Η μετάφραση της ποίησης μοιάζει, σε μεγάλο βαθμό, με γλωσσολογικό εργαστήριο. Οι τριβές που προκύπτουν καθώς η μία γλώσσα μεταφέρεται στην άλλη είναι ακριβώς τα σημεία όπου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε γλώσσας γίνονται πιο ορατά –οι γωνίες, οι καμπύλες, η σχετική ευελιξία και ακαμψία τους, ο διαφορετικός τους ρυθμός. Αναλόγως τι ζεύγος γλωσσών έχουμε, έρχονται στο προσκήνιο και διαφορετικά χαρακτηριστικά της καθεμιάς.
Θα επικεντρωθώ στο ζεύγος από αγγλικό σε ελληνικό ποίημα (και αντίστροφα), μια που είναι αυτό στο οποίο έχω δουλέψει περισσότερο και γενικώς δουλεύεται πάρα πολύ στη χώρα μας. Θα ήταν χρήσιμο να παρουσιάσω μερικά γενικά χαρακτηριστικά των ελληνικών όπως προκύπτουν από την εργασία της μετάφρασης ποίησης σε σύγκριση με την αγγλική γλώσσα και στη συνέχεια θα παραθέσω δύο παραδείγματα από πρόσφατη μεταφραστική δουλειά μου που θα φωτίσουν καλύτερα τα χαρακτηριστικά αυτά. Θα χρησιμοποιήσω λοιπόν την αγγλική γλώσσα ως φόντο, σύγκριση, και μέσον, ώστε να αναδειχθούν γνωρίσματα της ελληνικής.
Θα ήταν σκόπιμο να διευκρινίσω από την αρχή ότι το κείμενο αυτό δεν έχει γραφτεί με σκοπό να παρουσιάσει μια γλώσσα ως ανώτερη, πιο αποτελεσματική, καταλληλότερη για τη λογοτεχνία, ή οτιδήποτε παρόμοιο. Αντιθέτως, οι γλώσσες είναι δυναμικοί οργανισμοί με άπειρες δυνατότητες και πιθανότητες. Η περιορισμένη αυτή παρουσίαση γίνεται για να αναδειχθούν χαρακτηριστικά της Νέας Ελληνικής μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο.
1. Η σύνταξη είναι πιο ελεύθερη αλλά το νόημα πιο κωδικοποιημένο:
Τα ελληνικά επιτρέπουν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία στη σειρά των λέξεων απ’ ό,τι τα αγγλικά, επειδή οι γραμματικοί ρόλοι σημαίνονται μορφολογικά. Στην ποίηση αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά μπορούν να προβάλλουν ή να καθυστερούν λέξεις για έμφαση χωρίς να δημιουργούν ασάφεια. Η μετάφραση αγγλικής ποίησης στα ελληνικά αποκαλύπτει συχνά πόσο τα αγγλικά βασίζονται στη σταθερή σύνταξη για το νόημα, ενώ τα Ελληνικά μπορούν να αναδιανέμουν την έμφαση πιο μουσικά ή ρητορικά.
2. Πλούσια μορφολογία έναντι αναλυτικής δομής:
Η μετάφραση ποίησης αναδεικνύει πόσο πυκνές είναι οι νεοελληνικές λέξεις. Ένα μόνο ελληνικό ρήμα μπορεί να κωδικοποιεί χρόνο, όψη, έγκλιση, φωνή, πρόσωπο και αριθμό. Τα αγγλικά συχνά κατανέμουν αυτές τις πληροφορίες σε βοηθητικά ρήματα ή στο συμφραζόμενο. Έτσι, κατά τη μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά, η μεταφράστρια αναγκάζεται να ξεδιπλώσει ένα ρήμα σε πολλαπλά στοιχεία, ενώ λεπτές αποχρώσεις της όψης (για παράδειγμα, η διάκριση τετελεσμένου / μη τετελεσμένου) είναι δύσκολο να διατηρηθούν. Τα ελληνικά μπορούν να είναι πιο συγκεκριμένα με τρόπους που η αγγλική ποίηση συχνά αφήνει ακαθόριστους. Αυτό βέβαια είναι πλεονέκτημα όσο και μειονέκτημα, γιατί το ακαθόριστο της αγγλικής μπορεί να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά στην ποίηση, χτίζοντας ή υπαινισσόμενο πολλαπλά νοήματα, περισσότερα πιθανά επίπεδα κ.α.
3. Ο ελληνικός ποιητικός χρόνος είναι ποιοτικός, όχι απλώς χρονολογικός:
Η επιλογή τετελεσμένης ή μη τετελεσμένης όψης μπορεί να υποδηλώνει μια πράξη ολοκληρωμένη έναντι μιας διαρκούς, αλλά και μυθική αχρονικότητα έναντι βιωμένης αμεσότητας, κάτι που προσφέρει πολλούς δημιουργικούς δρόμους για να αρχιτεκτονηθεί ένα ποίημα. Τα αγγλικά συχνά εξομαλύνουν αυτές τις διαφορές σε έναν ενιαίο παρελθοντικό ή ενεστώτα χρόνο. Και πάλι, η σύγκριση αυτή δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μία γλώσσα είναι πιο αποτελεσματική ή ποιοτικά/δημιουργικά ανώτερη ή κατώτερη∙ απλώς, παρατηρούμε τους διαφορετικούς τρόπους που διαθέτουν.
4. Τα άρθρα φέρουν συναισθηματικό και δεικτικό βάρος:
Το οριστικό άρθρο στα ελληνικά χρησιμοποιείται πολύ ευρύτερα απ’ ό,τι στα αγγλικά, ακόμη και με αφηρημένα ουσιαστικά ή κύρια ονόματα. Κατά συνέπεια, η μετάφραση στα αγγλικά συχνά επιβάλλει την αφαίρεση του άρθρου, με απώλεια αποχρώσεων. Η μετάφραση στα ελληνικά συχνά προσθέτει πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως ειδίκευση, οικειότητα ή κοινή γνώση που δεν ήταν ρητά παρόντα στο αγγλικό πρωτότυπο. Όπως γίνεται κατανοητό, πρόκειται για σημαντική μεταφραστική πρόκληση, ώστε να μην προστεθεί ή αφαιρεθεί σημαντικό στοιχείο από το σώμα του εκάστοτε ποιήματος. Τα ελληνικά μοιάζει να σηματοδοτούν πιο έντονα την παρουσία, την οικειότητα και τη μοιρασμένη γνώση.
5. Λεξιλογική διαστρωμάτωση σε αρχαία, μεσαιωνικά, δημοτικά:
Η ποιητική μετάφραση καθιστά ορατό το γεγονός ότι τα ελληνικά λειτουργούν σε πολλαπλά ιστορικά επίπεδα. Ένα και μόνο ποίημα μπορεί να συνδυάζει δημοτικούς τύπους με λέξεις που φέρουν αρχαϊκές ή εκκλησιαστικές αποχρώσεις. Τα αγγλικά ισοδύναμα, παρότι και αυτά φέρουν περισσότερα ιστορικά επίπεδα, σπάνια μπορούν να διατηρήσουν αυτό το κατακόρυφο ιστορικό βάθος. Η νεοελληνική ποίηση είναι διαχρονικά ηχηρή, έτσι που το παρελθόν να ακούγεται μέσα στη γλώσσα. Επιπλέον, τα ελληνικά είναι μια γλώσσα πιο κλειστή, μιλιέται από πολύ μικρότερο αριθμό ατόμων, κι έτσι δεν έχει διαμορφωθεί σε ένα σωρό προφορικότητες, διαλέκτους, προσαρμογές κ.τ.λ. όπως τα αγγλικά, που αλλάζουν στα διάφορα μέρη του κόσμου και διαμορφώνουν πολλές και εξαιρετικά διαφορετικές σύγχρονες μορφές.
6. Ηχητικός και φωνηεντικός πλούτος:
Το φωνολογικό σύστημα των ελληνικών, ιδίως η καθαρότητα των φωνηέντων και τα τονικά πρότυπα, δύσκολα αναπαράγεται στα αγγλικά. Από την άλλη, συχνά είναι και πιο άκαμπτο και πιο συγκεκριμένο, λιγότερο δεκτικό σε παιχνίδια που κάνουν τα αγγλικά τόσο φωνητικά εύπλαστα. Η ελληνική ποίηση βασίζεται έντονα σε ανοιχτά φωνήεντα, σε ρυθμό βασισμένο στον τόνο, και σε συμφωνικά συμπλέγματα με εκφραστική δύναμη. Η μετάφραση στα ελληνικά συχνά συγκεκριμενοποιεί τη μουσικότητα, ενώ η μετάφραση από τα ελληνικά συχνά αλλάζει τη μουσικότητα σε μεγάλο βαθμό. Ο ελληνικός ποιητικός ήχος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γλυπτικός, και δεν αναλύεται εύκολα ούτε κόβεται/ράβεται/προσαρμόζεται όπως ο αέρινος αγγλικός.
7. Αντωνυμίες και οικειότητα:
Η χρήση κλιτικών αντωνυμιών και η παράλειψη του υποκειμένου στα ελληνικά αποκαλύπτουν επίπεδα οικειότητας ή απόστασης που τα αγγλικά πρέπει να αποδώσουν περιφραστικά. Τα αγγλικά χρειάζονται πρόσθετες λέξεις («him», «her», «my own») εκεί όπου τα ελληνικά υπαινίσσονται. Η ποιητική μετάφραση δείχνει πόσο συναισθηματικά οικονομική μπορεί να είναι η ελληνική γλώσσα σε σύγκριση με την αγγλική. Άλλωστε, τα ελληνικά κωδικοποιούν γραμματικά τη σχέση και την εγγύτητα.
Συμπερασματικά, η διαδικασία της μετάφρασης ποίησης δείχνει ότι τα ελληνικά είναι μια γλώσσα μορφολογικά εκφραστική, ρηματικά ακριβής, ιστορικά πολυεπίπεδη, συναισθηματικά οικονομική, και έχει τη χαρακτηριστική της μουσικότητα. Η αγγλική ποίηση συχνά οικοδομεί το νόημα μέσω γραμμικότητας και υπαινιγμού, ενώ η ελληνική μέσω πυκνότητας και αντήχησης.
Ακολουθούν δύο παραδείγματα:
Laconic
In spring they say
don’t squander words,
if it’s not flies
it’s willow’s down
fills up your mouth
Λακωνικό
Την άνοιξη λένε
μη σπαταλάς λέξεις,
αν δεν είναι μύγες
τότε χνούδι ιτιάς
το στόμα γεμίζει
Στα Ελληνικά το «λακωνικός» κουβαλά ήδη πολιτισμικό φορτίο, άρα ο τίτλος δουλεύει χωρίς επεξήγηση.
1.
Την άνοιξη λένε
In spring they say
Την άνοιξη (αιτιατική), υπάρχει χρονικό πλαίσιο που «αγκαλιάζει» όλο το ποίημα. Το λένε είναι χωρίς υποκείμενο, ενισχύοντας τη συλλογική φωνή, δίνοντας την αίσθηση παροιμίας ή προφορικότητας, παράδειγμα του πώς τα Ελληνικά κρύβουν το υποκείμενο για να ενισχύσουν τη γενικότητα.
2.
μη σπαταλάς λέξεις,
don’t squander words
Το σπαταλάς είναι πιο καθημερινό, λιγότερο επίσημο και ενισχύει την αίσθηση νουθεσίας, όχι αφηρημένης οδηγίας. Ταιριάζει τέλεια με τον τίτλο: λακωνικό όχι ως στυλ, αλλά ως στάση ζωής.
3.
αν δεν είναι μύγες
τότε χνούδι λεύκας
if it’s not flies
it’s willow’s down
Το τότε προσθέτει λογική αλληλουχία και ενισχύει την παροιμιακή ροή. Η ελληνική γλώσσα εδώ συστηματοποιεί τη μεταφορά.
4. Το κρίσιμο σημείο
το στόμα γεμίζει
fills up your mouth
Αυτή η επιλογή οδηγεί σε απρόσωπο σχήμα, όπου το στόμα γίνεται χώρος και όχι ιδιοκτησία («σου») αλλά παράλληλα φέρει και μια αίσθηση αναπόφευκτου γιατί δεν το γεμίζεις, γεμίζει. Όσο για την όψη, έχουμε ενεστώτα μη τετελεσμένο, διαδικασία που μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε άνοιξη. Η πράξη συμβαίνει περισσότερο στον κόσμο παρά στο άτομο.
5. Όψη και χρόνος
Όλο το ποίημα κινείται σε ενεστώτα, γενικό, επαναληπτικό χρόνο. Δεν είναι μία άνοιξη, είναι κάθε άνοιξη. (In spring: είναι λιγότερο έντονο αυτό το στοιχείο). Η παροιμιακή φωνή περνά φυσικά χωρίς ρητό υποκείμενο και ενώ το αγγλικό ποίημα μοιάζει με παρατήρηση, το ελληνικό μοιάζει με παλιά συμβουλή που την έχεις ακούσει πολλές φορές.
All of May
Stop, nightingale.
I’ve thought of her enough
Όλο τον Μάιο
Πάψε, αηδόνι.
Αρκετά τη σκέφτηκα
A.
Όλο τον Μάιο
All of May
Η επιλογή της αιτιατικής (Όλο τον Μάιο) είναι καθοριστική. Στα αγγλικά ο τίτλος είναι σχεδόν ουδέτερος ως προς το χρονικό πλαίσιο. Στα ελληνικά γίνεται διάρκεια που εξαντλήθηκε. Υπονοεί: πέρασε, καταναλώθηκε, δεν αντέχεται άλλο. Εδώ η ελληνική γλώσσα φορτώνει τον τίτλο με όψη πριν καν αρχίσει το ποίημα.
B.
Πάψε, αηδόνι.
Stop, nightingale.
Αρκετά τη σκέφτηκα
I’ve thought of her enough
Εδώ είναι ένα ενδιαφέρον σημείο, όπου στα αγγλικά έχουμε present perfect (διάρκεια που φτάνει στο τώρα), ενώ στα ελληνικά έχουμε το σκέφτηκα (αόριστος, τετελεσμένη όψη). Αυτό δεν είναι ισοδύναμο για τις δύο γλώσσες αλλά έχει δυνατό ποιητικό αποτέλεσμα. Δεν συνεχίζεται η σκέψη, δεν «κρατά» στο παρόν, έχει κλείσει. Η σκέψη δεν κουβαλιέται γιατί τελείωσε. Η τοποθέτηση στην αρχή του αρκετά (Αρκετά τη σκέφτηκα και όχι τη σκέφτηκα αρκετά) δίνει τον τόνο της απόφασης, μεταφέρει μια κόπωση και εννοεί τελεσιδικία. Το «αρκετά» λειτουργεί σαν τελεία πριν τελειώσει η πρόταση. Το αγγλικό ποίημα λέει: η σκέψη έχει κρατήσει πολύ. Το ελληνικό λέει: η σκέψη τελείωσε. Και αυτό δεν είναι απώλεια , αλλά μετατόπιση στάσης, όπου το ελληνικό μετατρέπει την ψυχική κόπωση σε πράξη απόφασης. Αυτό το παράδειγμα δείχνει ότι στα ελληνικά το ρήμα (χρόνος, όψη) μπορεί να δηλώσει ψυχική απόφαση, ο αόριστος μπορεί να είναι πιο παρών από τον ενεστώτα, αλλά και ότι οι κλιτικές αντωνυμίες κουβαλούν συναίσθημα χωρίς εξήγηση.

