«Τότε θα πρέπει να ετοιμαστούμε να φύγουμε αμέσως. Οι μοναχοί δεν πρόκειται να επιτρέψουν την κλοπή. Αν ξημερώσει, θα την καταλάβουν.»
«Μα πώς… Μες στο σκοτάδι, στο δάσος;»
«Το δάσος το ξέρω καλά. Μπορούμε να τους ξεφύγουμε, αρκεί να μη μας πάρουν χαμπάρι. Τώρα που θα βγούμε, κοίτα μην κάνεις καθόλου φασαρία. Και μην ανάψεις κερί. Τα μάτια μας είναι αρκετά για να βλέπουμε.»
Ακόμα κι αν διαφωνούσα, δεν επρόκειτο να το πω. Ήμουνα πια ένα πειθήνιο όργανο στα χέρια του. Ο έρωτας που μου είχε μόλις κάνει, με είχε μαλακώσει τόσο πολύ, καθιστώντας το πνεύμα μου και την ψυχή μου, όπως είχε συμβεί με τη σάρκα μου, έναν εύπλαστο πηλό, παραδομένο στα σκληρά δάχτυλά του, που τον μαλάζανε δίνοντάς του το σχήμα που ήθελε εκείνος. Αμέσως σηκωθήκαμε κι αρχίσαμε να ντυνόμαστε.
Καθώς έστριψα το πόμολο για να ανοίξουμε την πόρτα του κελιού μας, συνειδητοποίησα ότι ήτανε κλειδωμένη. Δεν μπορούσαμε να βγούμε! Γύρισα και κοίταξα το Μάνθο, που μου έγνεψε με κατανόηση, δίχως λόγια. Τα μάτια του ακτινοβολούσαν ακόμα, όπως και πριν, με έναν τρόπο που τον έκανε να μοιάζει κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από άνθρωπος. Αναρωτιόμουν αν, μέσω της επαφής που είχαμε προηγουμένως, έλαμπα τώρα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο. Ο Μάνθος κινήθηκε προς τον απέναντι τοίχο του στενού κελιού μας. Εκεί, πάνω απ’ τα δύο κρεβάτια που είχαν φιλοξενήσει μέχρι πριν λίγο τα κουρασμένα μας σαρκία, βρισκόταν ένας μικρός φεγγίτης. Ο Μάνθος τον άνοιξε, αφήνοντας το αεράκι της μυρωμένης νύχτας του δάσους να μας δροσίσει. Τα μάτια μου δεν πίστευαν εκείνο που ακολούθησε.
Ο Μάνθος υψώθηκε, πέρασε το λυγερό κορμί του μέσα απ’ το άνοιγμα του φεγγίτη, και τρύπωσε βγαίνοντας στον νυχτερινό αέρα σαν γρήγορο φίδι. Έπειτα, άπλωσε τη μισάνοιχτη παλάμη του μέσα απ’ το άνοιγμα, καλώντας με να την αρπάξω. Στραβοκατάπια, και δίχως να το πολυσκεφτώ, ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά του. Εκείνος με έσφιξε γερά, κι έπειτα με τράβηξε με μια δύναμη πολύ πιο ισχυρή απ’ όσο υπαινισσόταν η λιανή μορφή του, οδηγώντας με μέσα απ’ το άνοιγμα και πάνω σε μια επικλινή στέγη, τη στέγη του τρίτου και τελευταίου ορόφου της μονής, πέρα από την οποία υπήρχαν μονάχα τα βρύα και τα σκίνα του κάθετου βράχου, εκεί όπου φώλιαζαν γεράκια και άλλα άγρια πουλιά, που τα κρωξίματά τους μας είχαν συνοδέψει στον ύπνο μας, λίγο πιο πριν. Ο αέρας ήταν γλυκός και δροσερός, αέρας καλοκαιριάτικης νύχτας δίχως δύναμη, απαλλάσσοντάς μας απ’ την ανάγκη να φυλαχτούμε για την απώλεια της ισορροπίας μας. Έμοιαζε λες και ολόκληρη η πλάση να ακινητούσε γύρω μας, να ακινητούσε αφήνοντας εκείνον, που η κίνησή του διέθετε έναν πρωτόγνωρο σφυγμό, τον σφυγμό της καρδιάς του κόσμου, να με οδηγήσει εκεί που επιθυμούσε. Περπατώντας στη στέγη, η οποία, φτιαγμένη ποιος ξέρει από ποιο μαλακό, φθαρτό υλικό, βούλιαζε απαλά σε κάθε μας πάτημα, οδηγηθήκαμε στην άλλη άκρη του ορόφου, σε ένα διακριτό δώμα που εξείχε στο κενό, και που όλα έδειχναν ότι ήταν το μέρος που αναζητούσαμε (θυμόμουν κι εγώ ότι η βιβλιοθήκη βρισκόταν στον τρίτο όροφο της μονής, τον ίδιο με το κελί μας). Για λίγο ο Μάνθος ψαχούλεψε τη μαλακιά στέγη, αναζητώντας το άνοιγμα. Δεν άργησε να το βρει. Ήταν ένας φεγγίτης παρόμοιος με εκείνον του δωματίου μας. Ο Μάνθος τον παραβίασε, και σε λίγα λεπτά τον είχε ανοίξει. Χώθηκε άφοβα μέσα στο άνοιγμα, λες κι έμπαινε ολόκληρος μέσα σε μια γιορτινή φορεσιά. Αυτή τη φορά, τον ακολούθησα δίχως να διστάσω. Έπειτα από μια στιγμή, βρισκόμασταν στον χώρο της βιβλιοθήκης.
Το άνοιγμα έβγαζε σε ένα παταράκι που λειτουργούσε ως εσωτερική βεράντα της βιβλιοθήκης. Κοιτώντας κάτω, διέκρινα τον Μάνθο να κινείται στα τέσσερα, μυρίζοντας λες το δάπεδο σαν ένα λαγωνικό. Ύστερα, ακολουθώντας την ίδια ανεξιχνίαστη οσμή μιας αόρατης έρευνας, οδηγήθηκε σε έναν από τους τοίχους, που πρέπει να έβλεπε στον βορρά, αποτελώντας δηλαδή μέρος του σκαλισμένου βράχου. Καθώς τον πλησίασα, βλέποντας μέσα στο απόλυτο σκοτάδι με τα δύο καντήλια που ήταν πλέον τα μάτια μου, τον διέκρινα να ψηλαφεί το δέρμα του βράχου, χαϊδεύοντάς τον σχεδόν, με μια θέρμη που με συγκίνησε, φέρνοντας στο νου μου τον τρόπο που χάιδευε και έσφιγγε την πλάτη μου νωρίτερα, κάνοντάς με δικό του για πάντα, και λίγο πιο ύστερα, τον είδα να αγγίζει τη θήκη ενός κεριού που ήταν μπηγμένο στον τοίχο, περιστρέφοντάς την με τρόπο που, σάμπως ν’ αποτελούσε ένα πόμολο, έδωσε σχήμα και μορφή σε μια πόρτα αόρατη μέχρι τότε, που όμως τώρα είχε μισανοίξει και μας περίμενε να τη διαβούμε, εισχωρώντας ακόμα βαθύτερα σε εκείνο το στόμα του βράχου, μέσα στα πιο βαθιά έγκατα του σπηλαίου.
Ήταν η βιβλιοθήκη που αναζητούσα…
Αυτός ήταν ο λόγος που είχα ταξιδέψει τόσες χιλιάδες μίλια μέχρι εδώ, που είχα κινδυνέψει και ξοδευτεί τόσο, που είχα αντιμετωπίσει τη θυμηδία έως και τη λοιδορία των γηραιών συναδέλφων μου στο πανεπιστήμιο∙ ναι, τα είχα καταφέρει, και όλα αυτά χάρη σε εκείνον, χάρη σε τούτο το παιδί που περιπλανιόταν μέσα στο κούφωμα το γεμάτο πανάρχαια βιβλία, μην ξέροντας την αξία αυτού που είχε κατορθώσει, περπατώντας αδιάφορα, σαν ένα αγόρι που προσπαθεί να αποφύγει την τιμωρία, ή σαν ένας μικρός θεός που δεν γνωρίζει καν τη δύναμή του.
Στο μισοσκόταδο, άρχισα να διαβάζω τους τίτλους. Υπήρχαν εδώ βιβλία όλων των περιόδων του Βυζαντίου, βιβλία φιλοσόφων και χρονικογράφων της Ανατολής αλλά και της Δύσης, από τον Πλήθωνα Γεμιστό μέχρι το Μιχαήλ Ψελλό κι από τον Ραίημοντ Λουλ μέχρι τον Τζορντάνο Μπρούνο (!). Βρήκα βιβλία του Βάκωνα, της εποχής του ίδιου του φιλοσόφου, βρήκα βιβλία σε αραβική γραφή, βρήκα βυζαντινές μεταγραφές του Αριστοτέλη από τον έκτο και τον έβδομο αιώνα, αλλά και κείμενα των προσωκρατικών, που δεν περίμενα με τίποτα να τα συναντήσω σε ένα ορθόδοξο μοναστήρι της ελλαδικής επαρχίας, Παρμενίδη και Πυθαγόρα, Σενέκα και Μάρκο Αυρήλιο, ακόμα και Πλίνιο και Λουκρήτιο. Τα περισσότερα δε, σε παλιές γραφές που προηγούνταν αιώνες ολόκληρους του Γουτεμβέργιου, χαραγμένες με μελάνι σουπιάς σε περγαμηνές από έμβρυα βοδιού, το λεγόμενο vellum, το εκλεκτότερο και διαρκέστερο υλικό γραφικής αποτύπωσης που είχε ανακαλύψει ποτέ η ανθρώπινη επινοητικότητα. Ωστόσο ακόμα δεν είχα βρει εκείνο για το οποίο βρισκόμουν εδώ.
Έμελλε να μου το φέρει στα χέρια ο Μάνθος.
Αντιλήφθηκα μια εστία φωτός, ακριβώς από πίσω μου, και την ίδια στιγμή έστρεψα και τον είδα να το κρατάει, κουρνιασμένο στην αγκαλιά του σαν ένα μωρό. Ήταν το ανθρώπινο βιβλίο. Αυτό που έψαχνα χρόνια τώρα. Πλησίασα θαμπωμένος από τη λάμψη του Μάνθου και του ευρήματός του. Δεν σκέφτηκα καν να τον ρωτήσω πού το είχε βρει. Το άγγιξα, το χάιδεψα, και έπειτα το πήρα στα χέρια μου, προσέχοντας να μη μου πέσει στο πάτωμα, όπως θα έκανα και μ’ ένα ανθρώπινο βρέφος. Το δέρμα των εξωφύλλων του και οι περγαμηνές των σελίδων του δεν διέφεραν στην υφή από οποιοδήποτε άλλο αρχαίο βιβλίο. Ωστόσο η όψη του μαρτυρούσε αναμφίβολα την φριχτή του προέλευση. Καθώς παλλόταν μέσα σε εκείνη την απόκοσμη λάμψη, που δεν καταλάβαινα αν ήταν δική του ή αν την είχε μεταλάβει κι αυτήν απ’ το Μάνθο, τα μάτια του οποίου εξακολουθούσαν να φωτοβολούν σαν δύο μικροί δαυλοί, αντίκρισα μικρά αλλά αναντίρρητα σημάδια της ανθρώπινης καταγωγής του, τους πόρους και τις τριχούλες που διακρίνονταν εδώ κι εκεί, καθώς το δέρμα δεν είχε υποστεί την αναμενόμενη επεξεργασία μέχρι τέλους, ίσως για να μπορεί να επιβεβαιωθεί η αιματηρή προέλευσή του, ίσως από την άλλη και ως ένδειξη σεβασμού προς τον όσιο της Ανατολής που είχε αποτελέσει τη μαρτυρική πρώτη του ύλη.
Κοίταξα το γραμμένο κείμενο. Ήτανε όντως εκείνο που μου είχε αναφέρει ο σερ Άντονι, η Φιλοκαλία του Απολλώνιου. Το ξεφύλλισα και είδα τα γνωστά αποσπάσματα, τις μικρές παραινέσεις και τους βίους των αγίων με το φριχτό τέλος που συνιστούσαν έναν αναμφισβήτητο ηθικό φάρο για κάθε χριστιανό, μα που ωστόσο, χαραγμένες καθώς ήταν πάνω σε ένα ανθρώπινο λείψανο, αποκτούσανε τώρα μιαν εντελώς διαφορετική υπόσταση, μοιάζοντας να ολοκληρώνουν ή να επικυρώνουν το μαρτύριο απ’ όπου είχε ξεπηδήσει η περγαμηνή τούτη, και ταυτόχρονα να αποτελούν τη μεγαλύτερη απόδειξη για την αξία των γραφομένων τους, μιας και δεν υπήρχε πιο δραστικός τρόπος για να επιβληθούν στη συνείδηση του αναγνώστη τους από το γεγονός ότι ήταν αποτυπωμένα πάνω σε ένα παρόμοιο απομεινάρι, και δη ενός αγίου.
«Πρέπει να φύγουμε», ακούστηκε η χαμηλόφωνη παρατήρηση του Μάνθου. «Λίγο ακόμα και θα μας πάρουν χαμπάρι.»
Εγώ συγκατάνεψα αμέσως και αγκάλιασα προστατευτικά το πολύτιμο εύρημα. Τώρα που το είχα βρει, δεν θα άφηνα κανέναν και τίποτα να μου το στερήσει. Θα έκανα τα πάντα γι’ αυτόν τον σκοπό. Βγήκαμε από τη μυστική κρύπτη της βιβλιοθήκης και δοκιμάσαμε να ανοίξουμε την κύρια πόρτα της αίθουσας. Όπως ήταν αναμενόμενο, είχε κι αυτή κλειδωθεί από έξω. (Άρχιζα να συνειδητοποιώ με αυξανόμενη ανησυχία ότι οι μοναχοί που μας φιλοξενούσαν δεν είχανε καμία σχέση με τη φιλήσυχη, καλοκάγαθη εικόνα που είχαν αφήσει να φανεί στην πρώτη επαφή μας· προσπαθούσα να φανταστώ ποια μέτρα θα λάμβαναν εναντίον μας, σε περίπτωση που ανακάλυπταν το βαρύτατο παράπτωμά μας.) Ο Μάνθος πισωπάτησε και κατευθύνθηκε προς το παταράκι και τον φεγγίτη. Μέσα σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν και πάλι σκαρφαλωμένοι στη στέγη της μονής. Από μακριά, στην καρδιά του ορίζοντα, το σκοτάδι είχε αρχίσει να ξηλώνεται, παραχωρώντας μια μικρή ακόμα τρύπα στο χλωμό φως της αυγής. Σε λίγη ώρα θα ερχόταν το ξημέρωμα. Και ειδικά εδώ, στο μοναστήρι, όπου τα πάντα ξύπναγαν πριν απ’ τις πέντε το πρωί, αυτό θα σήμαινε ότι οι καλόγεροι θα ξεκινούσαν τις πρώτες τους εργασίες, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την απόδρασή μας. Έπρεπε να κινηθούμε αστραπιαία.
«Δος μου το χέρι σου», μου έκανε ξαφνικά ο Μάνθος. Εγώ αμέσως υπάκουσα.
Την ίδια στιγμή έδωσε έναν πήδο, και μαζί με εκείνον βρεθήκαμε στο αμέσως πιο κάτω διάζωμα, στη στέγη του μεσαίου ορόφου. Στο δεύτερο σάλτο είχαμε προσγειωθεί στην πρώτη σκεπή, ενώ αμέσως μετά, έπειτα από ακόμα μια αφύσικη ώθηση, η αιώρηση μας έστειλε να προσγειωθούμε στον περίβολο της μονής, δίπλα από το παχνί όπου μας περίμεναν τα μουλάρια μας. Στο ίδιο σημείο βρισκόταν και ο κόκκινος μπόγος με τις αποσκευές μου.
«Πάρε τον μπόγο κι άσε τα ζώα», μου έκανε ο Μάνθος.
«Μα πώς; Πώς θα φύγουμε;»
«Κοίτα», μου έκανε αντί γι’ απάντηση αυτός, περνώντας το χέρι του μπροστά απ’ τις μουσούδες των ζώων. Εκείνα είχαν τα μάτια ορθάνοιχτα. (Είχα ακούσει ότι τα ιπποειδή κοιμόντανε όρθια, αλλά όχι και με τα μάτια ανοιχτά!)
«Βλέπεις; Αυτό είναι βασκανία», μου είπε ψιθυριστά. «Δεν πρόκειται να ξυπνήσουν, αν δεν τους πει μια ευχή ο ηγούμενος.»
«Μα… Πώς γίνεται αυτό;» έκανα εγώ μέσα σε κρύο ιδρώτα, καθώς διαπίστωνα ότι στην ουσία ήμασταν παγιδευμένοι.
«Πρέπει να το σκάσουμε», είπε και πάλι ο Μάνθος. «Μπορούμε και χωρίς τα μουλάρια.» Και με μια σβέλτη κίνηση πέταξε τον μπόγο με τις αποσκευές μου πάνω απ’ την πύλη, ώστε να ακολουθήσουμε κι εμείς. Σαν αίλουρος βρέθηκε στην κορφή της πύλης με δυο κάθετες δρασκελιές, τείνοντάς μου το χέρι, το οποίο έπιασα στη συνέχεια μ’ ένα μεγάλο άλμα, την ίδια στιγμή που κρατούσα στην αγκαλιά μου το βιβλίο. Ποτέ μου δεν είχα υπάρξει αθλητής, σε αντίθεση με αρκετούς απ’ τους συμφοιτητές μου στην Οξφόρδη, ωστόσο ο τρόπος που υπερσκέλιζα τα εμπόδια το ένα μετά το άλλο με εντυπωσίαζε, όπως θα με εντυπωσίαζε αν το είχα δει να συμβαίνει μέσα σε κάποιο όνειρο, αποδεχόμενος σιωπηλά την αλλαγή τούτη, δίχως να επαναστατώ ή να της αντιτίθεμαι, υπερασπιζόμενος τη λογική. Ήτανε λες και τα βασικά συστατικά του κόσμου γύρω μας, η σύνθεση του ανέμου και της ύλης, η βαρύτητα και η άνωση, να είχαν με κάποιο τρόπο διασαλευτεί, και τώρα πια η πλάση ήταν φτιαγμένη από ένα άλλο, πιο φιλικό και διαθέσιμο για τον άνθρωπο υλικό, σαν το βαμβάκι ή το φρέσκο χιόνι, κάνοντας τις κινήσεις μας να προσιδιάζουν περισσότερο σε ένα αργό, ακίνδυνο πέταγμα, παρά στον βάναυσο αγώνα του αθλητή να υπερβεί τα όρια της γήινης έλξης, καταπονώντας βαριά το σώμα και την ψυχή του. Λες κι είχαμε μεταμορφωθεί σε δύο νεαρά, ανθρώπινα χελιδόνια που τώρα μάθαιναν λίγο-λίγο τους κανόνες της πτήσης που τους περίμεναν στη μετέπειτα ζωή τους.
«Πού πάμε;» τον ρώτησα κάποια στιγμή λαχανιασμένος, καθώς ροβολούσαμε την ανηφοριά που οδηγούσε στο δάσος, αφήνοντας πίσω μας τη μονή του οσίου Μελετίου τρεχάτοι. Εκείνος κουβαλούσε τον μπόγο στον ώμο του, τον ίδιο μπόγο που την προηγουμένη είχε κάνει το μουλάρι μου να αγκομαχάει, και που ο Μάνθος τώρα το ισορροπούσε στην κλείδα του, λες κι ήταν ένα αβαρές κομμάτι μαλλί της γριάς.
«Εδώ πιο πάνω, στο Μαυρονέρι», μου απάντησε, δίχως να διακόψει το τρέξιμό του. «Είναι καλό λημέρι, θα δεις.»
Την ίδια στιγμή, καθώς ετοιμαζόμασταν να μπούμε στο μεγάλο, σκοτεινό ρουμάνι που ξεκινούσε λίγα βήματα παραπέρα, καλύπτοντας σαν μαύρο σαρίκι την κορυφή του βουνού, άκουσα τον επαναλαμβανόμενο χτύπο απ’ το ξύλινο σήμαντρο που καλούσε μονότονα τους μοναχούς στην πρωινή τους σύναξη. Ήταν σαν ένα σήμα πολεμικού συναγερμού που μ’ έκανε να ανατριχιάσω, σφίγγοντας ακόμα πιο προστατευτικά το λάφυρό μου πάνω στη σάρκα του στήθους μου. Γύρισα τότε και αντίκρισα μια εικόνα που με συνεπήρε: οι μοναχοί έρχονταν στο κατόπι μας, πηδώντας και πετώντας πάνω απ’ τις πύλες της μονής σαν φτερωτά έντομα, αιωρούμενοι μέσα στο μούχρωμα της αυγής, ίδιοι με απειλητικές πυγολαμπίδες που εξέπεμπαν σκοτεινό φως, ψάχνοντας να μας βρουν και πλησιάζοντάς μας ολοένα και πιο πολύ, από σάλτο σε σάλτο, από τίναγμα σε τίναγμα, ιπτάμενοι δερβίσηδες με αποστολή να ανακτήσουνε πάση θυσία εκείνο που τους είχαμε ύπουλα αποσπάσει.
Όμως με τον Μάνθο τρέχαμε σα δαιμονισμένοι και ήδη είχαμε μπει μέσα στο βαθύ δάσος. Διασχίζαμε μεγάλες αποστάσεις με λίγες μόνο δρασκελιές, καλύπτοντας την απότομη ανηφοριά, την κατάσπαρτη με έλατα και γιγάντια πεύκα, σα να ’μασταν μεγάλα, δυνατά ελάφια, που αγωνίζονταν να αποδείξουν πιο είναι το γρηγορότερο και το πιο ικανό στο απαιτητικό ανέβασμα. Εκείνος έμενε πάντα μπροστά μου, ανοίγοντας δρόμο μέσα απ’ τις φτέρες και την ψηλή βλάστηση, γνωρίζοντας τα κατατόπια, αφού ίπτατο από βράχο σε βράχο και λίγο αργότερα από κλαδί σε κλαδί, ίδιος με δρυοκολάπτη, κοιτώντας πού και πού πίσω του για να δει αν τον ακολουθούσα, πράγμα που έκανα, γιατί κι εγώ έμοιαζα αφύσικα δυναμωμένος, κι όσο περνούσε η ώρα όλο και θέριευα, λες και ο έρωτας που είχαμε κάνει τη νύχτα να με είχε προικίσει με αστείρευτες, υπερφυσικές δυνατότητες, με τη μορφή ενός μαγικού φίλτρου που είχε εισέλθει στο σώμα μου μεταγγιζόμενο απ’ το σώμα εκείνου. Και ξαφνικά, καθώς τα πόδια μου με μετέφεραν (σχεδόν παρά τη θέλησή μου) πηδώντας από ύψωμα σε ύψωμα προς την κορφή, λες και δεν ήμουν εγώ που έτρεχα, παρά κάποιος άλλος, ένα ξωτικό ή παγανό στοιχειό με ασύλληπτα δυνατούς μύες πάνω στο οποίο ήμουν σκαρφαλωμένος και με ταξίδευε, τραντάζοντάς με δυνατά σε κάθε πήδο, άρχισα να προσανατολίζομαι σε σχέση με το βουνό στο οποίο σκαρφαλώναμε, που ήταν ο Χελμός, το μεγαλύτερο όρος της βόρειας Πελοποννήσου, και, φέρνοντας στον νου μου για ακόμα μια φορά το ταξιδιωτικό μου ευαγγέλιο, την Ελλάδος Περιήγηση του Παυσανία, και υπολογίζοντας περίπου τις δικές μας συντεταγμένες (οι οποίες μεταβάλλονταν δραστικά σε κάθε μας φτεροκόπημα), κατάφερα να συμπεράνω ποιο ήταν αυτό το «Μαυρονέρι» που είχε επικαλεστεί ο Μάνθος, εκείνη η πηγή στην οποία κατευθυνόμασταν, και που επρόκειτο να αποτελέσει τη σωτηρία μας και ταυτόχρονα τη λύση όλων των μυστηρίων που με ταλάνιζαν από τη χθεσινή νύχτα:
Ήταν τα Ύδατα της Στυγός!
Ναι, εκεί βρισκόταν η μυθική τοποθεσία που φύλαγε το μυστικό της αθανασίας των αρχαίων. Εκεί όπου είχε βουτήξει η Θέτιδα τον γιο της σε μια προσπάθεια να τον κάνει άτρωτο, ξεχνώντας ωστόσο να βρέξει τη φτέρνα του, πράγμα που οδήγησε τελικά στον χαμό του, η πηγή με το σκούρο νερό που υποσχόταν τη νίκη πάνω στον θάνατο και τη φθορά…
Λίγο αργότερα, ο Μάνθος έκανε μια παράκαμψη στα δεξιά, και καταλήξαμε σ’ ένα ξέφωτο περιτριγυρισμένο από μεγάλα δέντρα, στο κέντρο του οποίου βρισκόταν εκείνο που είχα ήδη προβλέψει: ένας μικρός καταρράκτης που σωριαζόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, μέσα από έναν κάθετο βράχο με μαύρο γρανιτένιο πέτρωμα, γεμίζοντας με τη ροή του μια μικρή λίμνη, η οποία σχηματιζόταν σ’ ένα φυσικό πλάτωμα του βράχου, φτιαγμένο κι εκείνο από το ίδιο σκούρο γεωλογικό υλικό. Ο αέρας εδώ ήταν αραιός και κρύος, και δεν θύμιζε ούτε στο ελάχιστο το καλοκαίρι που επικρατούσε στα πεδινά. Το ρυθμικό κελάρυσμα υπογράμμιζε κάπως δυσοίωνα τη μοναξιά του χώρου. Πίσω μας, μέσα από τους κορμούς των ελάτων, διακρινόταν το βάραθρο και λίγο πιο κάτω η απότομη πλαγιά του βουνού, εκείνη που με τόση ευκολία είχαμε σκαρφαλώσει λίγο πιο πριν. (Άραγε οι καλόγεροι να βρίσκονταν ακόμα στο κατόπι μας; Ίσως να το διαπιστώναμε σύντομα.)
«Φτάσαμε», είπε ο Μάνθος λαχανιασμένος, αφήνοντας κάτω τον μπόγο μου. «Ετούτο εδώ είναι το Μαυρονέρι.»
«Είναι πανέμορφο», απάντησα εξαντλημένος, καθώς μόλις τώρα άρχιζα να νιώθω την καταπόνηση που αναλογούσε στο απίστευτο σωματικό μου επίτευγμα. Όλοι οι μύες μου πονούσαν και έτρεμαν, παρόμοια όπως φαντάζομαι θα τρέμουν και θα πονούν τα καθαρόαιμα άλογα έπειτα από μια δύσκολη κούρσα. Παρ’ όλα αυτά, έσφιγγα ακόμα στο στήθος μου το βιβλίο το φτιαγμένο απ’ το δέρμα του αγίου.
«…Γκόρντον, δώσε μου σε παρακαλώ το βιβλίο», είπε ξαφνικά ο Μάνθος, γυρίζοντας προς το μέρος μου. Τα μάτια του συνέχιζαν να καίνε από την ίδια εσωτερική φλόγα, ωστόσο, καθώς η μέρα φώτιζε πάνω μας, η λάμψη εκείνη έμοιαζε να χλωμιάζει, ακόμα και να αποκτά μια σκοτεινή απόχρωση. Κάτι υπόγεια απειλητικό αιωρούνταν στην έκφρασή του. Ήταν η πρώτη φορά που αποκαλούσε σωστά το όνομά μου. Άραγε η συμπεριφορά του ως τώρα να ήταν ένα προπέτασμα;
Εγώ το έσφιξα ακόμα περισσότερο πάνω μου.
«Τι το θέλεις, Μάνθο;» του έκανα. «Το βιβλίο είναι δικό μου. Διέσχισα χιλιάδες μίλια για να το βρω. Ανήκει στην επιστήμη, ανήκει στις επόμενες γενιές, που θα το εκτιμήσουν όπως του πρέπει.»
«Δώσε μου το βιβλίο, Γκόρντον,» επανέλαβε στον ίδιο ακριβώς τόνο ο Μάνθος. Κι έπειτα, ελάχιστα πιο διαλλακτικά: «Για λίγο μόνο. Θέλω κάτι να δω.»
Δεν ήξερα αν έπρεπε να τον εμπιστευτώ. Υπήρχε κάτι στη μορφή του, η οποία δεν θύμιζε σε τίποτα πια τον νεαρό έφηβο, τον αθώο και χαμογελαστό, που είχα γνωρίσει τις προηγούμενες τρεις ημέρες: φουσκωμένη απ’ τον έρωτα και μια αφύσικη σωματική ρώμη, και σκιασμένη από το μαύρο φως των ματιών του, παρέπεμπε ολοένα και περισσότερο σε αρπακτικό που ετοιμαζόταν να διεκδικήσει τη λεία του. Προτού να αποφασίσω τι θα έκανα, ωστόσο, εκείνος άπλωσε το χέρι του και με μια δυνατή κίνηση άρπαξε το βιβλίο μέσα απ’ τα μπράτσα μου. Εγώ έβγαλα μια κραυγή τρόμου, όμως εκείνος, ακόμα πιο θρασύς, έδωσε μία και πέταξε το βιβλίο στη λιμνούλα που σχημάτιζε ο καταρράκτης.
Έτρεξα απεγνωσμένα ως εκεί. Το βιβλίο δεν φαινότανε πουθενά. Παρασυρμένο απ’ το μεγάλο του βάρος, είχε βουλιάξει αμέσως στον μαύρο πάτο της λίμνης που δεν διακρινόταν καθόλου, καθιστώντας αδύνατο να συμπεράνει κανείς αν ήταν ρηχός, ή αν αντίθετα βρισκόταν στο τέρμα μιας απύθμενης αβύσσου. Έκανα να βουτήξω, αλλά κρατήθηκα. Κάτι με εμπόδισε ενστικτωδώς. Έτσι κι αλλιώς δεν ήξερα κολύμπι.
Γύρισα προς το Μάνθο και του φώναξα με μίσος: «Γιατί το έκανες αυτό, ε; Τα κατέστρεψες όλα!» Ήμουν τρελός από οργή.
Εκείνος μου χαμογέλασε, με ένα ύφος γεμάτο πρόκληση και ειρωνεία, τέτοιο που δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσε να αποτυπωθεί στο πρόσωπό του. «Αυτό ακριβώς ήθελα», είπε χλευάζοντας. «Να το καταστρέψω!»
Εγώ θόλωσα. Έτρεξα προς το μέρος του οργισμένος σαν ταύρος, και μ’ ένα απότομο τίναγμα τον έσπρωξα πίσω, γκρεμίζοντάς τον στο βάραθρο, προτού να καταφέρει να καταλάβει την πρόθεσή μου, προτού να καταλάβω κι εγώ τι έκανα και γιατί το είχα κάνει. Μέσα σε μια στιγμή, ο Μάνθος ρουφήχτηκε απ’ το χάσμα, και μια ανάσα πιο μετά μετατράπηκε σε μια κουκίδα στο βάθος της πλαγιάς, μένοντας εκεί ακίνητος, σβησμένος, στα σίγουρα νεκρός. Είχα γίνει φονιάς. Κάλυψα το πρόσωπό μου με τις παλάμες μου, καθώς τα μάτια μου έτρεμαν μέσα στις κόγχες τους με μια έκφραση απόλυτου τρόμου.
Ξαφνικά, άκουσα το νερό πίσω μου να αναδεύεται. Γύρισα και είδα τον αφρό μιας κίνησης από τα κάτω, απ’ το βυθό της λιμνούλας, την ίδια στιγμή που ένας υπόκωφος βορβορυγμός έκανε το έδαφος να τρανταχτεί, λες και γινόταν σεισμός. Πλησίασα και διέκρινα κάτι που με οδήγησε σχεδόν να χάσω τις αισθήσεις μου.
Μέσα απ’ το μαύρο νερό, αναδύθηκε αργά ένας γιγαντόσωμος, γυμνός άντρας. Το κορμί του ήταν δεμένο και δυνατό, σαν εκείνο των αρχαίων παλαιστών στις γλυπτικές αναπαραστάσεις, το κεφάλι του καλυμμένο με ένα μούσι και μια πυκνή κόμη γεμάτη βοστρύχους, το φύλο του δυνατό, κρεμασμένο ανάμεσα στους ισχυρούς του μηρούς σαν ώριμος, σαρκώδης καρπός. Και το πιο παράξενο απ’ όλα: το δέρμα του ήταν κατάστικτο από σημάδια μελανιού, μια γραφή που το κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο, αφήνοντας γυμνά μονάχα μερικά σημεία στο λαιμό και το πρόσωπό του. Με κοιτούσε με ένα βλέμμα έξω απ’ τα ανθρώπινα, ένα βλέμμα ανάμεσα στο κενό μάτι του ζώου και την τρελή οργή κάποιου που είχε υπάρξει φυλακισμένος για αιώνες, και που μόλις τώρα ξυπνούσε στο φως της ελευθερίας.
«…Ποιος… είσαι;» τον ρώτησα με φωνή που έτρεμε, πεσμένος στα γόνατα, μέσα στα ασταμάτητα ρίγη του φόβου.
«Είμαι το ανθρώπινο βιβλίο σου», απάντησε με μια βαριά, ανέκφραστη φωνή.
«Μα πώς…»
«Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες. Έψαχνα αιώνες να βρω τον κατάλληλο. Το πνεύμα μου πλανήθηκε παντού, ψάχνοντάς σε.»
«Το… πνεύμα σου;»
«Ναι. Ο σερ Άντονι ήμουν εγώ. Ο Μάνθος ήμουν εγώ. Άνθρωποι-πνεύματα, στην υπηρεσία του Διονύσου.»
«Του… Ποιος;»
«Είμαι ο Μαρσύας, ο πρώτος ιερέας του θεού», απάντησε. Τώρα βρισκόταν από πάνω μου, θωρώντας με όπως θωρεί ένα λιοντάρι το θύμα του, που το έχει σύρει ανάμεσα στα πόδια του και ετοιμάζεται να το ξεσκίσει. Άπλωσε τα χέρια του, χέρια ενός γίγαντα, και με χάιδεψε απαλά. Εγώ έτρεμα, όπως θα έτρεμε ένα παγιδευμένο κατσικάκι.
«Τι… θα μου κάνεις;» του έκανα κλαίγοντας. Ήξερα ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ την Αγγλία. Ήξερα ότι ήμουν ήδη νεκρός.
«Θα σου προσφέρω τη μεγαλύτερη τιμή που υπάρχει», είπε ο Μαρσύας. «Εκείνη που κάποτε έγινε και σε εμένα. Είσαι υπηρέτης του Απόλλωνα. Κι εγώ του Διονύσου. Ώρα να γίνει εκείνο που πρέπει.»
Τα χέρια του είχαν αρχίσει ήδη να αφαιρούν τα ρούχα μου. Κοίταξα κάτω, και είδα ότι το όργανό του είχε φουσκώσει, είχε γίνει μεγάλο σαν ένα πυρακτωμένο κούτσουρο, σαν ένα κλαδί από τα έλατα που μας κύκλωναν.
«Προτού να σε γδάρω», είπε χαμογελώντας ο Μαρσύας, «θα μπω μέσα σου και θα σου αφήσω τον σπόρο μου. Έτσι πρόκειται να πεθάνεις. Είναι ο καλύτερος θάνατος που μπορώ να σου δώσω.»
Γ.
Τα ξημερώματα της επομένης, ο ηγούμενος ξύπνησε νωρίς, πριν τον όρθρο, με ένα παράξενο προαίσθημα. Σηκώθηκε από το ταπεινό του στρώμα, νιώθοντας για μια ακόμα φορά τους ρευματισμούς να τον πλήττουν, ενισχυμένους απ’ τη δροσιά της νύχτας κι από την υγρασία που ανέδυε μόνιμα ο βράχος. Άναψε το λυχνάρι του, και κατευθύνθηκε προς το τέρμα του διαδρόμου, εκεί όπου βρισκόταν η βιβλιοθήκη της μονής.
Η νύχτα παρέμενε τελείως σκοτεινή. Δεν πρέπει να ήταν ούτε τέσσερις το πρωί. Ωστόσο ο ηγούμενος κρατούσε την αρμαθιά με τα κλειδιά που φύλαγε ο ίδιος μέσα σ’ ένα ντουλάπι, στο κελί του, έχοντας ξεχωρίσει ήδη το κλειδί που αντιστοιχούσε στη βιβλιοθήκη. Κρατώντας σταθερά το λυχνάρι με το αριστερό του χέρι, έχωσε το κλειδί στην κλειδωνιά, κάνοντας όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο, από τον φόβο μην ξυπνήσει τους καλογέρους στα κελιά του ορόφου, στερώντας τους μισή ώρα ύπνου ακόμα. Ούτε και ήθελε να τους μεταδώσει μια αίσθηση συναγερμού, τον φόβο ότι κάτι συνέβαινε ή ότι υπήρχε κάποιο ζήτημα με τη βιβλιοθήκη.
Άνοιξε απαλά την πόρτα και έπειτα την έκλεισε πίσω του και την κλείδωσε και πάλι. Ύστερα κατευθύνθηκε στο βάθος της αίθουσας, εκεί όπου βρισκόταν η κρύπτη με τα πολύτιμα βιβλία της μονής. Έστριψε δυνατά το μυστικό πόμολο (το οποίο από την αχρησία είχε σκεβρώσει, μιας και ελάχιστοι έμπαιναν εκεί) και φώτισε το εσωτερικό του ανοίγματος. Σε μια πρώτη ματιά, όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Δεν είναι ότι δέχονταν και πολλούς επισκέπτες. Αν εξαιρούσε κανείς εκείνον τον εκκεντρικό Εγγλέζο και τον μικρό συνοδό του, δυο μέρες νωρίτερα, είχαν περάσει μήνες που κανένας δεν διάβηκε την πύλη του μοναστηριού. (Εκείνοι οι δύο, βέβαια, είχανε φύγει το επόμενο πρωί σαν κυνηγημένοι, αφήνοντας ακόμα και τα μουλάρια τους να κοιμούνται στο στάβλο, αλλά ποιος μπορεί να τα βάλει με τους τρελούς; Ο κόσμος απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο απ’ τον Θεό, αναλογίστηκε ο ηγούμενος, γι’ αυτό και η τρέλα αποτελούσε πια το μοναδικό μέτρο και τη σφραγίδα της επίγειας ζωής.)
Ο ηγούμενος έσκυψε αριστερά, ανοίγοντας ένα συρτάρι στο κάτω μέρος της παλιάς, ξύλινης βιβλιοθήκης, που μπορούσες να το τραβήξεις μονάχα χώνοντας την παλάμη σου από κάτω, καθώς δεν είχε κάποιο ορατό σημείο λαβής ή χερούλι, μοιάζοντας περισσότερο με διπλό πάτο. Εκεί βρισκόταν το πλέον σημαντικό απόκτημα της μονής. Η Φιλοκαλία του Απολλώνιου του Εξομολογητή, το βιβλίο που φήμες (ανυπόστατες κατά βάση, όπως πίστευε ο ηγούμενος) έλεγαν ότι ήταν φτιαγμένο από το δέρμα του μάρτυρα οσίου, που το όνομα και τη μνήμη του τιμούσε το μοναστήρι. Εκείνο ήθελε να κοιτάξει απόψε ο ηγούμενος.
Είχε δει ένα παράξενο όνειρο και ανησυχούσε. Ακουμπώντας το βιβλίο στο μικρό τραπέζι, στο βάθος της κόχης, και πιάνοντας να το ξεφυλλίζει, οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν. Οι σελίδες ήταν κενές. Η γραφή, η οποία υπήρχε εκεί από εκατοντάδες χρόνια, υπέκυψε τελικά στη μοίρα των παλαιών βιβλίων και εξαχνώθηκε, θύμα της υγρασίας και του πανδαμάτορα χρόνου. Πού και πού διέκρινε μόνο κάποια υπολείμματα, που και αυτά ωστόσο ήταν σχεδόν τελείως μουντζουρωμένα και ακατάληπτα.
Ένιωσε το βάρος της ενοχής να τον συνθλίβει. Η βιβλιοθήκη, όπως και ολόκληρη η μονή, ήταν δική του ευθύνη, κληρονομιά και χρέος του. Όφειλε να είχε ερευνήσει νωρίτερα την κατάσταση του βιβλίου. (Υπολόγιζε ότι είχε χρόνια να το ξεφυλλίσει, επαναπαυόμενος στο γεγονός ότι κανένας δεν γνώριζε για την ύπαρξη της κρύπτης, πλην του βοηθού του και του νεαρού βιβλιοθηκονόμου, ο οποίος ωστόσο, όντας σχεδόν αγράμματος, όπως και η πλειοψηφία των μοναχών, αντιμετώπιζε τα βιβλία περισσότερο ως κειμήλια και λιγότερο ως έγγραφες μαρτυρίες του παρελθόντος.)
Ωστόσο δεν έχασε το κουράγιο του. Άλλωστε η Φιλοκαλία υπήρχε σε ακόμα δύο αντίτυπα στη μονή, μεταγενέστερα φυσικά.
«Από αύριο κιόλας, θα φτιάξω μια μικρή ομάδα αντιγραφής, για να αποκαταστήσω τη βλάβη. Εν ανάγκη θα το κάνω και μόνος μου», είπε μέσα του, αναθαρρώντας.
«Το βιβλίο θα ξαναγραφτεί. Το σημαντικό είναι ότι υπάρχει ακόμα.
»Ωστόσο», αναρωτήθηκε ο ηγούμενος, «πότε διασώζεται πραγματικά ένα βιβλίο; Όταν παραμένει το δέσιμο και το υλικό απ’ το οποίο ήταν φτιαγμένο ή όταν διατηρείται η γραφή στις σελίδες του; Τι είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο να αποκαλείται “βιβλίο”;»
Το δίλημμα του φάνηκε πολύ απαιτητικό για την ώρα εκείνη. Αποφάσισε να το διαλευκάνει σε πιο εύθετο χρόνο.
Τακτοποίησε το βιβλίο στο συρτάρι, έκλεισε καλά την πόρτα της κόχης, και βγήκε απ’ τη βιβλιοθήκη, πηγαίνοντας να σημάνει το εγερτήριο των μοναχών για τον όρθρο.
⸙⸙⸙
[Το διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε στα γαλλικά, στο πλαίσιο της κοινής έκδοσης διηγημάτων Ελλήνων και Γάλλων συγγραφέων με θέμα την Ελλάδα, την ιστορία της και τη σχέση της με τους δυτικούς, υπό τον τίτλο Fragments – Nouvelles et Récits de Grèce, των εκδόσεων Libella (2019). Στα ελληνικά δημοσιεύεται για πρώτη φορά.]

