ΟΙ ΚΥΚΛΟΙ
Τριάντα περίπου μέρες
Πασχίζει τὸ φεγγάρι
Νὰ βρεῖ τὸν τέλειο κύκλο του
Μὰ δὲν τὸν χαίρεται γιατὶ
Τὴν ἄλλη μέρα κιόλας
Ξεφτίζουν τοῦ κύκλου οἱ κλωστὲς
Καὶ λίγο λίγο τὸ πανὶ
Ξηλώνεται
Ὅπως ξηλώνεται ἡ ζωή μου
Μὲ τοὺς μισοὺς συνήθως κύκλους
Καὶ πρὶν τοὺς συμπληρώσω νιώθω
Νὰ ἐκθρονίζομαι ἐσαεὶ
Ποῦ πᾶμε πεῖτε μου καὶ τί θὰ γίνουμε
Μ’ αὐτὲς τὶς μάταιες προσπάθειές μας
Ποὺ λιγοστεύουν καὶ μᾶς λιγοστεύουν
Η ΒΙΟΛΙΣΤΡΙΑ
Ἡ συναυλία εἶχε ἀρχίσει καὶ τὸ μάτι μου
Εἶχε πέσει πάνω στὴ νεαρὴ βιολίστρια
Ποὺ ἐνῶ κυμάτιζε σύγκορμη
Καὶ τὰ χέρια της εἶχαν γίνει φτερὰ
Κάποια στιγμὴ ἔβγαλε τὸ δεξί της παπούτσι
Καὶ τὸ γυμνό της πόδι χόρευε στὸ πάτωμα
Κρατώντας τὸν θεσπισμένο ρυθμὸ
Σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς συναυλίας
Δὲν ἄκουσα καὶ δὲν εἶδα τίποτε άλλο
Παρὰ τὸν χορὸ μονάχα τοῦ ποδιοῦ της
Καὶ μαζὶ τὸν ὑπόγειο σκοτεινὸ ρυθμὸ
Τοῦ πιὸ ἀπελπισμένου ἔρωτα
Η ΠΑΛΑΜΗ
Στὴν ἀρχὴ κρυώνει ὁλόκληρο τὸ χέρι
Ἀπὸ τ’ ἀνεξήγητα ρίγη τοῦ στήθους
Κι ἀμέσως ὕστερα ἡ παλάμη
Παίρνει φωτιὰ καὶ καίγεται
Κι ἕνας ἱδρώτας μουσκεύει τὴν κοιλότητά της
Παρακαλῶ σε ἄνεμε κουνήσου λίγο
Κι ἔλα νὰ μοῦ στεγνώσεις τὸ ἄδειο χέρι
Προτοῦ νὰ σφίξω τὸ ἄσπιλο δικό της
Κι ἡ χειραψία μου ἀποτύχει
Πρὶν ξεκινήσει κἂν

