Θανάσης Νεοφώτιστος

Το βλέμμα πριν από την εικόνα

Ήμουν επτά ή οκτώ χρονών όταν ο πατέρας μου με πήγε σινεμά να δω το Jurassic Park. Μπήκα στη σκοτεινή αίθουσα και βγήκα αλλιώς. Για αρκετό καιρό πίστευα στ’ αλήθεια ότι κάπου υπάρχουν δεινόσαυροι και αυτό ήταν το πρώτο μου σοκ. Ότι το σινεμά μπορεί να σε κάνει να πιστέψεις. Να μετακινήσει την πραγματικότητα. Νομίζω από εκεί ξεκίνησαν όλα· από το παραμύθι.

Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι αυτό που με κρατάει στο σινεμά δεν είναι μόνο η απόδραση, αλλά και η στιγμή που η κάμερα στέκεται απέναντι σε έναν άνθρωπο και τον κοιτάει χωρίς να τον κρίνει, χωρίς να τον προδίδει, χωρίς να βιάζεται να τον εξηγήσει. Είναι το βλέμμα του σκηνοθέτη στους ήρωές του. Εκεί για μένα το σινεμά γίνεται κάτι πιο βαθύ που δε σχετίζεται γραμμικά με την αφήγηση. Είναι σαν ένας διαφορετικός τρόπος να χωρέσει κάποιος μέσα στο κάδρο.

Κάπως έτσι προσεγγίζω κι εγώ τις ιστορίες μου. Δεν ξεκινώ συνήθως από την πλοκή. Μπορεί να ξεκινήσω από έναν συνειρμό, ένα όνειρο ή μια αίσθηση. Επίσης ξέρω πια τι θέματα με καίνε να διαπραγματευτώ στις ταινίες μου. Με ενδιαφέρει η ταυτότητα, η επιθυμία, ο φόβος, η ντροπή, το πώς μεγαλώνει κανείς όταν νιώθει διαφορετικός μέσα σε έναν κόσμο που θέλει να τον στριμώξει σε κάτι πιο αποδεκτό. Ξέρω επίσης ότι στη θέαση μιας ταινίας με ενδιαφέρει πρωτίστως το βίωμα. Η σκέψη ή η διανοητική επαφή με την ταινία μού φαίνονται δευτερεύουσες. Πιστεύω ότι το βίωμα στην ταινία σε συνδέει με την αλήθεια της και αυτό έχει τελικά τη δύναμη να σε μετακινήσει. Με αφορά πολύ να μετακινηθεί κάποιος που βλέπει μια ταινία μου. Χωρίς αυτό το βίωμα μένει μια ωραία κινούμενη εικόνα. Και αυτό, κατά την άποψη μου, δεν αρκεί.

Σε αυτό με έχει διαμορφώσει πολύ και ο ελληνικός χώρος. Το ελληνικό φως είναι σκληρό και εκθέτει. Όλα γύρω μας κουβαλούν μνήμη, κάποιες φορές βία και καταπίεση, όμως άλλες κουβαλούν χιούμορ, επιβίωση, πείσμα. Δεν μπορείς να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα και να μη σε επηρεάζουν αυτά. Και δεν μπορείς να κάνεις σινεμά εδώ και να είσαι πραγματικά ουδέτερος. Ακόμα κι αν δεν μιλάς άμεσα για πολιτική, το ποιον κοιτάς, ποιον βάζεις στο κέντρο, ποιο σώμα θεωρείς άξιο αγάπης ή ορατότητας, είναι ήδη πολιτική θέση.

Αυτός είναι και ένας λόγος που νιώθω τόσο κοντά σε κάποιες ελληνικές ταινίες. Η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα είναι για μένα μία από τις πιο ωμές και ζωντανές queer αποτυπώσεις της Ελλάδας της εποχής της. Υπάρχει αναπολογητικά, με όλο τον σπαραγμό που κουβαλά, και μας χάρισε μία από τις τολμηρότερες ηρωίδες της ελληνικής φιλμογραφίας. Η Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου με στοιχειώνει αλλιώς, γιατί καταγράφει κάτι πολύ βαθύ από την ελληνική επαρχία (και κυρίως από την Ήπειρο, απ’ όπου και κατάγομαι) και την κοινωνία της, αυτό το βάρος που κουβαλάει η σιωπή, τα πράγματα που όλοι ξέρουν και κανείς δεν λέει. Και ο Κυνόδοντας του Λάνθιμου, ανεξάρτητα από το τι ακολούθησε μετά ως ταμπέλα ή «κύμα», έβαλε ξανά την Ελλάδα πολύ δυνατά στο παγκόσμιο κινηματογραφικό τοπίο και δημιούργησε μια ολόκληρη κινηματογραφική γλώσσα που επηρέασε βαθιά το πώς μας κοίταξαν οι άλλοι, αλλά και το πώς ξανακοιταχτήκαμε μεταξύ μας.

Τα τελευταία χρόνια συζητήσαμε πολύ για το αν ο ελληνικός κινηματογράφος είναι διεθνοποιημένος ή απλώς εξαγώγιμος. Και ειδικά για το αν ταυτίστηκε ή και εγκλωβίστηκε στο λεγόμενο «weird wave». Εμένα με ενδιαφέρει κυρίως η ιδιοσυγκρασία στην τέχνη, η ταμπέλα με ενοχλεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια ζωντανή καλλιτεχνική έκρηξη μετατρέπεται σε στιλ προς κατανάλωση. Όταν χάνεται το ρίσκο από το καλλιτεχνικό έργο και φαίνεται η συνταγή. Η δύναμη του ελληνικού κινηματογράφου δεν θέλω να χωράει σε μια λέξη. Είναι να παράγει φωνές που δεν μοιάζουν μεταξύ τους και παρ’ όλα αυτά κουβαλούν κάτι βαθιά ελληνικό, όχι σαν folklore, αλλά σαν συλλογική συνείδηση.

Η μεγαλύτερη δύναμη του ελληνικού κινηματογράφου σήμερα είναι ακριβώς αυτή η ανάγκη να μιλήσει και να βρει καινούργια γλώσσα μέσα από δυσκολίες. Η μεγαλύτερη αδυναμία του είναι οι συνθήκες. Η αστάθεια, η έλλειψη συνέχειας, η εξάντληση των δημιουργών, το ότι πολύ συχνά πρέπει πρώτα να αποδείξεις ότι αξίζεις πριν σου δοθεί ο χώρος να κάνεις τη δουλειά σου. Και εδώ η ευθύνη του συστήματος είναι τεράστια γιατί δεν αρκεί να στηρίζεις μόνο ό,τι φαίνεται ασφαλές, εύκολα εξαγώγιμο ή εύκολα διαχειρίσιμο. Αν δεν υπάρχει πραγματική στήριξη στο ρίσκο, στη διαφορετικότητα, στις δύσκολες φωνές, τότε δεν στηρίζεις την τέχνη, χαίρεσαι νομίζοντας ότι το κάνεις.

Το ίδιο νιώθω και για την εποχή των πλατφορμών και της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν θέλω να καταστροφολογώ, ούτε πιστεύω ότι όλα είναι μαύρα. Οι πλατφόρμες άνοιξαν δρόμους και έφεραν νέο κοινό και άρα περισσότερες ευκαιρίες, αλλά έφεραν και έναν κίνδυνο ομοιομορφίας. Σιγά σιγά όλα αρχίζουν να μοιάζουν σωστά και γυαλισμένα. Και το ΑΙ έρχεται να υποσχεθεί ευκολία, ταχύτητα και ακρίβεια στη χρήση εκφραστικών μέσων. Ο βασικός κίνδυνος σε αυτό είναι να χαθεί η κατανόηση ότι η τέχνη κρύβεται στη μαγεία της διεργασίας, όχι μόνο στο αποτέλεσμα. Η τέχνη βρίσκεται στο λάθος και στην παύση. Χωρίς αποτυχία δεν προσεγγίζεις την ανθρώπινη αντίφαση. Αν χάσουμε αυτά πιστεύω ότι θα χάσουμε μεγάλο κομμάτι από τη μαγεία της τέχνης.

Γι’ αυτό πιστεύω τόσο πολύ σε ένα σινεμά που παραμένει ρεαλιστικό και μαγικό μαζί. Γιατί έτσι βιώνω και τη ζωή την ίδια. Πολύ συγκεκριμένη και πολύ ανεξήγητη ταυτόχρονα. Πολύ γειωμένη και πολύ μυθική μαζί. Σε αυτή τη φαινομενική αντίφαση γεννιέται η πιο αληθινή εικόνα.

Όταν δημιουργώ, σκέφτομαι τον θεατή, σαν συνοδοιπόρο. Δεν πιστεύω πολύ στις γενικεύσεις περί «ελληνικού κοινού», ούτε στο φάντασμα ενός απρόσωπου παγκόσμιου θεατή. Πιστεύω στο τοπικό και στο προσωπικό ταυτόχρονα. Και παραδόξως, αυτά είναι που ταξιδεύουν πιο μακριά. Όσο πιο προσωπική είναι μια ιστορία, τόσο πιο βαθιά μπορεί να αγγίξει κάποιον άλλο.

Αν ήθελα κάτι να έχει αλλάξει τα επόμενα δέκα χρόνια, θα ήταν αυτό: να μπορούμε να κάνουμε σινεμά με περισσότερη ελευθερία και λιγότερο φόβο. Να υπάρχει φροντίδα, αλλά όχι λογοκρισία μέσω «ασφάλειας». Να υπάρχει χώρος για φωνές queer, πολιτικές, αστείες, σκοτεινές, τρυφερές, αντιφατικές. Να μη χρειάζεται όλοι να χωρέσουμε σε ήδη υπάρχουσες κατηγορίες. Να αφήνουμε τις ταινίες να είναι πραγματικά ζωντανές.

Γιατί στο τέλος αυτό ζητάω από το σινεμά, και αυτό ελπίζω να μπορεί ακόμα να προσφέρει: όχι απλώς εικόνες, αλλά έναν τρόπο να κοιτάμε ο ένας τον άλλο λίγο πιο βαθιά. Και ίσως, μέσα σε αυτό το κοίταγμα, να βρίσκουμε κάτι από την αλήθεια μας.

⸙⸙⸙

ΥΓ: Ίσως χρειάζεται το 2026 να κάνουμε και ένα disclaimer (δυστυχώς) ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ΑΙ για να φτιαχτεί το κείμενο… πάρα μόνο μία unofficial κειμενική επιμέλεια από τον σύντροφό μου και συν-σεναριογράφο μου Γρηγόρη Σκαράκη!

Κύλιση στην κορυφή